Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Ο Αλέφαντος και ο Κυρανάκης

Εφόσον ο Κ. Κυρανάκης είναι τόσο ρέκτης, ας δημοσιοποιήσει το κινητό του Κυριάκου Μητσοτάκη για να ασκήσουμε το δικαίωμα και την υποχρέωση της τηλεφωνικής επικοινωνίας
του Νίκου Πουλακίδα
Κάποτε ο Νίκος Αλέφαντος παραπονιόταν σε τηλεοπτική συνέντευξή του στην Έλλη Στάη "γιατί δεν βγαίνει στο τηλέφωνο ο Δούρος", ο οποίος, σύμφωνα με τον τότε προπονητή του Ολυμπιακού, είχε στερήσει από την ομάδα του το πρωτάθλημα και το κέρδισε ο Παναθηναϊκός. Βεβαίως τα πράγματα άλλαξαν από τότε και πλέον τα τηλέφωνα μοιράζονται δημοσίως στο messenger από τα στελέχη της Ν.Δ. που σχετίζονται με τη χούντα.
Έχει αξία ότι ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της Ν.Δ. Κώστας Κυρανάκης υποστηρίζει αυτή τη διαδικασία. Θεωρεί πως "το να παίρνει τηλέφωνο ο ψηφοφόρος σε πολιτικά γραφεία δεν είναι εκφοβισμός. Δεν είναι απλά δικαίωμα, είναι υποχρέωση".
Έτσι μπορεί ο πικραμένος οπαδός του Ολυμπιακού να τηλεφωνήσει στον διαιτητή Δούρο, να του πει τον πόνο του για το πρωτάθλημα και ο πικραμένος ψηφοφόρος του Κώστα Κυρανάκη να τηλεφωνήσει στους βουλευτές για να τους πει τον πόνο του για τη Μακεδονία (που έγινε Βόρεια Μακεδονία με τη συμφωνία των Πρεσπών).
Εφόσον όμως ο Κ. Κυρανάκης είναι τόσο ρέκτης, ας δημοσιοποιήσει το κινητό του Κυριάκου Μητσοτάκη για να ασκήσουμε το δικαίωμα και την υποχρέωση της τηλεφωνικής επικοινωνίας.
Αλλά αυτή είναι η γκροτέσκο πλευρά της πολιτικής της Ν.Δ. Την τελευταία εβδομάδα η Ν.Δ. έκανε πολύ σοβαρότερα πράγματα:
* Ζήτησε την κατάργηση της Εισαγγελίας Διαφθοράς. Ήταν μία βολική πρόταση του Άδωνι Γεωργιάδη προς τον Ανδρέα Λοβέρδο, που θα «βοηθήσει» ενδεχομένως να σταματήσει η έρευνα Τουλουπάκη πριν καταλήξει σε διώξεις.
* Υποστήριξε ότι «η Ελένη Τουλουπάκη δεν είναι μόνο εισαγγελέας. Είναι και πολιτικό πρόσωπο!». Το είπε ο Άδωνις Γεωργιάδης στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος.
* Τάχθηκε εναντίον της αλλαγής του άρθρου 86 του συντάγματος που αφορά την παραγραφή των αδικημάτων των υπουργών. Το είπε ο Μάκης Βορίδης λέγοντας ότι το άρθρο 86 είναι «σημειακή παρέμβαση» και «το έχω απαντήσει στη συνείδησή μου» ότι δεν πρέπει να αλλάξει, ακόμα και αν η Ν.Δ. συμφωνεί με τον ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον δεν αλλάξουν τα άλλα άρθρα που θέλει η Ν.Δ.
Συμπέρασμα: Μέσα σε μια εβδομάδα η Ν.Δ. ανοίγει τις πόρτες στις παρακρατικές συμπεριφορές, παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη, επιτίθεται ονομαστικά σε δικαστικό λειτουργό, προετοιμάζεται να εμποδίσει την κατάργηση της σύντομης παραγραφής των αδικημάτων των υπουργών. Το λες και Δεξιά αυτό το πράγμα.
αυγη

Η Συμφωνία των Πρεσπών και η Μικρασιατική Καταστροφή των Ιερών Μυώπων και Τυφλών



Συντάκτης: Παναγιώτης Γεωργουδής
Η τραγωδία της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922 «σημάδεψε» με τρόπο καταλυτικά αρνητικό την πορεία του Ελληνισμού,- είναι βέβαια ξεχωριστή συζήτηση η ορθότητα επιλογής της Μικρασιατικής εκστρατείας-, δημιούργησε βαθιά τραύματα και επετείους μνήμης αλλά δεν «διαβάστηκε» ως έπρεπε από τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις που δημιούργησαν την καταστροφή, το διαχρονικό πολιτικό συμπέρασμα του συγκλονιστικού αυτού γεγονότος.
Οι μεγάλες Δυνάμεις της Δύσης (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) με τα συντεταγμένα στρατηγικά συμφέροντα της εποχής εκείνης, απαίτησαν η Ελλάδα να συνταχθεί μαζί τους, με βάση την πολιτική προσωπικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Η Δεξιά του Κυρίου τότε με επικεφαλής τον εχθρό της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, Βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄, Γερμανόφιλο και καταπατητή του Συντάγματος σε καίρια πολιτική στιγμή, ανέτρεψε πραξικοπηματικά αρχικά τον Βενιζέλο από νόμιμο πρωθυπουργό το 1915, τοποθετώντας στην θέση του τον Αλ. Ζαίμη.
Mετά και την απρόσμενη εκλογική ήττα του Βενιζέλου το 1920, αλλάζοντας στρατόπεδο στρατηγικής της χώρας η Δεξιά, με τους Γερμανούς, είχε ως συνέπεια οι Μεγάλες Δυνάμεις να αλλάξουν άρδην πολιτική στηρίζοντας τον Μουσταφά Κεμάλ και όχι την Ελλάδα. Αποτέλεσμα μια πρωτοφανής ιστορική τραγωδία.
Στον διχασμό που πραγματοποιήθηκε για μικροκομματικούς ωφελιμιστικούς λόγους συμμετείχε ενεργά και ο εκκλησιαστικός μηχανισμός, υπέρ του πολιτικού μύωπα βασιλιά Κωνσταντίνου Α’, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Θεόκλητο Α΄, ο οποίος πρωτοστάτησε στο περίφημο «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου.
Η τότε Δεξιά του Κυρίου με επικεφαλής έναν πολιτικά «μύωπα» βασιλιά, έναν «τυφλό» Αρχιεπίσκοπο που κομματικοποίησε την Εκκλησία και την μετέβαλε σε στρούγκα πολιτικού μίσους παρεκτρεπόμενος θεσμικά, αντί να είναι η ηθικοπνευματική νηφάλια δύναμη ενότητας, επέφεραν την πλήρη καταστροφή.
Από την περίοδο του 1922 τα στρατηγικά εθνικά συμφέροντα μόνο τώρα συμπίπτουν με τις δυνάμεις της Δύσης και εναντιώνονται στην Τουρκία, τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο όσο και στο λεγόμενο Μακεδονικό ζήτημα που αφορά όμως το ευρύτερο πλέγμα σχέσεων των Βαλκανίων.
Για μια ακόμη φορά η σημερινή Δεξιά του Κυρίου μαζί με λίγες δυνάμεις του ΚΙΝ.ΑΛΛ, για λόγους καθαρά ωφελιμιστικούς και αρκετούς «τυφλούς» στην κυριολεξία μητροπολίτες από ζητήματα πολιτικής στρατηγικής, που έχουν αντικαταστήσει το ηθικοπνευματικό λειτούργημά τους με την κομματική Ακροδεξιά πρακτική, πάντα με το... υπερπατριωτικό αζημίωτο της πίσω πόρτας, σηκώνουν αντιδραστικά λάβαρα ενάντια στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που πράττοντας σοφά για τα μακροπρόθεσμα εθνικά συμφέροντα της χώρας συγκλίνει μαζί με τις Δυνάμεις της Δύσης από μια αφετηρία αυτόνομης εθνικής στρατηγικής.
Απαιτεί λοιπόν για μια ακόμα φορά η Δεξιά του Κυρίου με νεοφιλελεύθερο, μεταμοντέρνο λόγο συνεργαζόμενο με την Ακροδεξιά να πορευθεί η Ελλάδα στον γκρεμό.
Ο κ. Μητσοτάκης σαφώς γνωρίζει το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος και το διεθνές αδιέξοδο των επιλογών του, όντας όμως αιχμάλωτος ενός αντιδημοκρατικού ισχυρού ρεύματος του κόμματός του, χωρίς στρατηγική προσωπικότητα βάθους σύρεται για λόγους μικροκομματικούς στον βυθό, έστω και αν υποστηρίζει στο εξωτερικό τα ακριβώς αντίθετα από τα εθνικιστικά εσωτερικά καταστροφικά κακαρίσματά του.
Η κ. Μπακογιάννη και οι άλλοι φιλελεύθεροι Νεοδημοκράτες θα πορευθούν με τον καταστροφικό εθνικισμό; Παγιώνεται έτσι μία ευρεία Ακροδεξιά συνείδηση ενάντια στα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας και στην ουσία της Δημοκρατίας των πολιτών σε μια ιστορική συγκυρία που η Ακροδεξιά στην Ευρώπη φουντώνει. Στοιχείο το οποίο συμπλέκεται με τις επενδυμένες επιλογές της Μεταδημοκρατίας που έφεραν τα Μνημόνια, από τα ωφελισμιστικά Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης συγκεκριμένων πλουτοκρατών και πολιτικών βαρόνων με σκληρά οικονομικά συμφέροντα.
Το ίδιο πράττει και η κ. Γεννηματά, η οποία έχει αναγάγει τόσο την πολυσήμαντη συμφωνία των Πρεσπών, όσο και την κάλυψη των σκανδάλων που μετέχουν κορυφαία στελέχη του πρώην ΠΑΣΟΚ σε δικό της υπαρξιακό πολιτικό πρόβλημα και του χώρου της, αντί να ελευθερωθεί από τον ζυγό των κ. Βενιζέλου, Λοβέρδου και λοιπών ακολούθων του κ. Σαμαρά και να χαράξει μια αυτοτελή πολιτική γραμμή για μια καινούργια σελίδα των Αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, την οποία θα καρπωθεί, αυτοβυθίζεται στο τέλμα.
Είναι σαφές πως η στρατηγική αντίληψη των διεθνών συμφερόντων από την Ανατολική Μεσόγειο με βάση τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων, -που δίδουν θεμελιώδη βαρύτητα στην Κύπρο και στην Ελλάδα-, έως τα Βαλκάνια με άξονα την επίλυση του λεγόμενου Μακεδονικού είναι μία ενιαία ολότητα η οποία δεν σηκώνει διάσπαση και διαχωρισμό.
Ήδη με τις γενναίες εσωτερικές Συνταγματικές αλλαγές και τις βαρυσήμαντες δηλώσεις που πραγματοποίησε ο κ. Ζάεφ στην «Εφ.Συν» αναγνωρίζει τον ηγετικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων στην Ελλάδα, στοιχείο ανατρεπτικό για την επικρατούσα κατάσταση μέχρι τώρα αφού αυτόν τον ρόλο τον είχε η Τουρκία εκπαιδεύοντας ακόμα και τον στρατό της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας, που μαζί με τις ισχυρές οικονομικές επενδύσεις της, είχε περικυκλώσει τη χώρα μας.
Η τομή που δημιουργεί η Συμφωνία των Πρεσπών στα γεωπολιτικά στρατηγικά συμφέροντα της χώρας μας καθώς και στην αποτίναξη εθνικιστικών και ρατσιστικών αντιλήψεων για την ισότιμη συνεύρεση των Βαλκανικών λαών είναι ιστορικής σημασίας.
Ο κάθε βουλευτής τώρα αναλαμβάνει προσωπικά το βάρος μιας ιστορικής ευθύνης των εθνικών συμφερόντων της χώρας.
Εκτός από την Δεξιά του Κυρίου, το ΚΙΝ.ΑΛΛ, η εμμονή του ΚΚΕ να ετεροκαθορίζεται όχι από αυτόνομη πολιτική στρατηγική των συμφερόντων της χώρας και των λαικών στρωμάτων της αλλά κατά πόσο τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, που βεβαίως είναι ιμπεριαλιστικές, συμπίπτουν σε αυτή την φάση με τα δικά μας , είναι μοναδική. Εκτός και μπορεί να υπάρξουν μεταφυσικές συμφωνίες πέραν του δεδομένου πολιτικού συσχετισμού δύναμης.
efsyn

Συμφωνία των Πρεσπών και δημοκρατικός πατριωτισμός


του Κωστή Παπαιωάννου
Είχε δίκιο ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης όταν είπε το 1993 την εμβληματική φράση πως το όνομα που θα λάβουν τα Σκόπια δεν έχει μεγάλη σημασία, γιατί κανείς δεν θα το θυμάται σε 10 χρόνια; Σε πρώτη ανάγνωση δεν είχε δίκιο. 26 χρόνια μετά ακόμα συζητάμε για το όνομα. Επί της ουσίας όμως πιστεύω πως είχε. Εάν είχε κλείσει τότε η υπόθεση με αμοιβαία κοινή ονομασία σήμερα θα αποτελούσε ένα επεισόδιο της πρόσφατης ιστορίας και μάλιστα επεισόδιο μάλλον έλασσον.
Όμως τα πράγματα πήραν άλλο δρόμο. Και έχει σημασία να ανατρέξει κανείς στην πορεία αυτών των 30 ετών για να αντλήσει χρήσιμα μαθήματα πώς διαπράττονται τα μεγάλα λάθη. Συχνά δεν είναι η μεγάλη απόφαση μιας στιγμής αλλά μια ακολουθία μικρών λαθών, ή ούτε καν αυτό, είναι ένα άθροισμα στιγμών στις οποίες, κι αν δεν γινόταν το λάθος, πάντως δεν γινόταν το σωστό. Μια διολίσθηση στο μη σωστό είναι αυτά τα 30 χρόνια, μια διαρκής βύθιση στο φαντασιακό, μια διαρκής ανεπάρκεια, μια αδυναμία του πολιτικού συστήματος, των ΜΜΕ, της πνευματικής ηγεσίας, των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, της κοινωνίας των πολιτών να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Αντ’ αυτού επιλέξαμε τον μύθο, την ψευδαίσθηση, την εναλλακτική πραγματικότητα.
Έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά, δεν έχω εγώ να εισφέρω στην καταγραφή των γεγονότων. Επιλέγω όμως εισαγωγικά δυο επισημάνσεις. Η μία αφορά τον μοιραίο άνθρωπο σε αυτή την ιστορία, τον νέο και φιλόδοξο τότε ΥΠΕΞ που επέδειξε πολλά από τα αρνητικά γνωρίσματα αρκετών βαλκάνιων ηγετών του μετακομμουνιστικού κόσμου. Φούσκωσε και καβάλησε το ρεύμα του αναδυόμενου εθνικισμού, ποντάρισε στο αδιέξοδο, επέλεξε τον ρόλο της Ιφιγένειας, αποπέμφθηκε γιατί η πολιτική του ήταν, όπως ειπώθηκε στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον ΠτΔ, «χορός του Ζαλόγγου», βγήκε από το ψυγείο της πολιτικής εξορίας και περιφέρεται ως τιμητής στα ερείπια του Μακεδονικού.
Το δεύτερο σημείο στο οποίο θέλω να σταθώ είναι η ακατανόητη σιωπή πρώην πρωθυπουργών που χειρίστηκαν το θέμα. Προξενεί θλίψη πως σήμερα, με την λύση του ζητήματος μπροστά μας, δεν θεωρούν σκόπιμο να καταθέσουν με παρρησία τη γνώμη τους, να εισφέρουν στο δημόσιο διάλογο, να αναμετρηθούν με την ευθύνη που προκύπτει από τη θεσμική τους θέση. Πιστεύω ότι αυτή η φυγή τους από την αναμέτρηση με την ατομική ευθύνη θα κριθεί αυστηρά από τον ιστορικό του μέλλοντος. 
Το Μακεδονικό είναι μια πληγή. Είναι όμως και πολιτικό εργαλείο. Υποστηρίζω σταθερά πως το Μακεδονικό είναι μια μεγάλη επιχείρηση με τεράστια κέρδη, πολιτικά και οικονομικά. Το Μακεδονικό έφτιαξε πολιτικές και εκκλησιαστικές καριέρες. Το Μακεδονικό κατέστησε την εκκλησία συνδιαμορφωτή της εξωτερικής πολιτικής, οδήγησε σε ακόμα πιο σφιχτό εναγκαλισμό με το κράτος και με την έννοια αυτή με κάποιον τρόπο προετοίμασε τη μάχη των ταυτοτήτων.
Το μακεδονικό εξέθρεψε την trash αισθητική, ένθεν κακείθεν των συνόρων. Μας γέμισε Μεγαλέξανδρους και Βουκεφάλες. Στα καθημάς «καρατζαφεροποίησε» το δημόσιο διάλογο. Ανέδειξε τηλεαστέρες της βαλκανικής ομφαλοσκόπησης και των θεωριών συνωμοσίας. Μετακίνησε τον άξονα της πολιτικής ζωής προς τα δεξιά, έφερε με τρόπο τοξικό και διαιρετικό στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων τα ζητήματα εθνικής ταυτότητας. Άνοιξε έναν επικίνδυνο δρόμο στα θέματα που επιτρέπεται να τίθενται σε δημόσιο διάλογο. Έτσι τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» καθίστανται θέματα ευαίσθητα στα οποία επικρατεί ένα καθεστώς εξαίρεσης: δεν χωράνε ιδεολογικές ή απλώς πραγματιστικές προσεγγίσεις, ακόμα και η πιο ήπια αποκλίνουσα άποψη μπορεί να ξεσηκώσει «οργή λαού». Πρόκειται για τοτεμοποίηση των «εθνικών θεμάτων» που πρέπει υποτίθεται να μας ενώνουν και στην αντίθετη περίπτωση όποιος διαφωνεί σωπαίνει. Στη λογική του εθνικού συμφέροντος ευθυγραμμίστηκε κάθε φωνή και κατεστάλησαν ακόμα και με ποινικές διώξεις οι λίγοι που τότε τόλμησαν να ψελλίσουν το αυτονόητο. Με την αναγωγή των θεμάτων αυτών σε «εθνικά θέματα», η (Ακρο)Δεξιά διαρκώς συσσωρεύει πολιτικό κεφάλαιο, όντας ο αυθεντικός εκφραστής μιας θεόθεν εκπορευόμενης επιταγής: στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής δε χωράνε ιδεολογικές αναγνώσεις, στα ζητήματα εθνικής ταυτότητας δε χωράνε επιστημονικές απόψεις, η επιστήμη υποτάσσεται στην εθνική ορθότητα. Η αλήθεια έχει χαραχτεί στο γρανιτένιο βράχο της Ιστορίας (με γιώτα κεφαλαίο) άπαξ και διαπαντός.
Με λίγα λόγια, το Μακεδονικό επανανομιμοποίησε την Ακροδεξιά, για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση. Έγινε κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Λίγοι θυμούνται ότι στο μακεδονικό συλλαλητήριο της 10ης Δεκεμβρίου 1992 μια ομάδα ροπαλοφόρων έκανε οργανωμένες επιθέσεις στο κέντρο της Αθήνας αφήνοντας πίσω της αντιπάλους –ανθρώπους που επέλεγε με κριτήριο την εμφάνιση- βαριά τραυματίες στα πεζοδρόμια. Ήταν η ΧΑ που αποφάσισε να ξεπλύνει το ναζιστικό στίγμα και να ανοιχτεί στα πελάγη του αναδυόμενου εθνικισμού. Σε αυτά τα πελάγη πλέει και σήμερα, ιδίως όσο στριμώχνεται από την επικείμενη ετυμηγορία για τις εγκληματικές της δραστηριότητες. 
Το Μακεδονικό καλλιέργησε συλλογικά σύνδρομα, παρόξυνε την εθνική αυτοθυματοποίηση, επιτάχυνε την αποκοπή από τη διεθνή πραγματικότητα. Στον τόπο μας φούντωσε ένας ιδιότυπος «αμυνόμενος μεγαλοϊδεατισμός». Οι πλατείες σείστηκαν από το μυριόστομο σύνθημα «Ο γιαλός είναι στραβός, εμείς καλά αρμενίζουμε». Όσοι ανέβαιναν στην εξέδρα χτυπούσαν τα πλήθη γλυκά στην πλάτη: «Δεν πα’ να τη λένε όλοι Μακεδονία, μη τους ακούς. Εμείς θα κλείνουμε τα αυτιά μας. Θα σπαταλήσουμε διπλωματικό κεφάλαιο, θα κάνουμε πείσματα, θα αποσυρόμαστε από καλλιστεία και τουρνουά σκακιού, θα σβήνουμε τα αρχικά της ακατονόμαστης χώρας από την οθόνη σου όταν θα βλέπεις μπάσκετ, θα τους κρατάμε μούτρα, θα κάνουμε μποϊκοτάζ στο ένταμ και εμπάργκο στο πετρέλαιο. Θα καταψηφίζουμε στη Γιουροβίζιον. Θα γεμίζουμε ψησταριές και ΚΤΕΛ με αστέρια της Βεργίνας. Θα μιλάμε με δάκρυ στη φωνή, θα τεντώνουμε ορθόδοξα τόξα».
Συλλαλητήρια, εθνικοπατριωτικός οίστρος και έξαρση. Κι από την άλλη πλευρά των συνόρων, αυτοεκπληρούμενη και ανατροφοδοτούμενη προφητεία: οι εθνικιστές στην εξουσία των Σκοπίων κι οι δρόμοι τους μια Ντίσνευλαντ κιτσάτου εθνικισμού.
Ακούμε σήμερα πάλι τις ίδιες φωνές: να μη δεχτούμε, να βάλουμε βέτο. Ώσπου να μη μείνει καμιά χώρα που να μην τη λέει νέτα σκέτα Μακεδονία. Επαναλαμβάνω, υπάρχει ευαισθησία σε τμήματα του πληθυσμού ανάμικτη με αφέλεια και εθελοτυφλία. Όμως κινούν αίτιο είναι και οι Μακεδονομάχοι ΑΕ, η επιχείρηση που από το 90 παρουσιάζει μόνο κέρδη κάνοντας εμπόριο πατριωτισμού.

Έχουμε μπροστά μας ένα πλαίσιο συμφωνίας σχετικά ισοβαρές και συνεκτικό με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Η Αθήνα αποσπά αλλαγή του ονόματος με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι όλων (με ασφαλιστικές δικλίδες τη συνταγματική αναθεώρηση και την ψήφιση από τη Βουλή των Σκοπίων) . Τα Σκόπια κρατούν το στοιχειώδες, την ονομασία/ταυτότητα του λαού. Εξάλλου, η συμφωνία θα είναι βιώσιμη μόνο αν δεν πιέζει αβάσταχτα τη μια πλευρά και δεν τροφοδοτεί υπέρμετρα τους εθνολαϊκιστές της.
Έστω, λοιπόν, με την πίεση του διεθνούς παράγοντα, έστω για λόγους ευρύτερης γεωστρατηγικής, άνοιξε  η προοπτική επίλυσης ενός ζητήματος που από καιρό κακοφορμίζει. Η συγκυρία είναι μοναδική. Αφ’ ενός δύσκολα θα ξαναβρούμε Ζάεφ. Αφ’ ετέρου δύσκολα θα ξαναβρούμε ελληνική κυβέρνηση να κινηθεί παρά τη βούληση του Βουκεφάλα, των ιεραρχών και των ενώσεων εφέδρων που εννούν να ασκούν εξωτερική πολιτική. Χωρίς συμφωνία, το Μακεδονικό θα συνεχίσει να επιδρά τοξικά και οι θιασώτες του τέλματος θα έχουν πάρει την παρτίδα.
Αντιμετωπίζουμε μια μεγάλη πρόκληση. Δεν νοείται υποχώρηση. Δεν υπάρχει άλλο διπλωματικό κεφάλαιο για κάψιμο, τυχόν υπαναχώρηση θα το εξαντλήσει με τρόπο βίαιο. Δε μπορούμε άλλο πια να καταγγέλλουμε τον αλυτρωτισμό των άλλων με το ανακριβές, ανιστόρητο και -στα αυτιά των τρίτων- αλυτρωτικό: «Η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική». Επιτέλους, ας αναγνωρίσουμε ότι η διεθνής διπλωματική και επικοινωνιακή εκστρατεία για την ελληνικότητα της Μακεδονίας ήταν μια θηριώδης πατάτα. Παγιδευτήκαμε σε μια στρατηγική εσωτερικής κατανάλωσης. Αν υπογραφεί συμφωνία, η υπόθεση διασώζεται. Αν όχι, θα έχουμε εφαρμόσει υποδειγματικά τέτοια στρατηγική εγκλωβισμού στο αδιέξοδο που στο μέλλον θα διδάσκεται στις διπλωματικές ακαδημίες. Αν όχι, ο χορός του Ζαλόγγου που λέγαμε νωρίτερα θα ολοκληρωθεί.
Το Μακεδονικό είναι και ένας τρόπος να δούμε πόσο βαθιά, όχι μόνο δημοσιονομική, είναι η κρίση που μας μαστίζει. Δείγμα βαθιάς κρίσης ο διπλός λόγος. Διπλός ο λόγος πολλών μελών του πολιτικού προσωπικού στις ιδιωτικές τους συζητήσεις και στις δημόσιες τοποθετήσεις. Πρέπει να συμφωνήσουμε αλλά δε μπορούμε να το πούμε στο λαό. Αυτό ακούμε χρόνια τώρα. Το ακούμε και τώρα, κάντε το εσείς, εμείς δε μπορούμε να μιλήσουμε. Διπλός ο λόγος της ραχοκοκαλιάς του διπλωματικού σώματος που έβλεπε το αδιέξοδο αλλά δεν το διατύπωσε ποτέ. Διπλός ο λόγος εντός και εκτός συνόρων. Είναι καινοφανές το φαινόμενο, οι δύο παραδοσιακοί σχηματισμοί που αντανακλούν στην Ελλάδα τη σοσιαλδημοκρατία και τη χριστιανοδημοκρατία, στο ζήτημα του μακεδονικού να αφίστανται πλήρως από τις θέσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών τους ομάδων.  Δείχνει αυτό μια βαθιά κρίση ταυτότητας.
Βαθιά κρίση και το γεγονός ότι οι κήρυκες ενός «δρεπανηφόρου αντιλαϊκισμού» που κόβει ό, τι προεξέχει σε άλλα θέματα, σε τούτο εδώ το θέμα εμπορεύονται τον πιο αγοραίο λαϊκισμό. Κοιτάζει κανείς τις μεγάλες κυρίες του αστικού μας τύπου και δεν πιστεύει στα μάτια του.
Η συμφωνία είναι ένα στοίχημα γιατί ανοίγει την προοπτική κάποιας μετατόπισης του πολιτικού άξονα. Η διαρκής διολίσθηση προς τα ακροδεξιά έφερε τα τελευταία χρόνια διάφορες εκφάνσεις της να έχουν σταθερά θέση στις κυβερνήσεις ως σήμερα. Αυτό μπορεί να λάβει τέλος με την αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη γύρω από ερωτήματα υπαρξιακά για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εθνικό μας βηματισμό. Είναι φυσικά θλιβερό δείγμα της κρίσης το ότι έφτασε να εξαρτάται η εξέλιξη της Συμφωνίας εν μέρει από τον κ. Καμμένο. Ας αναλογιστούμε πώς φτάσαμε εδώ. Αλλά είναι επίσης δείγμα της βαθιάς, δομικής κρίσης μείζονος και ελάσσονος αντιπολίτευσης να χρησιμοποιούν ως φύλλο συκής για την ανεπάρκειά τους τον κ. Καμμένο.
Η αυξημένη ευαισθησία πολλών ανθρώπων απέναντι στο ζήτημα αυτό πρέπει να είναι σεβαστή και εμείς που θέλουμε την επίλυση του ζητήματος δεν πρέπει να τους απαξιώνουμε χαρακτηρίζοντάς τους συλλήβδην ως εθνικιστές. Είναι τεράστιο σφάλμα και χαρίζει έναν κόσμο ολόκληρο στις δυνάμεις του αντικοινοβουλευτισμού. Από την άλλη, νομίζω ότι όλοι μας, σε όποια πλευρά και να τασσόμαστε σε αυτή την υπόθεση, έχουμε πάρα πολύ μεγάλη ευθύνη ποιος είναι δίπλα μας. Και στην πλευρά των αντιτιθέμενων, δυστυχώς, έχουν μαζευτεί πάρα πολλοί που κάνουν πολιτικό κοντραμπάντο με το μακεδονικό, με τρόπο επικίνδυνο.
Εν κατακλείδι. Η Συμφωνία δίνει φωτεινή προοπτική σε έναν ορίζοντα βαρύ. Η ελπίδα να κλείσει θετικά δημιουργεί πολλαπλές θετικές προοπτικές για τις δύο χώρες και γενικότερα για την περιοχή των Βαλκανίων. Τα Βαλκάνια, άλλωστε, παρουσιάζουν κύκλους γεωπολιτικής αστάθειας με ανοιχτές εστίες αμφισβητήσεων  και εθνικισμών. Επιπλέον, η επικύρωση της συμφωνίας στέλνει θετικό σήμα, σε περίοδο ανόδου της εθνικιστικής περιχαράκωσης και της εσωστρέφειας των ευρωπαϊκών κρατών. Η συμφωνία απεγκλωβίζει Ελλάδα και πΓΔΜ από μια διένεξη τριών δεκαετιών, η οποία τοξικά λειτούργησε για τις δύο κοινωνίες, συσσωρεύοντας ένα φορτίο έντασης, καχυποψίας, εθνικής μνησικακίας, και αυτοοικτιρμού. 
Και πάντως, στα καθ’ ημάς, όλοι μας και πρωτίστως οι βουλευτές καλούνται να αποφασίσουν σε ποια πλευρά της Ιστορίας θέλουν να βρεθούν. Υπάρχει η πλευρά της περιχαράκωσης, της εθνικής μεμψιμοιρίας, του βαλκανικού επαρχιωτισμού. Υπάρχει και η πλευρά των ανοιχτών οριζόντων. Της αναμέτρησης με το μέλλον. Είναι η πλευρά του δημιουργικού, δημοκρατικού πατριωτισμού. Οι καιροί είναι πονηροί, το επόμενο διάστημα θα απαιτήσει ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση και αποφασιστικότητα. Θα δεχτούμε επιθέσεις και προκλήσεις. Οι Μακεδονομάχοι ΑΕ δε θα μείνουν αδιαμαρτύρητα χωρίς δουλειά. Η Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να αναδιατάξει και να διαμορφώσει το σκηνικό με νέους συσχετισμούς. Και πάντως, ακόμα και όσοι καταψηφίσουν τη Συμφωνία, είτε για λόγους συνείδησης είτε για λόγους μόνο αντιπολιτευτικούς, ας το κάνουν με επίγνωση του μείζονος διακυβεύματος. Αν έχουν σωφροσύνη, θα κρατήσουν αποστάσεις από φωνές περί μειοδοσίας που στο παρελθόν οδήγησαν σε εθνικούς διχασμούς. Και ελπίζω, έστω μόνοι με τον εαυτό τους, το βράδυ πριν κοιμηθούν, να ευχαριστούν τον Ύψιστο που άλλος αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος για τον τραγέλαφο που δημιούργησαν.
tvxs

Με ποιους θα πας;



γράφει η @ai_Katerina
Όταν το 2011 ο ΣΥΡΙΖΑ, με ένα δημοσκοπικό ποσοστό που κινούνταν στο 4%, λαβωμένος από μια διάσπαση, απεύθυνε προσκλητήριο στις προοδευτικές δυνάμεις για τη συγκρότηση μετώπου Κυβερνώσας Αριστεράς, καμία πολιτική ηγεσία δεν ανταποκρίθηκε.
Καμία πολιτική ηγεσία δεν συζήτησε καν αυτή τη πρόταση. Μάλιστα το προσκλητήριο λοιδορήθηκε από την καθεστωτική  δημοσιογραφία ως «μεγαλοϊδεατισμός» ενός μικρού κόμματος.
Στο προσκλητήριο όμως αυτό, ανταποκρίθηκε η προοδευτική και αριστερή πλειοψηφία του Ελληνικού λαού. Την πρόταση αυτή την αγκάλιασε, την ενστερνίστηκε και την υλοποίησε  η ελληνική κοινωνία.
Τα κόμματα δεν είναι άδεια πουκάμισα, δεν είναι μουσειακά είδη που έχουν κάποιου είδους αυταξία, πέραν της ιστορικής.  Κόμματα που δεν διαθέτουν πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο αχρηστεύονται.  Όχι γιατί κάποιοι συνωμοτούν για την καταστροφή τους, αλλά γιατί η Δημοκρατία είναι η εξ’ ορισμού πολιτική διαδικασία συγκρούσεων κοινωνικών δυνάμεων και κοινωνικών συμφερόντων.
Η ερώτηση «με ποιους θα πας» στην πολιτική δεν είναι ρητορική. Ρωτά ευθέως ποια κοινωνικά συμφέροντα θα υπηρετήσεις. Και η απάντηση οφείλει να είναι εξ ίσου ευθεία.
Τα ευφυολογήματα των «ίσων αποστάσεων» εξαντλούνται στα τηλεοπτικά πάνελς και στα νον πέηπερ.
Στα συντρίμμια του ΠΑΣΟΚ, που αποφάσισε να γίνει η Δεξιά στη θέση της Δεξιάς, φύτρωσαν πολλά σχήματα, κόμματα, αποκόμματα, κινήσεις και μετακινήσεις.  Κάποια από αυτά  επιχείρησαν να απευθυνθούν στους προοδευτικούς και αριστερούς πολίτες. Φυλλορρόησαν και κατέρρευσαν.
Κατέρρευσαν γιατί δεν είχαν την παραμικρή κοινωνική γείωση και γιατί δεν απάντησαν πότε καθαρά στο ποια είναι η κοινωνική προοπτική στην οποία προσβλέπουν. Ποια είναι η πρόοδος και ποια η συντήρηση. Τι σημαίνει μπροστά.
Ο πολίτης ενδιαφέρεται να μάθει αν θα ντυθείς παρανυφάκι  στο γάμο της ακροδεξιάς με νεοφιλελευθερισμό ή θα συνταχθείς με την προάσπιση του κοινωνικού κράτους, των εργασιακών δικαιωμάτων, της αναδιανομής και  εν τέλει της κοινωνικής ευημερίας. 
Η Συμφωνία των Πρεσπών ήρθε να φωτίσει ακόμη περισσότερο το θόλο τοπίο της συντήρησης που φόρεσε λεοντές προοδευτισμού. Ένας «πατριωτισμός» ποτισμένος με  εθνικισμούς, ταϊσμένος με  σωβινισμούς, που χαϊδεύει γοργόνες, Μεγαλέξανδρους και Βουκεφάλες.
Και που για μια ακόμη φορά δίνει την ευκαιρία στη κοινωνία να ξεπεράσει κομματικές γραμμές και να ορίσει τις δικές της.
Γιατί η κοινωνία γυρίζει τη πλάτη στον εθνικολαικισμό που αρνείται την βαλκανική ταυτότητα της χώρας, που παραβλέπει την ιστορική συνύπαρξη των βαλκανικών λαών και πολιτισμών τους, επί αιώνες, κάτω από την Ρωμαϊκή, την Βυζαντινή και την Οθωμανική αυτοκρατορία,  την κοινή κουλτούρα που καθόρισαν ο γεωγραφικός χώρος, οι παραδόσεις, η ιστορία, τα μνημεία. Αυτή που σημαδεύτηκε με το αίμα και τον πόνο των εθνικισμών στο γύρισμα του 20ου αιώνα. Αυτού του τόπου που έγινε πατρίδα με εκούσιες και ακούσιες μετακινήσεις και ανταλλαγές πληθυσμών, αυτού  του μεγάλου χωνευτηριού ανθρώπων και πολιτισμών. 
Κι είναι ιστορική η ευκαιρία και ιστορικό το ζητούμενο για  τα Βαλκάνια να πάψουν να λειτουργούν ως πυριτιδαποθήκη και να γίνουν πυλώνας σταθερότητας και συνανάπτυξης. Κι είναι ιστορική η εύκαιρα για τον τόπο μας να αποκτήσει τον ρόλο που του αξίζει.
Και σε αυτό το πεδίο άσκησης πραγματικού πατριωτισμού απέναντι στον εθνικισμό, όπως ακριβώς και στο πεδίο των κοινωνικών κατακτήσεων απέναντι στον κοινωνικό δαρβινισμό, δεν χωρούν ίσες αποστάσεις.
Αποφασίζεις με ποιον θα πας και ποιον θα αφήσεις. Με τους πατριδοκάπηλους ή με τους πατριώτες. Τόσο απλά.
koutipandoras

ΣΥΡΙΖΑ χωρίς ΑΝΕΛ



Προς το παρόν, ας σημειώσουμε ότι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ διέκοψαν τη συνεργασία τους και επανήλθε ο καθένας στη φυσική του θέση
του Νίκου Σαραντάκου
Προχτές, την Κυριακή, ο Πάνος Καμμένος, αρχηγός του ελάσσονος κυβερνητικού εταίρου και Υπουργός Αμύνης, αφου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό, δήλωσε ότι το κόμμα του αποχωρεί από την κυβερνηση -με αποτέλεσμα ο Αλέξης Τσίπρας να κινήσει τη διαδικασία για να ζητησει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, αφού, χωρίς τους ΑΝΕΛ, ο ΣΥΡΙΖΑ μένει στους 145 βουλευτές.
Το σημείο τριβής, φυσικά και όπως αναμενόταν, η συμφωνία των Πρεσπών. Ο Π. Καμμένος είχε προεξοφλήσει ότι η συμφωνία δεν επρόκειτο να εγκριθεί στη γειτονική χώρα, κάτι που θα τον απάλλασσε από το δίλημμα, και είχε βασίσει όλη του τη στρατηγική σε αυτή την παραδοχή. Όμως στις αρχές του χρόνου το κοινοβούλιο της (οσονούπω) Βόρειας Μακεδονίας ενέκρινε τη συμφωνία των Πρεσπών με την απαιτούμενη πλειοψηφία (81 στους 120 βουλευτές) κι έτσι το μπαλάκι βρέθηκε στην ελληνική πλευρά και ο Πάνος Καμμένος πήρε την απόφαση να διαλύσει τον κυβερνητικό συνασπισμό ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Δεν τον ακολούθησαν όλοι οι βουλευτές του: δύο απο τους υπουργούς, η Έλενα Κουντουρά και ο Βασίλης Κόκκαλης, προτίμησαν να μείνουν στην κυβέρνηση (και να κρατήσουν τα υπουργεία τους) και ανακοίνωσαν πως θα ψηφίσουν θετικά στην επικείμενη ψηφοφορία εμπιστοσύνης. Ήδη διαγράφτηκαν από την κοινοβουλευτική ομάδα. Άλλοι δυο βουλευτές του, ο προερχόμενος από την κομμουνιστική αριστερά Κώστας Ζουράρις και ο Θάνος Παπαχριστόπουλος, επίσης θα ψηφίσουν «ναι» στην ψήφο εμπιστοσύνης (ο δεύτερος και στην επόμενη ψηφοφορία για τη συμφωνία των Πρεσπών). Αυτοί όμως δεν θα διαγραφούν, με το επιχείρημα ότι δεν ειναι υπουργοί, και ουσιαστικά για να μην πέσει κάτω από τους 5 βουλευτές η δύναμη των ΑΝΕΛ και χάσουν έτσι την ιδιότητα της κοινοβουλευτικής ομάδας και τα συναφή διαδικαστικά προνόμια. (Υπάρχει πάντως δεξαμενή ανεξαρτητοποιημένων βουλευτών από την οποία μπορεί να αντλήσει ο Π.Καμμένος αν χρειαστει).
Η ψηφοφορία θα γίνει αύριο και ελπίζω, χωρίς βεβαιότητα πάντως, να συγκεντρωθούν οι 151 ψήφοι, όπως επίσης ελπίζω να εγκριθεί απο τη Βουλή η Συμφωνία των Πρεσπών, ένα αριστούργημα πολιτικής τέχνης (χαρακτηρισμός του Άκη Γαβριηλίδη), μια λύση που δεν αφήνει πληγές στο σώμα της Ελλάδας (χαρακτηρισμός του Ν. Μέρτζου, οργανωτή των συλλαλητηρίων του 1992), μια λύση που σταματάει την αιμορραγία διπλωματικού κεφαλαίου και αποτρέπει μια εθνική ήττα στο μέλλον, η καλύτερη δυνατή λύση μετά την προδοσία του Αντώνη Σαμαρά που τορπίλλισε την επίτευξη συμφωνίας το 1992-3 για να οικοδομήσει το πολιτικό του μέλλον.
Αλλά το θέμα του σημερινού μου σημειώματος δεν είναι οι Πρέσπες, είναι το διαζύγιο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Θα μπορούσα να γράψω ένα άρθρο γλωσσικό, περί διαζυγίων και χωρισμών, και ίσως το γράψω στο κοντινό μέλλον, όχι ομως σήμερα. Σήμερα θέλω να συζητήσουμε το γεγονός.
Η κυβερνητική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ γεννήθηκε μετα τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε συγκεντρώσει 149 έδρες, αγγίζοντας αλλά μην πετυχαίνοντας αυτοδυναμία. Καθώς την εποχή εκείνη, αλλά και όλη την προηγούμενη τριετία, η βασική διαχωριστική γραμμή ήταν μνημόνιο-αντιμνημόνιο, η συνεργασία ενός αριστερού ριζοσπαστικού κόμματος και ενος κόμματος της δεξιάς θεωρήθηκε αν όχι αυτονόητη πάντως η καλύτερη από τις εναλλακτικές που παρουσιάζονταν, κι έτσι οι 13 βουλευτές των ΑΝΕΛ βοήθησαν να σχηματιστεί μια σχετικώς ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία τους δεν δυσφόρησαν γι’ αυτή τη συνεργασία, που άλλωστε διευκολύνθηκε από την όχι σπάνια συμπόρευση των δύο κομμάτων ως αντιπολίτευσης μέσα στη Βουλή την προηγούμενη τριετία 2012-2015 (αλλά και έξω από τη Βουλή: θυμηθείτε τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τη Ραχήλ Μακρή στην ΕΡΤ -άσχετο από την πορεία που ακολούθησαν στη συνέχεια και αυτές και όλοι εμείς οι άλλοι). Μάλιστα, τον πρώτο καιρό ήταν συχνά τα μιμίδια με φωτογραφίες από το υπουργικό συμβούλιο όπου ο Πάνος Καμμένος δήθεν ρωτούσε τον Παναγιώτη Λαφαζάνη «Και πώς το είπες αυτό για τον νόμο της πτωτικής τάσης του κέρδους στον καπιταλισμό;» ή κάποια άλλη ανάλογη βαθιά μαρξιστικούρα.
Εκτός ΣΥΡΙΖΑ, πολλοί ήταν εκείνοι, στην αριστερά και κεντροαριστερά, που διαμαρτύρονταν ή έσκιζαν τα ιμάτιά τους, για τη συνεργασια με τους «ακροδεξιούς ψεκασμένους» ΑΝΕΛ. Χρησιμοποιώ δυο διαφορετικά ρήματα για να διαχωρίσω τις ειλικρινεις αντιρρήσεις από τις υποκριτικές -και βέβαια, πιστεύω ότι όσοι κατάπιαν τη συνεργασία με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ (που δεν ήταν καν απαραίτητη κοινοβουλευτικά) το 2011 και στη συνέχεια ανέδειξαν σε κοινοβουλευτικό τους εκπρόσωπο τον Βορίδη, που μπορεί να έχει ακόμα σε κάποιο συρτάρι του γραφείου του το δαχτυλίδι του δικτάτορα Παπαδόπουλου ο οποίος τον διόρισε αρχηγό της νεολαίας ΕΠΕΝ, διάδοχο του Μιχαλολιάκου, αυτοί λοιπόν δεν είναι ειλικρινείς όταν εξανίστανται για τον «ακροδεξιό Καμμένο». Δεν θα αρνηθώ όμως ότι υπήρχαν και ειλικρινείς καταγγελίες της συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. (Δείκτης της ειλικρίνειας, η στάση στο θέμα των Πρεσπών: δεν είναι ειλικρινής όποιος επέκρινε τον Καμμένο και κατάπιε τα συλλαλητήρια, τον Φραγκούλη Φράγκο και τους Μεγαλέξαντρους πάνω στ’ άλογο).
Το έχω πει πολλές φορές και έχω φάει ξύλο, μεταφορικά μιλώντας, γι’ αυτό -δεν θεωρούσα ακροδεξιά τους ΑΝΕΛ και δεν τους θεωρώ ούτε τώρα. Για μένα, όπως προκύπτει από την πρακτική τους, την κοινωνική τους σύνθεση, τη στάση τους στο θέμα της ΕΕ και τη θέση τους στο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο, καθώς και από την απόλυτη έλλειψη βίας στην πρακτική τους (παρά τις κορόνες του αρχηγού τους) οι ΑΝΕΛ είναι ολοκάθαρα κόμμα της λαϊκής δεξιάς, όχι της ακροδεξιάς. Ο ίδιος ο αρχηγός τους είναι τυπικό δείγμα μέινστριμ δεξιού πολιτικού -άλλωστε όταν ίδρυσε τους ΑΝΕΛ κόντευε να συμπληρώσει εικοσαετία στα έδρανα της Νέας Δημοκρατίας, πουλέν αν δεν κάνω λάθος της οικογένειας Μητσοτάκη.
Η κατάταξη στη λαϊκή δεξιά δεν σημαίνει ότι μέσα στους ΑΝΕΛ δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν ακροδεξιά στοιχεία ή ότι πολιτευτές τους δεν παίρνουν ακροδεξιές, ρατσιστικές, αντισημιτικές ή ομοφοβικές θέσεις. Φυσικά υπάρχουν -εδώ υπάρχουν στην κεντροδεξια φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία τέτοια στοιχεία, δεν θα υπάρχουν στη λαϊκή δεξιά; Εκτός αυτού, οι ΑΝΕΛ είναι εξαιρετικά ετερογενές κόμμα -συγκρίνετε, ας πούμε, τον Ζουράρι ή τον Παπαχριστόπουλο με τον Κατσίκη ή τον Δ. Καμμένο. Αλλά παρασύρθηκα στην ανάλυση των ΑΝΕΛ και σταμάτησα τη χρονολογική μου ανασκόπηση. Επιστρέφω.
Το καλοκαίρι του 2015 τα πράγματα ήρθαν τα πάνω κάτω, ο ΣΥΡΙΖΑ διασπάστηκε από τη βάση ίσαμε (κυρίως) την κορυφή, αλλά στις εκλογές που ακολούθησαν οι δυο εταίροι διατήρησαν αθροιστικά την κοινοβουλευτική πλειοψηφία αν και συρρικνωμένη: το 149 συν 13 είχε γίνει 145 συν 10 και πολύ γρήγορα το 155 έγινε 154 όταν αποχώρησε ο Στάθης Παναγούλης -που ως διά μαγείας έπαψε να χαρακτηρίζεται γυρολόγος αφού τώρα έφευγε από την Αριστερά. Και ενώ οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του κράτους περίμεναν, σαν την αλεπού του ανεκδότου, να κλείσει επιτέλους η αριστερή παρένθεση, ή, ελλείψει αυτού, πρόβλεπαν ότι το «ακροδεξιό βαρίδι» θα εμποδίσει κάθε κοινωνικό προοδευτικό μέτρο, περιέργως η οριακή πλειοψηφία των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ άντεξε τους κλυδωνισμούς και διέψευσε τις δυσοίωνες προφητείες ότι «δεν θα βγάλουν το φθινοπωρο», που ανανεώνονταν κάθε χρόνιο, ενώ παρά την αντίθεση των ΑΝΕΛ ψηφιστηκαν, με τη συνδρομή μερίδας της αντιπολίτευσης, αρκετά πρωτοποριακά κοινωνικά νομοσχέδια (σύμφωνο συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, αναδοχή, μετανάστες).
Δηλαδή, ο «ακροδεξιός» εταίρος δεν εμπόδισε να ψηφιστούν προοδευτικά μέτρα που ως τώρα καμιά άλλη κυβέρνηση δεν είχε τολμήσει να φέρει προς ψήφιση (να αναγνωρίσουμε πάντως ότι έχουν ωριμάσει και οι συνθήκες). Από την άλλη πλευρά, και για να τα λέμε όλα, σε επίπεδο προσώπων υπήρξαν απώλειες εξαιτίας του ελάσσονα εταίρου -θυμηθείτε την αποπομπή του Νίκου Φίλη και, τώρα στο τέλος, την παραίτηση του Νίκου Κοτζιά.
Πάντως, είτε επειδή η εξουσία και οι καρέκλες είναι ισχυρό κίνητρο για ενότητα και σύμπνοια, είτε επειδή πίστευαν ότι έχουν ένα έργο να φέρουν σε πέρας, είτε επειδή τους ατσάλωνε και τους συσπείρωνε ο πρωτοφανής πόλεμος που δέχονταν, η ετερόκλιτη (ή ετερόκλητη, μην μαλώσουμε τώρα) συνεργασία άντεξε στον χρόνο μέχρι που, το καλοκαίρι που μας πέρασε, η χώρα βγήκε από το πρόγραμμα στήριξης, κοινώς «βγήκε από τα μνημόνια». Αληθινή ή εικονική, καθαρή ή βρώμικη, πάντως η έξοδος από τα μνημόνια άλλαξε το πολιτικό τοπίο, κατά το ότι αφαίρεσε τον βασικό λόγο ύπαρξης της συνεργασίας -και ηταν πλέον πάγκοινη η εντύπωση πως μετά τις εκλογές ο καθένας θα έπαιρνε τον δρομο του.
Η Συμφωνία των Πρεσπών, και η αίσια περάτωση της διαδικασίας από την (οσονούπω) βορειομακεδονική πλευρά επιτάχυνε κατά μερικούς μήνες το προδιαγραμμένο τέλος αυτής της συμμαχίας -και γι’ αυτό δεν χρειάζονται ούτε ιαχές πανηγυρισμού ούτε κακολογίες προς τον πρώην εταίρο, το πολύ ένας αδιόρατος αναστεναγμός ανακούφισης για το τέλος μιας σχέσης η οποία είχε αρχίσει να κουράζει πολύ. Βέβαια, τα διαζύγια είναι άτιμο πράγμα, όπως ξέρει ο καθένας μας από την καθημερινή ζωή και όπως βλέπουμε και από το Μπρέξιτ, για το οποίο κατά σύμπτωση σήμερα γίνεται μια κρισιμη ψηφοφορία, οπότε δεν αποκλείω να ακουστουν βαριά λόγια, καθώς μάλιστα οι κουτσομπόληδες της γειτονιάς θα αρχίσουν να βάζουν φιτιλιές.
(Και μια παρένθεση επειδή ανέφερα το Μπρέξιτ. Πολλοί ελεεινολογούν τη χαμηλή ποιότητα των Ελλήνων πολιτικών -του πολιτικού προσωπικού, όπως λένε. Πέρα από το ότι είδαμε και τα καζάντια των πολιτικών υψηλής ποιότητας, στη σύγκριση με τη συμπεριφορά των Τόρηδων της Αγγλίας οι ΑΝΕΛ φαντάζουν πρότυπα λογικής και συγκρότησης, σχεδόν statesmen).
Πάντως, σαν αποχαιρετισμό στον δύσκολο εταίρο, πρέπει να του αναγνωρίσουμε, τουλάχιστον, ότι έμεινε σταθερός στις αρχές του: διαψεύδοντας οσους έλεγαν ότι πρέπει να γίνει χειρουργική επέμβαση για να αποκολληθεί από την υπουργική καρέκλα, ο Πάνος Καμμένος την εγκατέλειψε ο ίδιος, αυτόβουλα -και αυτονόητα, θα πείτε, ύστερα από όσα είχε κατά καιρούς δηλώσει. Συμφωνώ. Να συγκρίνουμε όμως τη στάση του με τη στάση πολικών αστέρων του εκσυγχρονισμού και της προόδου, που μήνες και μήνες τώρα δεν έχουν ψελλίσει λέξη υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών με την οποία κατ’ιδίαν συμφωνούν απόλυτα. Εκείνων τη στάση βρίσκω εγώ επαίσχυντη.
Και τώρα τι θα γίνει, αν υποτεθεί ότι η κυβέρνηση παίρνει αύριο ψήφο εμπιστοσύνης και ότι εγκρίνεται από τη Βουλή η συμφωνία των Πρεσπών; Υποθέτω -ή ίσως επιθυμώ- ότι θα πάμε σε εκλογές το φθινόπωρο, πιθανώς στο τέλος της συνταγματικής προθεσμίας -με μια αναδιαμορφωμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος προβλέπει το ίδιο, αν και κάνει λόγο για αποστασία και χαρακτηρίζει άτομα «χωρίς παράδοση και χωρίς αξίες» όσους ενδεχομένως προσχωρήσουν στη νέα πλειοψηφία.
Περίεργο. Δεν κοιτάζει τις γραμμές του κόμματός του ο κ. Βενιζέλος; Αν το κάνει, θα δει να τις στελεχώνουν, μεταξύ άλλων, ο Στάθης Παναγούλης (από τον ΣΥΡΙΖΑ), ο Ιλχάν Αχμέτ (τελευταία από το Ποτάμι), ο Κωνσταντίνος Μπαργιώτας (επίσης εκλεγμένος με το Ποτάμι) και ο Γ.Δ. Καρράς (εκλεγμένος με την Ένωση Κεντρώων). Αν πάλι κοιτάξει λίγο παραπέρα ο κ. Βενιζελος, στον προνομιακό του εταίρο, τη Νέα Δημοκρατία, θα δει στις γραμμές της τον Ιάσονα Φωτήλα (από το Ποτάμι), την Κατερίνα Μάρκου (από το Ποτάμι, μεταξύ άλλων), τον Γιώργο Κατσιαντώνη (από την Ένωση Κεντρώων) και τον Χάρη Θεοχάρη (επίσης από το Ποτάμι). Προφανώς αποστάτες «χωρίς παράδοση και χωρίς αξίες» είναι μόνο όσοι μετατοπίζονται προς την αριστερά. Όσοι πηγαίνουν στο ΚΙΝΑΛ ή τη ΝΔ ειναι υπεύθυνοι πολιτικοί. (Για να μη θυμηθούμε ότι ανάλογες περιπτώσεις…. αποστασίας είχαμε και όταν αποχώρησε από την κυβέρνηση ο Γ. Καρατζαφέρης και το ΛΑΟΣ το 2012, αλλά τα δυο πιο ακραία στελέχη του, Γεωργιάδης και Βορίδης, έμειναν στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία).
Θα έκλεινα εδώ, όμως θέλω να πω δυο λόγια παραπάνω, πέρα από τη σημερινή συγκυρία. Αν έκανε κάτι καλό η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ως μοντέλο είναι ότι μάς συνήθισε στην ιδέα των ετερόκλιτων (ή ετερόκλητων) συμμαχιών και των κυβερνήσεων που δεν έχουν πανίσχυρη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τις συγκυβερνήσεις τις είχαμε γνωρίσει από το 2012 (οι λίγοι μήνες του 1989-90 ας θεωρηθούν έκτακτη κατάσταση) αλλά με τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έγιναν πια συνείδηση. Είτε καθιερωθεί η απλή αναλογική, είτε αλλάξει (που το απεύχομαι), κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει εκλογικά αποτελέσματα που θα καταστήσουν αναγκαίες τις συνεργασίες ακόμα κι αν υπάρχει ένα θηριώδες μπόνους για το πρώτο κόμμα, όπως στο σημερινό σύστημα.
Οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι ο κανόνας στη σημερινή Ευρώπη, ενίοτε και κυβερνήσεις μειοψηφίας. Όχι μόνο στον Νότο με την Ισπανία, αλλά και στον ακόμη ευημερούντα ευρωπαϊκό Βορρά, στη Σουηδία, όπου από τις εκλογές προέκυψε κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, και όπου φαίνεται πως θα σχηματιστεί κυβέρνηση μειοψηφίας, από Σοσιαλδημοκράτες και Οικολόγους, με τη στήριξη Κέντρου και Φιλελεύθερων, ενδεχομένως και των Αριστερών. Φυσικά έγιναν διαπραγματεύσεις πολύμηνες πριν από την επίτευξη συμφωνίας και ο κάθε εταίρος ζήτησε και πήρε κάτι: οι Κεντρώοι την απορρύθμιση των ενοικίων, οι Πράσινοι την επιβολή φόρου στον άνθρακα. Παζάρι χωρίς αρχές; Μπορεί, αλλά οι πολυκομματικές συνεργασίες έτσι είναι και έτσι θα είναι κι εδώ. (Και δεν εννοώ το επαίσχυντο 4-2-1 της σαμαροβενιζελικής συγκυβέρνησης με τη ΔΗΜΑΡ, αλλά την επίτευξη προγραμματικής συμφωνίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις).
Θα μου πείτε: Μήπως είναι πολυτέλεια για τη χειμαζόμενη Ελλάδα η ακυβερνησία που θα προκύψει ενδεχομένως από την απλή αναλογική; Σιγά σιγά θα εκπαιδευτούμε και στο τέλος θα φτάσουμε το Βέλγιο που κρατάει και 500 μέρες χωρίς κυβέρνηση. Το Βέλγιο συνορεύει με το Λουξεμβούργο, θα πείτε, όχι με την Τουρκία. Ξέρω όμως ένα άλλο κράτος, ανεξάρτητα από το ποια γνώμη έχετε γι’ αυτό, που έχει υιοθετήσει το πιο αναλογικό εκλογικό συστημα που μπορεί να υπάρξει, που όταν κάνει εκλογές κατεβαίνουν (και μπαίνουν στη Βουλή) δεκάδες κόμματα, και που οπωσδήποτε δεν συνορεύει με το Λουξεμβούργο και το Λιχτενστάιν: εννοώ το Ισραήλ, στη Βουλή του οποίου εκπροσωπούνται σήμερα 12 κόμματα, 6 στον κυβερνητικό συνασπισμό (61 έδρες στις 120) και άλλα τόσα στην αντιπολίτευση (59 έδρες). Στην πραγματικότητα, τα κόμματα είναι περισσότερα, 12 είναι οι εκλογικοί συνασπισμοί -για παράδειγμα, το κόμμα Ενιαία Λίστα που έχει 11 βουλευτές είναι συνασπισμός από τα κόμματα Χαντάς (που κι αυτό με τη σειρά του είναι συνασπισμός του ΚΚΙσραήλ με άλλα αριστερά κόμματα), Ραάμ (αραβικό) και Μπαλάντ (άλλο αραβικό). Κι όμως το Ισραήλ παρά την εντελώς απλή αναλογική και τον κατακερματισμό των πολιτικών δυνάμεων και τα παρατεταμένα παζαρέματα στα οποία επιδίδονται οι μικρότεροι εταίροι πριν από τον σχηματισμό κυβέρνησης, θα έλεγα ότι δεν έχει καταστραφεί. Ούτε η Ολλανδία άλλωστε, που επίσης έχει αναλογικότατο εκλογικό σύστημα -αλλά αυτή δεν πιάνεται γιατί συνορεύει με το Βέλγιο, που συνορεύει με το Λουξεμβούργο -το οποίο έχει κυβερνήσεις συνασπισμού τα τελευταία 100 χρόνια.
Θέλω να πω, αν είσαι αριστερός κατά πάσα πιθανότητα θα εισαι υπέρ της απλής αναλογικής. Και αν μεν εισαι με το ΚΚΕ έχει καλώς, όλα είναι λυμένα και δεν έχεις κανένα πρόβλημα στο εξής. Αν όμως δεν είσαι με το ΚΚΕ, δεν μπορείς να είσαι υπέρ της απλής αναλογικής και να σου ξινίζουν οι συνεργασίες. Απλή αναλογική σημαίνει συνεργασίες.
Αλλά αυτά θα τα συζητήσουμε και άλλη φορά. Προς το παρόν, ας σημειώσουμε ότι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ διέκοψαν τη συνεργασία τους και επανήλθε ο καθένας στη φυσική του θέση. Εγώ πολλά είπα. Σας ακούω.
 sarantakos.wordpress.com

Πού πήγαν οι Έλληνες του εξωτερικού, κύριε Μητσοτάκη;



Ντρέπομαι άνθρωποι που με γνωρίζουν πρώτη φορά να υποθέτουν ότι απεχθάνομαι τους Βορειομακεδόνες, τους Τούρκους και τους Αλβανούς ή ότι η χώρα μου έχει «μεγάλο πρόβλημα» με τους πρόσφυγες
του Ηλία Αναστασίου*
Το λεγόμενο «brain-drain», η φυγή των νέων εξειδικευμένων Ελλήνων και Ελληνίδων στο εξωτερικό για περαιτέρω σπουδές ή/και εργασία, αναγνωρίζεται από όλους στην Ελλάδα ως ένα μείζον πρόβλημα που απαιτεί επίμονα μια λύση. Πολλοί σπεύδουν να μιλήσουν εξ ονόματος τους και να αποδώσουν την φυγή τους αποκλειστικά στην έλλειψη θέσεων εργασίας, αλλά σίγουρα κανείς δεν ρωτά αυτούς τους νέους και τις νέες τι θα ήθελαν να δουν να συμβαίνει στην χώρα τους για να γυρίσουν και να επενδύσουν σε αυτήν τον ιδρώτα τους.
Κανείς δεν ρωτάει εκείνους και εκείνες που κι αν δεν έχουν ρίξει μαύρη πέτρα πίσω τους, ταυτόχρονα δεν κάνουν το βήμα της επιστροφής. Κανείς δεν ρωτάει εκείνους και εκείνες που θα έχουν είτε την τύχη είτε την ατυχία να ζήσουν την Ελλάδα του μέλλοντος, όπως αυτή θα διαμορφωθεί από τις επιλογές του παρόντος. Μια ψηφίδα αυτής της συλλογικής φωνής που λείπει προσπαθώ να αναπληρώσω. Και να εξηγήσω γιατί η συμφωνία των Πρεσπών μας αφορά.
Κανείς, λοιπόν, από εκείνους που κάποτε φοβόντουσαν ότι η Ελλάδα θα αφήσει την Ευρώπη, δεν ρωτάει εμάς που αποτελούμε τους διαρκείς πρέσβεις της Ελλάδας στο εξωτερικό, στις διάφορες χώρες και πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, ή και της Αυστραλίας, και που ζούμε καθημερινά με ανθρώπους προερχόμενους από κάθε πολιτισμό και κάθε γωνιά του πλανήτη.
Εμείς είμαστε που ζούμε καθημερινά με την ποικιλία και τη διαφορετικότητα σε πολυγλωσσικούς χώρους δουλειάς και πολυπολιτισμικές γειτονιές, εμείς είμαστε που οι φίλοι μας και οι άνθρωποι μας είναι συχνά οι Άλλοι και εμείς είμαστε, και όχι οι συμπατριώτες μας στις μακεδονομαχικές συγκεντρώσεις της Ελλάδας, που μπολιάζουμε αυτό το πολυεθνικό μωσαϊκό με τα χρώματα της Ελλάδας. Κι αυτή η εμπειρία μάς καλλιεργεί και μας διαμορφώνει και θέλουμε να νιώθουμε ότι χωράμε στην Ελλάδα όταν αποφασίσουμε να γυρίσουμε σε αυτήν. Γιατί το θέλουμε.
Όμως, η Ελλάδα που αναδύεται με αφορμή την αντίθεση στη Συμφωνία των Πρεσπών, είναι μια Ελλάδα, που αν την αφήσουμε να επικρατήσει, σίγουρα δεν μας χωράει. Είναι η εκδοχή μιας Ελλάδας στην οποία κυριαρχούν ο φόβος, η μισαλλοδοξία, η παραχάραξη της ιστορίας, η υπεραπλούστευση της επιστήμης, ο εκχυδαϊσμός της αισθητικής, το σύμπλεγμα της εθνικής κατωτερότητας.
Η Ελλάδα που δημιουργεί προβλήματα για λόγους που κανείς δεν καταλαβαίνει αντί για την Ελλάδα που λύνει προβλήματα με τρόπο που όλοι θαυμάζουν. Κι έτσι τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» δεν είναι τα θέματα που όλους μας ενώνουν, αλλά τα θέματα επάνω στα οποία συγκρούονται δύο Ελλάδες. Η μικρόψυχη και η μεγάθυμη. Η «τσιγγούνα» και η γενναιόδωρη.
Πέρα από τη δουλειά στο αντικείμενο μας ή την ανάπτυξη της οικονομίας χρειαζόμαστε και καθαρή ψυχή για να ζήσουμε καλά. Και για αυτό πρέπει να μας ρωτήσουν, όσοι πρόκειται να καταψηφίσουν αυτή τη συμφωνία, για τις ντροπές και τις περηφάνιες μας ως νέοι Έλληνες του εξωτερικού. Γιατί ντρέπομαι να βλέπω στις ξένες εφημερίδες εθνικιστικά συνθήματα μίσους με φόντο την ελληνική Βουλή και τον Λευκό Πύργο.
Ντρέπομαι άνθρωποι που με γνωρίζουν πρώτη φορά να υποθέτουν ότι απεχθάνομαι τους Βορειομακεδόνες, τους Τούρκους και τους Αλβανούς ή ότι η χώρα μου έχει «μεγάλο πρόβλημα» με τους πρόσφυγες. Και δεν θα χωράω σε μια χώρα που θα έχει επικρατήσει το στρατόπεδο της μισαλλοδοξίας, της μιζέριας και του εθνικού κομπλεξισμού. Για εμάς πρέπει η Ελλάδα να σφίξει χέρια φιλίας και συνεργασίας με τη Βόρεια Μακεδονία.
Κι όταν εμείς θα σφίγγουμε χέρια γνωριμίας με κάποιον Βορειομακεδόνα, δεν θα βρισκόμαστε στην ντροπιαστική θέση να διαχωρίζουμε τη θέση μας από τη χώρα μας. Αντίθετα, θα νιώθουμε περήφανοι γι’ αυτήν.
*Ο Ηλίας Αναστασίου είναι μεταπτυχιακός φοιτητής, Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, Ηνωμένο Βασίλειο
αυγη

Πότε τα 'πανε ένας Θεός το ξέρει...



Η ταύτιση απόψεων Ν.Δ. και ΚΙΝΑΛ περνά σε άλλα επίπεδα!
Παπαλάμπραινα
Δεν είναι είδηση ότι το Κίνημα Αλλαγής και η Φώφη Γεννηματά ταυτίζονται με την παράταξη του Κυρ. Μητσοτάκη και του Αδ. Γεωργιάδη. Τους ενώνει ο νεοφιλελευθερισμός και τα κοινά συμφέροντα που εξυπηρετούν.
Η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, σε κάθε ευκαιρία επιλέγει να επιδεικνύει ότι έχει προσδεθεί στο άρμα της δεξιάς, αδιαφορώντας ακόμα και όταν αυτή είναι ηλίου φαεινότερο ότι όλο και περισσότερο θυμίζει πια ακροδεξιά. 
Σήμερα, όμως, η ταύτιση απόψεων πέρασε από την πολιτική τοποθέτηση και σε γλωσσικές επιλογές...

«Κυβέρνηση κουρελού» είπε ο Μητσοτάκης, «κυβέρνηση κουρελού» και η Φώφη Γεννηματά!

Στη συζήτηση στη Βουλή για την ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, ο χαρακτηρισμός «κυβέρνηση κουρελού» χρησιμοποιήθηκε τόσο από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όσο και από την κ. Γεννηματά.
Πληροφορίες που λένε ότι, ελλείψει πόρων, λόγω αποπληρωμής των θαλασσοδανείων, έχουν τους ίδιους επικοινονιολόγους και τον ίδιο λογογράφο, ελέγχονται ως αναληθείς.
Προκαλεί, βέβαια, απορίες μια τέτοια έλλειψη πρωτοτυπίας και διαφοροποίησης... που θυμίζει την αξέχαστη ατάκα του Νίκου Σταρίδη στα «Κίτρινα γάντια»: «Τώρα εσείς πότε τα 'πατε, ένας Θεός το ξέρει»...
ΥΓ.: Αν σώνει και καλά ήθελαν να παρομοιάσουν την κυβέρνηση με κάποιο στρωσίδι, ας επικοινωνούσαν με την κ. Μοιραράκη. Όλο και κάποια λύση θα τους πρότεινε να διαφοροποιηθούν και να κρατήσουν τα προσχήματα.
left

Η αρρενωπότητα που δεν σε κάνει «λεβέντη» αλλά δολοφόνο



του Βασίλη Ρόγγα*
Χθεσινά στοιχεία από τη δικογραφία δείχνουν πως εικοσιτρείς φορές κακοποιήθηκε μέσα σε ένα χρόνο ο Βαγγέλης Γιακουμάκης από τους συμφοιτητές του μέχρι να βρεθεί νεκρός στις αρχές του 2015.

Του τύλιξαν το κεφάλι με κολλητική ταινία. Τον κλείδωσαν στη ντουλάπα, τον ανάγκασαν να τραγουδάει. Τον έδεναν. Του έριχναν καυτό νερό στο πρόσωπο.

Του έκαναν ασφυξία. Τον κρέμασαν έξω από το παράθυρο. Τον χτυπούσαν πολλές φορές στα γεννητικά του όργανα, στο κεφάλι, στον τράχηλο, στον αυχένα, στα πόδια του.

Τον εξευτέλιζαν λες και ήταν καθήκον τους γιατί ο άντρας αυτός δεν ήταν σαν κι αυτούς. Τον «αυτοκτόνησαν».

Το φύλο σου δε σου επιτρέπει να είσαι βιαστής, να είσαι τραμπούκος, να είσαι σεξιστής, να κοροϊδεύεις, να προσβάλλεις όσους δεν είναι σα και σένα, λες και αυτό που είσαι σου δίνει το δικαίωμα να το κάνεις.

Το φύλο σου δε σου επιτρέπει να ορίζεις άλλους σαν πούστηδες, άλλες σαν πουτάνες.

Οι άντρες μπορούν και πρέπει να είναι ειρηνικοί, μπορούν και πρέπει να εναντιώνονται στο σεξισμό.
Οι άντρες μπορούν να είναι ευαίσθητοι, να κλαίνε. Να αγαπάνε και να κάνουν σεξ με άλλους άντρες. Μπορούν να αποποιούνται την αντρική τους ταυτότητα αν το θέλουν.

Η δολοφονία του Γιακουμάκη το 2015 δεν ήταν το τέλος, αλλά η αρχή μιας περιόδου που πλέον τέτοιες υποθέσεις έχουν ορατότητα, ωστόσο συνεχίζονται.

Η αρρενωπότητα που την προξένησε είναι τραγική, εξευτελιστική και συχνά κυρίαρχη. Όμως τέτοια που είναι, δε σε κάνει «λεβέντη», αλλά το λιγότερο μαλάκα, το περισσότερο δολοφόνο.
 
* Aλιευμένο από την προσωπική του σελίδα του Βασίλη Ρόγγα στο facebook
left

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Με ρέγουλα... οι espresso


Με έναν espresso τον μήνα… θα αποπληρώσει η Ν.Δ. τα δάνεια της πάνω από 200 εκατ. ευρώ
της Κατερίνας Μπρέγιαννη
Τα 200 εκατ. ευρώ που χρωστάει η Ν.Δ. σε δάνεια θα τα αποπληρώσει με έναν εσπρέσο τον μήνα από τις συνδρομές 155.000 νεοδημοκρατών είπε ο Κυρ. Μητσοτάκης, απαντώντας σε ερώτηση για τα υπέρογκα δάνεια της Ν.Δ. στο κεντρικό δελτίο του ΑΝΤ1.
Υπερήφανος δήλωσε ο Κυρ. Μητσοτάκης, διότι, όπως ισχυρίστηκε, τακτοποίησε τα οικονομικά της Ν.Δ. Δηλαδή βρήκε τρόπο να αποπληρώσει τα υπέρογκα δάνειά της, που φτάνουν το ποσό των 200 εκατ. ευρώ, ζητώντας να συνεισφέρουν όλοι οι νεοδημοκράτες.
Έτσι με ένα ευρώ τον μήνα… έναν εσπρέσσο, όπως είπε χαρακτηριστικά, 12 ευρώ τον χρόνο, οι 155.000 νεοδημοκράτες που πληρώνουν συνδρομές…  θα αποπληρώσουν τα δάνεια της Ν.Δ. μαζεύοντας 1.860.000. Με τέτοιους ρυθμούς το δάνειό τους θα αποπληρωθεί σε 100 χρόνια περίπου…
Μια χαρά τα τακτοποίησε τα δάνεια της Ν.Δ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Θα μπορούσε να βρει έναν πολίτη που να χαίρει αντίστοιχης ευνοϊκής μεταχείρισης, ενώ έχει ζημιώσει τόσο πολύ;
Άσε που ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν γνωρίζει ούτε πόσο κάνει ένας espresso…
Με ρέγουλα... οι espresso γιατί πειράζουν στα νεύρα... βλέπε Άδωνι.
αυγη

Καλοί και κακοί αποστάτες



του Τάσου Παππά
Μεσαίο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας παροτρύνει ψηφοφόρους του κόμματός του, αλλά και ψηφοφόρους άλλων κομμάτων να πιέσουν τους βουλευτές των ΑΝ.ΕΛΛ. για να καταψηφίσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών και να ρίξουν την κυβέρνηση. Μάλιστα, για να μην ψάχνουν οι άνθρωποι και χάνουν χρόνο, μοίρασε τους αριθμούς των κινητών τηλεφώνων των... επίορκων βουλευτών. Πού τους βρήκε, είναι ένα ερώτημα.
Η ηγεσία της Δεξιάς δεν αποδοκιμάζει τη συμπεριφορά του στελέχους της («συμβαίνουν αυτά στις πολιτισμένες δημοκρατικές χώρες» μας είπε ο δράστης και τον επικρότησε ο κ. Κυρανάκης) και αφήνει υπαινιγμούς ότι το μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να «εξαγοράσει» βουλευτές της αντιπολίτευσης, για να ψηφίσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών και να στηρίξουν την κυβέρνηση στη Βουλή αν χρειαστεί. Δίνοντας άραγε τι; Χρήματα; Υποσχέσεις για ένταξη στις εκλογικές λίστες; Ποιος ξέρει. Οι καταγγέλλοντες δεν νοιάζονται για αποδείξεις. Τι να τις κάνουν; Η δουλειά τους γίνεται με τις ρετσινιές, τη δηλητηριώδη ψιθυρολογία και τις δίκες προθέσεων.
Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ αποκαλεί «κεντροαριστερούς φελλούς» όσους, αν και δεν ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ, αν και τον έχουν εγκαλέσει στο παρελθόν για ροπή στον λαϊκισμό, τάσσονται υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών και ζητούν να λυθεί επιτέλους ένα πρόβλημα που ταλαιπωρεί το πολιτικό σύστημα και εκθέτει τη χώρα διεθνώς. Πριν από λίγο καιρό παράγοντες του ΣΥΡΙΖΑ είχαν ρίξει στην κυκλοφορία σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Νέα Δημοκρατία προσπαθούσε να επηρεάσει (με λεφτά; με ταξίματα;) βουλευτές της συμπολίτευσης προκειμένου να προκαλέσουν την πτώση της κυβέρνησης.
Αποστασία. Μια λέξη με βαρύ φορτίο που παραπέμπει σε μαύρες εποχές. Από την κατάχρηση, αλλά και την επιλεκτική χρήση, τείνει να γίνει ανέκδοτο. Oταν κάποιος βουλευτής φεύγει από ένα κόμμα και έρχεται στο δικό μας, δεν είναι αποστασία, είναι σωστή και γενναία απόφαση (ο τυφλός βρήκε το φως του). Oταν κάποιος βουλευτής εγκαταλείπει την παράταξη με την οποία εξελέγη και προσχωρεί στον αντίπαλο, σίγουρα κάτι ύποπτο έχει προηγηθεί (συναλλαγή, παζάρια, εκβιασμός). Θα είναι αποστάτες λοιπόν οι βουλευτές των ΑΝ.ΕΛΛ. και του Ποταμιού αν πάνε με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν θα είναι αποστάτες οι βουλευτές του Ποταμιού που θα ανταποκριθούν στον κάλεσμα του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Είναι αποστάτες, κατάπτυστοι, αδίστακτοι γυρολόγοι όσοι προσχώρησαν στην κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά δεν είναι αποστάτες, κατάπτυστοι, αδίστακτοι γυρολόγοι εκείνοι που «ακούμπησαν» τις έδρες τους στη Νέα Δημοκρατία και στο ΠΑΣΟΚ. Θα είχε πάντως ενδιαφέρον αν οι ηγεσίες όλων των κομμάτων αποφάσιζαν να μην επικαλεστούν θέμα κομματικής πειθαρχίας στην ψηφοφορία για τη Συμφωνία των Πρεσπών, επιτρέποντας στους βουλευτές τους να ψηφίσουν κατά συνείδηση. Και ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε αν οι ηγεσίες όλων των κομμάτων συμφωνούσαν να είναι μυστική η ψηφοφορία.
EFSYN

Διαζύγια και «αντι-ΣΥΡΙΖΑ λαγούμια»


Η αποχώρηση των ΑΝΕΛ μετά από 4 χρόνια συγκυβέρνησης με το ΣΥΡΙΖΑ, υπό φυσιολογικές συνθήκες θα συνιστούσε μείζονα κυβερνητική κρίση και αποσταθεροποίηση, όμως τελικά με τους χειρισμούς του Πρωθυπουργού με επίκεντρο το Μακεδονικό και τον τρόπο που ήρθε το διαζύγιο, φαίνεται να συμβαίνει μάλλον το αντίθετο.

Είναι αλήθεια ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε να περάσει τη συμφωνία των Πρεσπών και στη συνέχεια να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, σενάριο πιο βατό. Όμως η αντιστροφή της ροής των πολιτικών γεγονότων έφερε ένα σχετικά «βελούδινο» διαζύγιο με τον Καμμένο, σταματά τη φθορά που προκαλούσε τους τελευταίους μήνες η υπόθεση του Μακεδονικού στην κυβέρνηση και, κυρίως, ανατρέπει τους σχεδιασμούς της αντιπολίτευσης, κρατώντας την πολιτική πρωτοβουλία για λογαριασμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Ενώ το τελευταίο διάστημα ΝΔ και ΚΙΝΑΛ είχαν επενδύσει τη στρατηγική τους στην πολιτική απονομιμοποίηση ή και πτώση της κυβέρνησης με πρόσχημα το Μακεδονικό, ο Πρωθυπουργός  εργαλειοποιεί την κρίση και βγαίνει – κατά τις ενδείξεις- με μια νέα πλειοψηφία και ορίζοντα εξάντλησης της τετραετίας, σενάριο που πριν λίγες μέρες ήταν εξαιρετικά αμφίβολο.


Το δεύτερο πεδίο το οποίο αποτελεί βασικό στόχο για τον πρωθυπουργό, όπως δείχνει και η ομιλία του στην εκδήλωση για τη Συμφωνία των Πρεσπών,  είναι το πολιτικό και προγραμματικό πεδίο της κεντροαριστεράς. Η απομόνωση του ΚΙΝΑΛ και άλλων μεταρρυθμιστικών δυνάμεων με καταλύτη το Μακεδονικό αλλά και η ιδεολογική απουσία των ΑΝΕΛ από τα κυβερνητικό σχήμα είναι τα δύο όπλα με οποία πλέον διαμορφώνει με απόλυτους όρους το δίπολο προόδου και συντήρησης στο πολιτικό σύστημα απέναντι στα «αντιΣΥΡΙΖΑ λαγούμια», όπως τα σχηματοποίησε  ο Σπύρος Δανέλλης.

Η κρίση που ξεκίνησε μετά την παραίτηση του Νίκου Κοτζιά, φαίνεται να κλείνει με την αποχώρηση του Πάνου Καμμένου από την κυβέρνηση, σε ένα διάστημα κατά το οποίο οι χειρισμοί του Πρωθυπουργού οδήγησαν σε αλλαγή συσχετισμών, που έμοιαζε αδύνατη πριν λίγο καιρό, και τον φέρνει ενισχυμένο. Βέβαια, αυτό απαιτεί το σχέδιό του να αποτυπωθεί στη συνολική λειτουργία της κυβέρνησης και στο έργο που θα παράξει το επόμενο διάστημα.

tvxs

Δίνοντας τέλος στην εκπαιδευτική αδιοριστία μιας δεκαετίας



Ανάγκη επιπλέον μέτρων
του Γιώργου Μπουγελέκα
Όταν στις 05-01-2011το τμήμα Παιδείας του Συνασπισμού δημοσιοποιούσε την πρόταση του για ένα σύστημα διορισμών στη δημόσια εκπαίδευση, με βασικό του συμπέρασμα ότι: «Ο Συνασπισμός εμμένει σταθερά στη θέση του για διασφάλιση όλων των αναγκαίων συνθηκών για την αποτελεσματική λειτουργία των σχολείων και για κατάργηση του γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ», αφού «…ο διαγωνισμός αυτός είναι μονομερής και γι’ αυτό έχει περιορισμένη προγνωστική εγκυρότητα, ενώ η διδασκαλία είναι πολυδιάστατη διαδικασία, απαιτεί ποικίλες γνώσεις, δεξιότητες και στάσεις, και επηρεάζεται από το σύνολο των χαρακτηριστικών της ανθρώπινης προσωπικότητας και όχι μόνο από τη απόδοση, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, σε εξετάσεις που βασίζονται στο γραπτό λόγο», τότε κανείς και καμιά δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι: α) οι μόνιμοι διορισμοί στην εκπαίδευση θα καθυστερούσαν 10 χρόνια από την πραγματοποίηση του τελευταίου διορισμού εκπαιδευτικού και β) ότι αυτήν την υπέρβαση θα πραγματοποιούσε μία κυβέρνηση με κορμό την Αριστερά, δίνοντας τη δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να εξαγγείλει και να νομοθετεί αυτές τις ημέρες το μόνιμο διορισμό 15.000 εκπαιδευτικών, με κυρίαρχο πρόκριμα τη διδακτική τους εμπειρία, όπως προκύπτει από την εκπαιδευτική προϋπηρεσία των αναπληρωτών, αλλά και με ακαδημαϊκά και κοινωνικά κριτήρια.
Αυτός ο σχεδιασμός του υπουργείου Παιδείας απεδείχθη στην εφαρμογή του εξαιρετικά δύσκολος. Από όλους, ανεξαιρέτως, τους υπουργούς Παιδείας της Αριστεράς κατεβλήθησαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να γίνουν πράξη οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί διορισμοί, κόντρα σε έναν τεράστιο αριθμό μεγάλων εμποδίων που προέκυπταν διαρκώς, είτε από τις μνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας, είτε από την κείμενη νομοθεσία, είτε από τα υπαρκτά, αμείλικτα και δίκαια, τις πιο πολλές φορές, αιτήματα όλων των ενδιαφερόμενων κοινωνικών ομάδων.
Τελικά φτάσαμε στο σημερινό σημείο όπου οι διορισμοί είναι πλέον ένα υπαρκτό επίτευγμα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Με πριμοδότηση της εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας μέχρι τους 120 μήνες, που καλύπτει την προσφορά του 99,4% των 35.000 αναπληρωτών που εργάστηκαν την τελευταία δεκαετία στην εκπαίδευση, με μοριοδότηση των μεταπτυχιακών σπουδών, ώστε να δίνεται η ευκαιρία και στους νέους εκπαιδευτικούς με μικρή ή και μηδενική προϋπηρεσία να ελπίζουν βάσιμα σε μια εκπαιδευτική καριέρα, και με κοινωνικά κριτήρια που αντιμετωπίζουν με ευαισθησία τις οικογενειακές και προσωπικές δυσχέρειες των αυριανών μόνιμων εκπαιδευτικών, ο σχεδιασμός του υπουργείου Παιδείας μπορεί να μην τετραγώνισε τον κύκλο των αλληλοσυγκρουόμενων εκπαιδευτικών και κοινωνικών αιτημάτων, τον μετέτρεψε τουλάχιστον σε ένα κανονικό οκτάγωνο.
Ανάγκη επιπλέον μέτρων
Είναι αυτός ο σχεδιασμός, η τελική απάντηση στο πελώριο ζήτημα της πρόσληψης του μεγαλύτερου αριθμού δημοσίων υπαλλήλων που είναι οι αυριανοί εκπαιδευτικοί;
Κατά τη γνώμη του γράφοντος η απάντηση είναι πως η εκπαίδευση έχει στο μέλλον ανάγκη θέσμισης και επιπλέον μέτρων, όπως:
α) Τη γενίκευση του μέτρου της μείωσης του αριθμού μαθητών ανά τμήμα -που ήδη ξεκίνησε από το δημοτικό και τη Γ΄ λυκείου-, τα προγράμματα αντισταθμιστικής εκπαίδευσης, την επιμόρφωση των υπηρετούντων εκπαιδευτικών, καθώς και την πλήρη συνταξιοδότηση τους όταν συμπληρώνουν 30χρόνια εργασίας. Δηλαδή ενεργειών που θα συμβάλουν στη  βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου και θα δημιουργήσουν επίπλέον νέες θέσεις εργασίας στη δημόσια εκπαίδευση.
β) Την καθιέρωση της ψυχοπαιδαγωγικής εκπαίδευσης ως προαπαιτούμενου για το διορισμό στην εκπαίδευση, με έμφαση στα αντικείμενα Παιδαγωγικής ψυχολογίας, Γενικής διδακτικής, Ειδικής διδακτικής, Διαπολιτισμικής εκπαίδευσης και Οργάνωσης σχολικών μονάδων.
γ) Το  συνυπολογισμό στη διαδικασία επιλογής των εκπαιδευτικών της διδακτικής εμπειρίας που αποκτάται όχι μόνο στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία -όπως σήμερα αναγνωρίζεται- αλλά και στα φροντιστήρια, στα δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ, στα ωδεία κλπ, μετά την πλήρη και αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας, που ο ΣΥΡΙΖΑ για πρώτη φορά καθιέρωσε με απαρέγκλιτο στόχο την προστασία της εργασίας των 50.000 εργαζομένων σε αυτά.
Ο δρόμος άνοιξε. Η ρωγμή για το οριστικό σπάσιμο των ελαστικών εργασιακών σχέσεων στην εκπαίδευση είναι μια πραγματικότητα. Οδηγός μας είναι η μεγάλη αλήθεια: οι εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών καθορίζουν και τις συνθήκες μάθησης των μαθητών.
εποχη