Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Διεθνής Ακροδεξιά / «Να φοβάστε περισσότερο τον ήχο από παντόφλες παρά τις μπότες που παρελαύνουν»

 


της Φωτεινής Λαμπρίδη

Με τον Ντόναλντ Τραμπ στο τιμόνι, ένα ετερόκλητο ακροδεξιό κίνημα – που αποτελείται από παλαιοσυντηρητικούς και νεο-αντιδραστικούς – επιχειρεί να κατακτήσει τον κόσμο ανατρέποντας τις αξίες του Διαφωτισμού.

Μια σειρά πρόσφατων βιβλίων στη διεθνή αγορά προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Οι περισσότεροι συγγραφείς παραδέχονται πως κανένας δεν προέβλεψε ακριβώς αυτή την εξέλιξη, αν και «…η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού έπρεπε κάπως να μας υποψιάσει» όπως ισχυρίζονται πολλοί διανοητές.

Το θέμα προβλημάτισε και τον ανήσυχο ισπανό Sergio C. Fanjul, ο οποίος έχει πτυχίο στην Αστροφυσική και μεταπτυχιακό στη Δημοσιογραφία.

Έχει εκδώσει πολλά βιβλία και έχει τιμηθεί με βραβεία όπως το Paco Rabal για Πολιτιστική Δημοσιογραφία και το Pablo García Baena για Ποίηση. Είναι καθηγητής συγγραφής, σεναριογράφος τηλεόρασης, ραδιοφωνικός παραγωγός στο Poesía o Barbarie και ποιητής. Από το 2009 γράφει στήλες και άρθρα στην εφημερίδα El País και σε ένα από αυτά, συνοψίζει τα όσα αποκόμισε από τα βιβλία που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το διεθνές κύμα της ακροδεξιάς στις μέρες μας.

«Η άνοδος της παγκόσμιας ακροδεξιάς μπορεί να ιδωθεί σαν μια επιδημία. Δεν ξεσπά ξαφνικά: αρχικά εμφανίζεται ως ένας ήπιος, σχεδόν ανεπαίσθητος πυρετός. Έπειτα εξαπλώνεται, μεταλλάσσεται, γίνεται μεταδοτική. Τελικά εγκαθίσταται, όπως το κλίμα. Παύει να προκαλεί συναγερμό επειδή γίνεται συνηθισμένη» γράφει στην El Pais και αναφέρεται πρώτα στον Αργεντίνο ερευνητή Φράνκο Ντέλε Ντόνε, συγγραφέα του βιβλίου Epidemia ultra: Del fascismo europeo a Silicon Valley («Ακροδεξιά επιδημία: Από τον ευρωπαϊκό φασισμό έως τη Silicon Valley»), που εκδόθηκε το 2025.

«Βρισκόμαστε στο πιο προχωρημένο στάδιο της επιδημίας», λέει ο συγγραφέας. Στο έργο του υποστηρίζει ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις διέπραξαν ένα σοβαρό λάθος: υποτίμησαν τις εκρήξεις της ακροδεξιάς μέχρι να εξαπλωθούν. Και τώρα, λέει, ίσως είναι ήδη αργά.

«Το βιβλίο αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά δοκίμια που κυκλοφορούν σήμερα, καθώς η εκδοτική βιομηχανία – πάντα ευαίσθητη σε ζητήματα που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση – προσπαθεί να κατανοήσει ένα φαινόμενο που ελάχιστοι είχαν προβλέψει» γράφει ο Sergio C. Fanjul. Tο κενό αυτό προσπαθούν να καλύψουν τώρα έργα συγγραφέων όπως οι Αντονέλα Μάρτι, Μαρκ Φορτιέ, Μπρούνο Καρδενιόσα, Αντριάνα Χεστ, Φρανσέσκ-Μαρκ Άλβαρο και Λουσιάνα Πέκερ, ενώ αναμένονται και νέα βιβλία από άλλους ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους. Εδώ να προσθέσουμε ότι και η ελληνική βιβλιογραφία συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση με βιβλία όπως του Πέτρου Παπακωνσταντίνου, του Δημήτρη Ψαρρά κ.α.

Οι ρίζες του φαινομένου

Πού βρίσκεται όμως η απαρχή αυτής της πολιτικής τάσης; Ο αρθρογράφος αναφέρεται στον Ντέλε Ντόνε ο οποίος αναζητά τις ρίζες της σε μια μακρά ιστορική διαδρομή: από τις ιδεολογικές σκιές των αρχών του 20ού αιώνα έως την αυταρχική στροφή που ενσάρκωσε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Κεντρική ιδέα αυτής της παράδοσης είναι η θεωρία της «παρακμής της Δύσης», που διατυπώθηκε από τον Γερμανό φιλόσοφο Όσβαλντ Σπένγκλερ και τροφοδότησε τη φασιστική φαντασία της δεκαετίας του 1930.

Μετά την απαξίωση αυτών των ιδεολογιών – οι οποίες ηττήθηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – το νήμα ξαναπιάνεται από τη λεγόμενη Nouvelle Droite («Νέα Δεξιά»), υπό την καθοδήγηση του Γάλλου φιλοσόφου Αλέν ντε Μπενουά. Το ρεύμα αυτό εμφανίστηκε ως απάντηση στις αντικουλτούρες και στη Νέα Αριστερά που αναδύθηκαν μετά τον Μάη του 1968.

Παράδοξο στοιχείο: η Νέα Δεξιά υιοθέτησε την έννοια της πολιτισμικής ηγεμονίας από τον Ιταλό κομμουνιστή στοχαστή Αντόνιο Γκράμσι, τον οποίο επικαλούνταν συχνά.

Ένα ετερόκλητο ιδεολογικό αρχιπέλαγος

«Ο σημερινός πολιτισμικός πόλεμος που διεξάγει η νέα παγκόσμια ακροδεξιά αποτελεί μια ετερογενή και συχνά αντιφατική συμμαχία. Στο εσωτερικό της συνυπάρχουν παλαιοσυντηρητικοί και «αναρχοκαπιταλιστές», παραδοσιοκράτες και νεοναζί, κεφάλαια της Silicon Valley αλλά και θεωρίες συνωμοσίας» γράφει ο Sergio C. Fanjul και εξηγεί πως:

Πρόκειται για ένα «αρχιπέλαγος» ιδεών που τροφοδοτείται από αγανάκτηση: από την αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού και από την αίσθηση ότι το μέλλον έχει κλείσει. Πολλοί από τους υποστηρικτές του πιστεύουν ότι ο κόσμος πρέπει να «επαναρυθμιστεί» και να επιστρέψει σε μια υποτιθέμενη χρυσή εποχή – είτε στη δεκαετία του 1950 είτε ακόμη πιο πίσω, πριν από τον Διαφωτισμό. Πρόκειται για μια διάχυτη νοσταλγία για έναν ιδανικό παρελθόν που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ.

Ο πολιτισμικός πόλεμος

Παρά τη διαφορετικότητα των ρευμάτων, αναδύεται μια κοινή αφήγηση: ο διαρκής πολιτισμικός πόλεμος, η ανάγκη κατασκευής ενός κοινού εχθρού και η ένθερμη υπεράσπιση παραδοσιακών και πατριαρχικών ιεραρχιών.

Εδώ ο Sergio C. Fanjul αναφέρεται στην πολιτική επιστήμονα Αντονέλα Μάρτι η οποία υποστηρίζει ότι τα κινήματα αυτά βασίζονται στον φόβο, στο μίσος και στη χειραγώγηση. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον μισογυνισμό, για παράδειγμα μέσα από τη λεγόμενη manosphere στο διαδίκτυο, η οποία προσελκύει «θυμωμένους νέους άνδρες» σε επιθετικές και ιεραρχικές μορφές ανδρισμού.

Παράλληλα, τα κινήματα αυτά χρησιμοποιούν τη θρησκεία ως πολιτικό εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και πειθαρχίας. «Διψούν για θεοκρατία», υποστηρίζει η Μάρτι.

Για να κινητοποιηθεί το ακροατήριό τους, δημιουργούνται εχθροί: οι «woke», οι μετανάστες ή όποιος άλλος μπορεί να παρουσιαστεί ως απειλή. Ο όρος «woke», λέει η ίδια, λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος για οτιδήποτε δεν τους αρέσει.

Η διάκριση μεταξύ ριζοσπαστικής και άκρας δεξιάς

Μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο και την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία, οι κατάχρηση εξουσίας από την πλευρά της αμερικανικής υπηρεσίας μετανάστευσης ICE θεωρείται από ορισμένους το τελευταίο – μέχρι στιγμής – στάδιο αυτής της ακροδεξιάς «επιδημίας», διαπιστώνει ο αρθρογράφος και αναφέρεται στον Ντέλε Ντόνε που γράφει πως:

«Η συμπεριφορά της ICE θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστική… αν και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με αυτή τη λέξη. Ωστόσο φαίνεται να ταιριάζει εδώ». Ο ίδιος διακρίνει τη ριζοσπαστική δεξιά – που διαβρώνει τη δημοκρατία από μέσα – από την ακραία δεξιά επαναστατικού χαρακτήρα, που επιδιώκει να καταργήσει πλήρως τη δημοκρατία.

«Ο τελικός στόχος και των δύο είναι ο ίδιος: ένα μη δημοκρατικό καθεστώς», λέει. «Και πλησιάζουμε προς αυτό το σημείο. Ίσως είναι ήδη αργά για να αποτραπεί η ριζοσπαστικοποίηση».

Μισογυνισμός και θρησκεία

Παρά τις διαφορές τους, αυτά τα κινήματα μοιράζονται ένα κοινό αφήγημα: τον διαρκή πολιτισμικό πόλεμο, την ανάγκη κατασκευής ενός κοινού εχθρού και την υπεράσπιση των παραδοσιακών πατριαρχικών ιεραρχιών.

Για να μιλήσει για τον μισογυνισμό ως συστατικό της ακροδεξιάς κουλτούρας ο Sergio C. Fanjul, αναφέρεται στην πολιτική επιστήμονα Αντονέλα Μάρτι η οποία υποστηρίζει ότι αυτά τα ρεύματα βασίζονται στον φόβο, το μίσος και τη χειραγώγηση. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον μισογυνισμό – για παράδειγμα μέσω της λεγόμενης manosphere στο διαδίκτυο, η οποία προσελκύει «θυμωμένους νέους άνδρες» που επιτίθενται. Παράλληλα, εδραιώνουν τη θέση τους σε θρησκευτικές κοινότητες κυρίως στους ευαγγελιστές.

«Η νέα δεξιά χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως πολιτικό εργαλείο, ως μηχανισμό ηθικού ελέγχου και κοινωνικής πειθαρχίας. Διψούν για θεοκρατία», υποστηρίζει.

Για να κινητοποιηθεί το κίνημα, δημιουργούνται εχθροί: οι «woke» ή οι μετανάστες. «Ο όρος «woke» λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος για όλα όσα δεν τους αρέσουν», εξηγεί.

Η πολιτική του θεάματος και η «Σκοτεινή Διαφώτιση»

Οι νέοι ηγέτες της ακροδεξιάς – όπως ο Τραμπ, ο Χαβιέρ Μιλέι ή ο Ναΐμπ Μπουκέλε – χαρακτηρίζονται από υπερβολή, θεατρικότητα και έντονη καλλιέργεια της προσωπολατρείας.

«Δεν προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες αλλά να τους σοκάρουν», εξηγεί η Μάρτι. «Δεν θέλουν να οικοδομήσουν κάτι· θέλουν να καταστρέψουν. Οι υποστηρικτές τους τους ακολουθούν ακριβώς για αυτό που υπόσχονται να καταστρέψουν. Πρόκειται για ένα κίνημα εκδίκησης».

Ένα από τα πιο ακραία ιδεολογικά ρεύματα της σύγχρονης ακροδεξιάς είναι η λεγόμενη «Σκοτεινή Διαφώτιση» (Dark Enlightenment), γνωστή και ως νεο-αντιδραστικό κίνημα (NRx). Οι εκπρόσωποί του προτείνουν μια υπερκαπιταλιστική και υπερτεχνολογική νεομοναρχία ως λύση στα προβλήματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Στο μοντέλο αυτό η κοινωνία θα διοικείται από έναν «βασιλιά-διευθύνοντα σύμβουλο», σαν μια αυστηρά ιεραρχημένη εταιρεία στην οποία οι πολίτες θα λειτουργούν ως μέτοχοι.

Οι ιδέες αυτές έχουν επηρεάσει κύκλους της Silicon Valley και συνδέονται με πρόσωπα όπως ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Πίτερ Τιλ.

«Η δημοκρατία καταρρέει από μέσα» – Τα ερωτήματα του μέλλοντος

Ο αρθρογράφος αναφέρεται και στον Καναδό κοινωνιολόγο Μαρκ Φορτιέ που υποστηρίζει ότι ο φασισμός συχνά γεννιέται όχι από θεαματικές εκρήξεις βίας αλλά από αδιαφορία και παθητικότητα.

«Πρέπει να φοβόμαστε περισσότερο τον ήχο από παντόφλες παρά τις μπότες που παρελαύνουν», γράφει. Με άλλα λόγια, το κακό προκύπτει συχνά από την καθημερινή αδράνεια των πολιτών. «Η δημοκρατία καταρρέει πάντοτε από μέσα».

«Πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση; Θα ενισχυθεί η ακροδεξιά ή θα αποδυναμωθεί από τις ίδιες της τις υπερβολές;» αναρωτιέται ο αρθρογράφος.

Ο Φορτιέ θεωρεί ότι οι Ρεπουμπλικανοί στις ΗΠΑ ίσως υπερεκτιμούν τη δύναμή τους και υποτιμούν την αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει η πολιτική βία. Οι Αμερικανοί, σημειώνει, στήριξαν τον Τραμπ αναζητώντας ασφάλεια, όχι για να ζουν με φόβο απέναντι σε ένα αυταρχικό κράτος.

Ωστόσο, αν οι τάσεις αυτές συνεχιστούν, ο κόσμος θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα δυστοπικό τοπίο: έναν κόσμο όπου ο αυταρχισμός θα είναι ο κανόνας, οι ελευθερίες θα περιορίζονται και οι κοινωνικές ανισότητες θα διευρύνονται δραματικά.

«Θα είναι ένας κόσμος που δεν θα ήθελα να αφήσω στις κόρες μου», καταλήγει ο Φράνκο Ντέλε Ντόνε. «Έναν κόσμο όπου ο αυταρχισμός θα είναι ο κανόνας, οι ελευθερίες θα περιορίζονται και οι ανισότητες θα αυξάνονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργηθούν δύο κοινωνικές τάξεις σε παράλληλες πραγματικότητες — έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα πάψει να έχει αξία».

TVXS

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Πόλεμος, πατήρ πάντων;

 


Ο κίνδυνος σήμερα είναι να παγιδευτούμε σε μια απλή λογική στρατοπέδων, επιλέγοντας ποια από τις κυρίαρχες επιδιώξεις μοιάζει πιο αρεστή.

του Γιώργου Κατσαίτη

Ο πόλεμος, σε τόσα μέτωπα πλέον και με τόσο καθοριστικές συνέπειες, επαναφέρει αναγκαστικά το πολιτικό ζήτημα. Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Το γεγονός ότι την τράπουλα ανακατεύει σήμερα ο δικέφαλος Ιανός ΗΠΑ–Ισραήλ αποτελεί ασφαλώς επιθετική ενέργεια. Ταυτόχρονα όμως εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία αναδιάταξης της παγκόσμιας σκακιέρας.

Τα επεισόδια αυτής της αναδιάταξης έχουν ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, ουσιαστικά από τη στιγμή που κατέβηκε η κόκκινη σημαία από τον ιστό του Κρεμλίνου και τερματίστηκε ο διπολισμός που όριζε το βασικό πεδίο της διεθνούς αντιπαράθεσης έως και πριν από τριάντα και σαράντα χρόνια.

Ο κίνδυνος σήμερα είναι να παγιδευτούμε σε μια απλή λογική στρατοπέδων, επιλέγοντας ποια από τις κυρίαρχες επιδιώξεις μοιάζει πιο αρεστή – για χίλιους λόγους και συνήθως σύμφωνα με το εκάστοτε εθνικό αφήγημα. Όμως παράλληλα αναδύεται ξανά το κοινωνικό ζήτημα, που διατρέχει και συνδέει οριζόντια τους λαούς και στις δύο πλευρές των συγκρούσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, το οποίο συχνά λοιδορείται ως παρωχημένο αλλά στην πραγματικότητα έχει συκοφαντηθεί από έναν βαθιά ριζωμένο ραγιαδισμό, πρώτη έρχεται η αλληλεγγύη προς τους βασανισμένους και τα θύματα των επιθέσεων. Πρόκειται για μια στοιχειώδη ηθική στάση, που ταυτόχρονα παραπέμπει σε ένα διαφορετικό υπόδειγμα ανθρώπινων σχέσεων και συλλογικής ζωής.

Η υποστήριξη των λαών που βρίσκονται υπό πίεση στοχεύει ακριβώς στην ενίσχυσή τους, ώστε, διαπραγματευόμενοι την υπόσταση και την κυριαρχία τους, να μην εξαναγκαστούν σε υποχωρήσεις που θα μετέτρεπαν τελικά τον αγώνα τους σε πύρρειο.

Γι’ αυτό έχει σημασία να στηριχθούν οι λαοί που βρίσκονται σήμερα στο στόχαστρο: οι Πέρσες, οι Παλαιστίνιοι, οι Βενεζουελάνοι, οι Κουβανοί — οι ίδιοι και η θεσμική τους υπόσταση όπου αυτή υφίσταται και απειλείται.

Η κυρίαρχη εθνική αφήγηση, όπως ιστορικά συγκροτήθηκε μέσα από επιλογές ολιγαρχιών και την υποταγή των κοινωνιών —διαδικασίες σύνθετες που συχνά απλουστεύονται— δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική οπτική. Χρειάζεται η αναζήτηση μιας διαφορετικής θέσμισης, στην επιδίωξη της οποίας το κοινωνικό ενοποιητικό στοιχείο θα επανέλθει στο προσκήνιο.

Δύσκολα πράγματα. Αλλά μήπως ο ολέθριος ασκός του Αιόλου που άνοιξε σκορπώντας τον θάνατο μπορεί να θεωρηθεί εύκολη υπόθεση;

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ-ΚΕΡΚΥΡΑ

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Το έγκλημα του επιθετικού πολέμου είναι το υπέρτατο έγκλημα

 


του Ιωάννη Καλπούζου*

Η επίθεση κατά του Ιράν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ είναι ένα διεθνές έγκλημα. Αν αυτό σας ακούγεται κάπως απόλυτο, ηθικολογικό, αφελές ή φιλικό προς «τους μουλάδες», επιτρέψτε μου να καταφύγω στο θετικισμό του νομικού.

Δεν υπάρχει η παραμικρή νομική βάση. Ούτε ένοπλη επίθεση – ούτε παρούσα ούτε επικείμενη -, ούτε απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Δεν υπάρχει καν μια προσπάθεια – όπως υπήρχε στον επίσης παράνομο πόλεμο κατά του Ιράκ – νομικής δικαιολόγησης και επιχειρήματος.

Όχι μόνο γιατί οι κυβερνήσεις του Τραμπ και του Νετανιάχου δεν έχουν ούτε ενδιαφέρον ούτε ανάγκη νομικής δικαιολόγησης. Αλλά και γιατί από την μία πλευρά οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμα αποφασίσει γιατί το κάνουν ενώ, από την άλλη, το Ισραήλ αισθάνεται πλέον πολύ άνετα να δρα εκτός κάθε νόμου και με το στόχο εξόντωσης και εξάλειψης όλων των αντιπάλων του.

Όλα αυτά είναι γνωστά, προφανή και κατανοητά, εν πολλοίς, και από τους ενάντιους και από τους υποστηρικτές αλλά και από τους επαμφοτερίζοντες. Η διαφορά έγκειται στο αν αυτό έχει, εντέλει, σημασία.

Σύμφωνα με το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης το έγκλημα του επιθετικού πολέμου («έγκλημα κατά της ειρήνης» λεγόταν τότε) αποτελεί το υπέρτατο διεθνές έγκλημα γιατί περιέχει το τη «συσσωρευμένη απαξία του όλου» (the accumulated evil of the whole).

Δεν είναι λοιπόν μόνο η αξία και η προστασία της εθνικής κυριαρχίας που δικαιολογεί την απαγόρευση και την ποινικοποίηση του επιθετικού πολέμου. Είναι και ό,τι, αναπόφευκτα, επακολουθεί.

Ας δεχτούμε ότι η θανάτωση τουλάχιστον 175 μικρών κοριτσιών δεν έγινε με άμεσο δόλο. Φαίνεται, κατά την έρευνα του Guardian, ότι οφείλεται σε χρήση χάρτη δεκαετίας που παρουσίαζε το σχολείο ως μέρος ενός συμπλέγματος που περιείχε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο και ένα πολιτιστικό κέντρο των Φρουρών της Επανάστασης.

Δε θα ήταν δύσκολο ούτε για τους Αμερικάνους ούτε για τους Ισραηλινούς να επαληθεύσουν το χαρακτήρα του κτηρίου και οι συνθήκες της Γενεύης επιβάλλουν υποχρέωση συνεχούς μέριμνας αποφυγής επιθέσεων κατά αμάχων και την λήψη όλων των εφικτών μέτρων.

Τα μέσα παρακολούθησης που έχουν, δορυφορικά και άλλα, είναι εκτεταμένα. Ο Υπουργός Πολέμου (και ουχί Αμύνης) Hegseth βέβαια δεν ανέχεται, λέει, τέτοιους «ανόητους κανόνες». «Θάνατος και καταστροφή από τον ουρανό, όλη μέρα», είπε επίσης.

Είτε «λάθος» είτε προϊόν κολάσιμης αδιαφορίας και φονικού ενθουσιασμού, ο θάνατος αυτών των παιδιών εμπεριέχεται και είναι αποτέλεσμα του αρχικού εγκλήματος. Όχι μόνο ως αίτιο και αιτιατό.

Αλλά και επειδή και τα δύο εμπίπτουν στην ίδια στάση και λογική αδιαφορίας που βασίζεται στην απανθρωποποίηση του άλλου. Στην ανικανότητα πολιτικής σκέψης. Στην λογική της επίλυσης των διαφορών μέσω της θεαματικής βίας, της εξόντωσης του αντιπάλου, του φόνου.

Ο Γερμανός Καγκελάριος Μερτς, περισσότερο και από τους άλλους επαμφοτερίζοντες Ευρωπαίους, θεωρεί ότι όλα αυτά δεν έχουν και τόση σημασία. «Δεν είναι η ώρα για διαλέξεις.» Τι τραγωδία λοιπόν που η Γερμανία, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είναι αυτοί που αναθεωρούν και απορρίπτουν το θεμελιώδες dictum της Νυρεμβέργης.

Πιστέψτε με, η στάση μου απέναντι στη διεθνή τάξη που εγκαθιδρύθηκε το ’45 δεν είναι ρομαντική. Η νομική καταδίκη των αντιπάλων υπηρετούσε την εδραίωση ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας που παρείχε άπλετη ελευθερία στους επικεφαλής του και δυνατότητες εκμετάλλευσης των αδυνάμων.

Οι δε αρχή της εθνικής κυριαρχίας μπορεί να επιτρέψει τη συνέχεια διαφόρων καταπιεστικών καθεστώτων, όπως εξάλλου και η εξωτερική επιρροή. Η ιστορία του Ιράν, από το ’53 μέχρι σήμερα το δείχνει.

Η απροκάλυπτη εγκατάλειψη όμως των αρχών που το υποκριτικό αυτό σύστημα επέτρεπε να επιβιώνουν δεν οδηγεί μόνο στο γεωπολιτικό χάος που βλέπουμε. Αλλά και στην απανθρωποποίηση όλων μάς – θυμάτων, θυτών και συνεργατών.

*Ο Ιωάννης Καλπούζος είναι επισκέπτης καθηγητής στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ και έχει διδάξει, μεταξύ άλλων, στο Boston University και το City Law School.

TVXS