Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019

Η πανουργία του πολιτικού λόγου και ο «θεσμός» της αποχής



του Ευάγγελου Κωνσταντέλου
Η αποχή από την εκλογική κάλπη έχει γίνει πλέον θεσμός όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο σύνολο σχεδόν των δυτικών κοινωνιών. Στις πρόσφατες ευρωπαϊκές και περιφερειακές εκλογές για ακόμη μία φορά επικράτησε και στη χώρα μας η αποχή. Για αυτήν την κατάσταση διατυπώνονται  διάφορες αιτιάσεις  κυρίως από κυβερνητικούς και λιγότερο από αντιπολιτευτικούς εκπροσώπους. Ακούγεται για παράδειγμα, πως ο λαός επέλεξε με αυτή του τη στάση να στείλει ηχηρό  μήνυμα στην κυβέρνηση. Επίσης πως πολλοί δεν πείστηκαν για τα μέτρα και τις προθέσεις της και επιπλέον ότι ο  κόσμος δεν κατάλαβε στην καθημερινότητά του την ανάκαμψη της οικονομίας. Το πιο σημαντικό όμως που ακούστηκε ήταν ότι ο Σύριζα δεν επικοινώνησε (δηλαδή δεν ενημέρωσε σωστά) στο λαό, όσα κατάφερε και όσα δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του και ιδιαίτερα μετά τον Αύγουστο του 2018, που τυπικά η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια.
Σε αυτή τη ρητορική υπάρχουν δύο διαστάσεις ή δύο γενικές απόψεις για τις κατευθύνσεις της κοινής γνώμης. Η πρώτη διάσταση αφορά ένα γενικότερο κλίμα μηδενισμού τόσο της κοινωνίας σαν σύνολο όσο και του ατόμου σαν μονάδα. Τόσο η κοινωνία όσο και ο άνθρωπος είτε λόγω εποχής είτε λόγω γενικότερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών, δεν ενδιαφέρονται για το σύνολο αλλά λειτουργούν περισσότερο με γνώμονα το ατομικό τους συμφέρον. Η δεύτερη διάσταση επικεντρώνεται σε πιο ειδικά χαρακτηριστικά, που αφορούν τον τοπικό ή εθνικό πολιτικό πολιτισμό. Και οι δυο όμως αυτές διαστάσεις υπάρχουν και αναπαράγονται, γιατί εξυπηρετούν τη ρητορική της επόμενης μέρας. Ο «ηττημένος» και ο «νικητής» είτε κατηγορούν τον εαυτό τους είτε εξυψώνουν το «σοφό» λαό. Για δυο τρείς μέρες χαίρονται και λυπούνται αλλά πάντα στα μάτια του κόσμου μένει κάτι πολύ συγκεκριμένο. Μένει… ότι όλοι είναι ίδιοι… ότι όλοι κοιτάνε την καρέκλα… ότι όλοι είναι διεφθαρμένοι… ότι δεν υπάρχει δημοκρατία (σημειωτέων το «δεν υπάρχει δημοκρατία» ακούγεται μόνο όταν συζητιέται η λειτουργία της δικαιοσύνης και όχι για το αν λειτουργεί σωστά το πολίτευμα ή ο δημόσιος λόγος ή αν προσβάλλονται τα ανθρώπινα δικαιώματα κτλ.). Και όλα αυτά φυσικά στην καλύτερη διατύπωσή τους. Ο λαός αντιδρά εντονότερα κάθε φορά που παρακολουθεί μια διάχυτη προσποιητή συμπεριφορά στη δημόσια σφαίρα.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης αναφέρει κάτι πολύ ενδιαφέρον για την ευθύνη του λαού,  το οποίο εξηγεί για ποιο λόγο ο κόσμος έχει σχεδόν στην πλειοψηφία του την ίδια εντύπωση για την πολιτική και τους πολιτικούς. Αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι δημοκρατία σήμερα δεν υπάρχει πουθενά, αντίθετα τη διαχείριση της πολιτικής έχουν αναλάβει φιλελεύθερες ολιγαρχίες (σήμερα βέβαια έχουν μετατραπεί σε ακραίες νεοφιλελεύθερες ολιγαρχίες) σε όλες σχεδόν τις ονομαζόμενες προνομιούχες χώρες του δυτικού καπιταλισμού. Σε αυτές τις φιλελεύθερες χώρες ο όρος «φιλελεύθερος» χρησιμοποιείται  κυρίως για λόγους μάρκετινγκ παρά  για να δώσει περιεχόμενο σε μια ιδεολογική κατεύθυνση της πολιτικής ζωήςαλλά και του τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας. Είναι καθαρά ολιγαρχικές, μας λέει ο Καστοριάδης, παραχωρώντας ορισμένα δικαιώματα στους πολίτες, τα οποία στην πραγματικότητα είναι οι ίδιες οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης μέσα από αγώνες πολλών δεκαετιών.     
Αυτά τα δικαιώματα ή η επίφαση αυτών των δικαιωμάτων οδηγούν την κοινωνία στη σιγουριά. Σε μια σιγουριά που όμως οδηγεί… στην πολιτική απάθεια, στην ιδιωτικοποίηση, στην ανευθυνότητα, πολλές φορές στον πολιτικό κυνισμό και εν τέλει στην πλήρη αδιαφορία για τα κοινά και πολιτικά ζητήματα. Είναι μια γενικότερη στάση απέναντι στα ουσιαστικά ζητήματα της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, λέει ο Καστοριάδης, μιας αποχαύνωσης μέσα στο καταναλωτικό και τηλεοπτικό ορυμαγδό και την οχλαγωγία. Υπάρχουν όμως και πιο προφανείς λόγοι, που οδηγούν την κοινωνία στην απάθεια και την αδιαφορία και σίγουρα δεν είναι δική της ευθύνη. Είναι όμως αρκετοί αυτοί οι λόγοι, ώστε η κοινωνία να πιστεύει και να θεωρεί, ότι πραγματικά είναι εγκλωβισμένη και δεν υπάρχει δυνατότητα πραγματικής αλλαγής. Και εδώ ο Καστοριάδης θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Θεωρεί, ότι διείσδυσε μέσα στο λαό και στην εργατική τάξη η καπιταλιστική φαντασιακή σημασία, «η μύθωση» της επιστήμης, των ειδικών, δηλαδή αυτών που ξέρουν αυτό που στηρίζει την κεντρική πολιτική δομή της κοινωνίας και δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών. Με άλλα λόγια, η ιεραρχία καθορίζεται από το πόσο κάποιος παρουσιάζεται σπουδαγμένος, ειδήμων, γνώστης και η γνώμη του και η στάση του προβάλλονται ως «απόλυτο». Έτσι μια καταστροφή σαν αυτή της κρίσης κάνει το λαό, να αμφισβητεί την αξιοπιστία όλων αυτών των επαϊόντων, που έδειχναν μεν ικανοί αλλά στην πραγματικότητα ήταν υπεύθυνοι και υπαίτιοι όλων αυτών των δεινών, που υποτίθεται, ότι θα προλάβαιναν ή θα απέτρεπαν.   
Μέσα λοιπόν σε αυτό το γενικό κλίμα, που οδήγησε στην αδιαφορία και σίγουρα στην αποστροφή για την πολιτική και τους πολιτικούς, παρουσιάζονται και τα εργαλεία ή τα φερέφωνα μιας μετριότητας, που συνεχίζει να προσποιείται τη σπουδαιότητα. Αρχικά, στην πρώτη θέση ο λαός τοποθετεί το «οι ίδιοι και οι ίδιοι». Ο λαός βλέπει έναν νεποτισμό και μια οικογενειοκρατία, που τα μέλη της εναλλάσσονται το ένα το άλλο σε θέσεις εξουσίας. Μάλιστα ακούει τα ίδια αυτά μέλη, να μιλούν εναντίον και του νεποτισμού και της οικογενειοκρατίας. Εκεί για πρώτη φορά θα κλείσει την τηλεόραση. Επιπλέον, παρακολουθεί να παρελαύνουν από μπροστά του και να έχουν λόγο στη δημόσια σφαίρα, άνθρωποι που βρίσκονται ένα βήμα πριν την τρέλα, άνθρωποι που ωρύονται, άνθρωποι που χυδαιολογούν και παραληρούν αλλά και άλλοι, οι οποίοι με δήθεν νηφάλιο τρόπο απεραντολογούν και προσπαθούν να πείσουν την κοινωνία, ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Και αυτοί αντί να τύχουν φροντίδας και περίθαλψης… απλά εκνευρίζουν τον κόσμο. Εδώ ο λαός θα κλείσει την τηλεόραση για δεύτερη φορά.
Υπάρχουν επίσης και οι καιροσκόποι. Συνήθως είναι ακροδεξιοί, που διαστρεβλώνουν την κοινή λογική. Ο πολιτικός διάλογος είναι ένας διάλογος του παραλόγου. Σκοπός των ακραίων απόψεων είναι να εδραιωθούν και να απαξιώσουν κάθε σοβαρή κουβέντα που τεκμηριώνεται με επιχειρήματα. Απαξιώνουν με τον τρόπο αυτό την ουσία του πολιτικού διαλόγου. Αυτοί δεν διστάζουν να κοροϊδεύουν τον κόσμο μπροστά στα μάτια του δίχως  καμιά ντροπή, συστολή και φυσικά δίχως φιλότιμο, προκειμένου να επανέλθουν σε θέσεις εξουσίας. Σε αυτή την κατηγορία βρίσκονται αρκετά μέλη της ΝΔ, υπενθυμίζοντας σε όλους τη στάση του Ναζιστικού κόμματος της Γερμανίας πριν ακόμα ανέβει στην εξουσία (η ΝΔ έχει μακρά ιστορία σε χουντικούς, βασιλόφρονες και ακροδεξιούςόπως ο Μ. Μανωλάκος, ο Αλ. Παπαδόγγονας, ο Τ. Βυζοβίτης, ο Μιχαλολιάκος (Βασίλης), ο Γ. Καρατζαφέρης, ο Π. Ψωμιάδης, οι οποίοι έδωσαν τη σκυτάλη στη νέα γενιά των ακροδεξιών στελεχών, όπως ο Α. Γεωργιάδης, ο Μ. Βορίδης, ο Κ. Πλεύρης, ο Χρ. Σκαλούμπακας, ο Α. Αϊβαλιώτης και σίγουρα και άλλοι, που είναι γνωστοί κυρίως στις τοπικές κοινωνίες και παραμονεύουν, να έρθει η νεοφιλελεύθερη ακροδεξιά ΝΔ στην εξουσία, για να λερώσουν ακόμη μια φορά την κοινωνία με το λόγο και τη συμπεριφορά τους). Ο λαός βέβαια το καταλαβαίνει και θα κλείσει για τρίτη φορά την τηλεόραση. Τέλος, η κοινωνία βλέπει και σοβαροφανείς πολιτικούς αλλά και άλλους απατεώνες, που κατηγορούνται για ποινικές υποθέσεις. Αντί αυτοί να βρίσκονται στη φυλακή ή να απολογούνται για τις σοβαρές κατηγορίες που τους βαραίνουν, είναι ακόμα παρόντες στο δημόσιο λόγο, προστατευμένοι από το σύστημα της γραβάτας τους και φυσικά από τους νόμους του Ευάγγελου Βενιζέλου. Είναι η τέταρτη φορά που θα κλείσει ο λαός την τηλεόραση, γιατί η ατιμωρησία και η αδικία όχι μόνο εκνευρίζουν αλλά και εξαγριώνουν κάθε πολίτη.
Η πανουργία αυτού του πολιτικού λόγου έκανε την κοινωνία να κλείσει όχι μόνο την τηλεόραση αλλά και τα μάτια και τα αυτιά της μένοντας έτσι με την εντύπωση που δημιουργεί ο θόρυβος και ο εκνευρισμός. Κλείνοντας όμως τα πάντα η κοινωνία σταματά γενικότερα να ενημερώνεται. Είναι λοιπόν πολύ εύκολο να κατηγορήσει κανείς το λαό από την μια, γιατί δεν πήγε να ψηφίσει και από την άλλη γιατί οι περισσότεροι ψήφισαν Μητσοτάκη. Πρώτον κανένας δεν ψήφισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη και κανείς δεν ψήφισε τον μέχρι πρότινος αρχηγό του ΚΙΝΑΛ Ευάγγελο Βενιζέλο. Και οι δύο ήταν άφαντοι κατά την προεκλογική περίοδο, καθώς κανένας τους δεν άρθρωσε ουσιαστικό πολιτικό λόγο. Ακόμα όμως και να άρθρωναν, η κοινωνία δεν θα τους παρακολουθούσε. Η αδιαφορία όμως της κοινωνίας  για το παλαιό καθεστώς παρέσυρε και τον Σύριζα και τα άλλα κόμματα. Πώς είναι δυνατόν, να παρακολουθήσει κανείς αυτόν τον παραλογισμό, όταν η καθημερινότητα είναι τόσο βεβαρημένη όλα αυτά τα χρόνια; Οι κραυγές και ο απολιτικός λόγος μπορεί να εξυπηρετούσαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, τώρα όμως και τα τηλεοπτικά κανάλια και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί βλέπουν την τηλεθέαση και την ακροαματικότητά τους να πέφτουν, όταν υπάρχει οχλαγωγία, και αναζητούν πιο εμπεριστατωμένες και νηφάλιες τοποθετήσεις.  
Ο Σύριζα δεν πρέπει να αφήσει να πέσει κάτω τίποτα. Τίποτα να μην μείνει χωρίς απάντηση, αποσαφήνιση και διευκρίνηση. Θεωρώ, ότι οι θέσεις του Σύριζα πρέπει να γίνουν απόλυτα κατανοητές.  Η κοινωνία πρέπει πάλι να αποκτήσει ενδιαφέρον για τα κοινά, όχι μόνο να ακούει επιδερμικά τι έκανε η μια ή η άλλη κυβέρνηση. Αυτό θα επιτευχθεί μόνο ακούγοντας την αλήθεια… την πραγματική αλήθεια (η κοινωνία ξέχασε, ότι το τρίτο μνημόνιο το ψήφισαν και οι άλλοι, ή ότι το κόψιμο του ΕΚΑΣ ήταν ήδη ψηφισμένο από το Σαμαρά-Βενιζέλο ή και τους άλλους μνημονικούς νόμους που ισχύουν μεν αλλά δεν τους ψήφισε ο Σύριζα κτλ.). Γενικά, ο λόγος του πρέπει να εμπνέει σιγουριά και αποφασιστικότητα, ώστε η κοινωνία να μπορέσει να δει τη διαφορά. Ταυτόχρονα οφείλουν να υπενθυμίζουν με επιχειρήματα τι θα συμβεί στη χώρα, αν πάρουν την εξουσία οι ακραίοι. Παραδείγματος χάρη… το «ασφαλιστικό Πινοσέτ» ή το «μεταδημοκρατία» ακούγονται στον κόσμο, όπως ακούγονταν τόσα χρόνια όλοι οι ειδήμονες των νόμων, της οικονομίας, των θεσμών, της παιδείας, της υγείας, οι οποίοι κατέστρεψαν την χώρα. Αλλά και στο κάτω κάτω της γραφής, κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει την πολιτική ιστορία της Χιλής ή να έχει διαβάσει ή να έχει παρακολουθήσει διάλεξη του Colin Crouch.
Ο κόσμος δουλεύει όλη μέρα και δεν μπορεί να είναι κάθε στιγμή στο ίντερνετ αναζητώντας τι εννοεί ο τάδε ή ο δείνα για πράγματα που δεν κατανοεί. Θα τα ακούσει, θα τα προσπεράσει και τελικά δεν θα ενημερωθεί. Ούτε θα ασχοληθεί με τις μεγαλοστομίες και τις υπερφίαλες τοποθετήσεις του κάθε πολιτικού ή του κάθε δήθεν ειδικού, που βλέπει στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη τον μεγάλο ηγέτη και του γράφει και ποιήματα. Τέτοιου είδους δουλοπρεπείς, φαιδροί κόλακες κάποτε έλεγαν μαντινάδες στο Σαμαρά, για να πάρουν καμιά χρηματοδότηση.
Η κοινωνία θέλει σοβαρό διάλογο με σοβαρές προτάσεις από σοβαρούς ανθρώπους. Όλα τα άλλα ανήκουν στο πανούργο παλιό σύστημα, το οποίο πνέει τα λοίσθια και σιγά σιγά θα καταλάβει και η κοινωνία, ότι όλοι αυτοί είναι οι πραγματικοί εχθροί και υπονομευτές της. Έτσι θα επιστρέψει και θα συμμετάσχει σε όλες τις διαδικασίες, πράγμα το οποίο είναι ο μεγαλύτερος φόβος του Κυριάκου Μητσοτάκη, του Ευάγγελου Βενιζέλου και της Φώφης Γεννηματά και φυσικά όλων των παρασίτων και των επιχειρηματιών, που τους στηρίζουν.
Υ.Γ: Ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει το πραγματικό πρόσωπο και τις προθέσεις αυτών που εμφανίστηκαν ξανά στη δημόσια σφαίρα λίγο πριν τις εθνικές εκλογές. Ο Παύλος Πολάκης προκλήθηκε με απρεπείς χαρακτηρισμούς από ένα πρόσωπο που διετέλεσε πρύτανης σε ένα από τα σπουδαιότερα πανεπιστήμια της Γαλλίας, την κυρία Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Η απάντηση του Παύλου Πολάκη ήταν ευπρεπής και ακριβής κι ας «τραυλίζει» η ΝΔ, ότι τα βάζει με ανάπηρους και υπερήλικες ακαδημαϊκούς. Η κυρία Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν μας έχει συνηθίσει για την ακρίβεια των πολιτικών τοποθετήσεών της. Μια από τις δημόσιες παρεμβάσεις της κατά τη διάρκεια της κρίσης, στους «Πρωταγωνιστές» και το Σταύρο Θεοδωράκη, αφορούσε εμπιστευτικές συζητήσεις με ανώτατο αξιωματούχο (τον οποίο δεν μπορούσε να κατονομάσει), ότι η Ελλάδα μετά τον Σεπτέμβρη του 2013 θα καταστραφεί (δεν θα υπάρχει κράτος είχε πει χαρακτηριστικά). Είναι παρεμβάσεις επιπέδου Βασίλη Λεβέντη, ο οποίος και αυτός έχει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με ανώτατους αξιωματούχους με την Γερμανική και Αμερικανική Πρεσβεία. Και αυτή η παρέμβασή της τότε ήταν μέρος της γενικότερης τρομοκράτησης του ελληνικού λαού από τη συγκυβέρνηση υβρίδιο Σαμαρά-Βενιζέλου. Σε κάθε περίπτωση και τις δύο φορές που έγινε επίθεση στον αναπληρωτή υπουργό υγείας αλαζονεία, απρέπεια και αντικοινωνική συμπεριφορά δεν έδειξε ο Παύλος Πολάκης αλλά ο Στέλιος Κυμπουρόπουλος και η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ.
koutipandoras

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου