Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Ο φερετζές του ρατσισμού


Γκράφιτι- πρόσφυγες

Συντάκτης: Σταυρούλα Ματζώρου
Οι γονείς Δημοτικού Σχολείου στο Πέραμα διαμαρτύρονταν όχι γιατί δεν ήθελαν τα προσφυγόπουλα, αλλά γιατί δεν τους ενημέρωσε το κράτος πως στο σχολείο τους(;) θα μάθαιναν την αλφαβήτα παιδιά των καταυλισμών.
Η διευθύντρια του Δημοτικού Σχολείου στη Λάρισα, στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει τους δισταγμούς ορισμένων γονιών απέναντι στη φοίτηση των προσφυγόπουλων, μίλησε για έλλειψη ενημέρωσης.
Τελικώς, αθόρυβη η αράχνη ύφανε άλλον έναν φερετζέ για τον ρατσισμό μας: την έλλειψη ενημέρωσης.
Τι καραμέλα κι ετούτη: Ζητούν οι γονείς να είναι ενημερωμένοι. Γιατί; Δεν ξέρουν τι γίνεται με τους πρόσφυγεςΠού ζουν;
Δεν δάκρυσαν στη θέα των παγωμένων παιδιώνΔεν λύγισαν στην εικόνα των άψυχων κορμιών που ξέβραζε η θάλασσα;
Μα πού ζουν επιτέλους; Εξω από τον κόσμο;
Ή λένε μπαρούφες όσοι υποστηρίζουν ότι ζούμε στον αιώνα της πληροφορίαςΚαι μάλιστα τόσης που μπουχτίσαμε.
Ο άλλος τέσσερα χρόνια είναι κλεισμένος στην πρεσβεία του Εκουαδόρ γιατί έδινε και παραπάνω πληροφορίες απ’ όσες έπρεπε.
Και τι ακριβώς θέλουν να μάθουν όλοι αυτοί οι «καθαροί» γονείς; Αν τα παιδάκια είναι εμβολιασμένα;
Ξέρουν δηλαδή ότι οι συμμαθητές των παιδιών τους είναι όλοι εμβολιασμένοι;
Πηγαίνουν πριν ανοίξουν οι πόρτες του σχολείου τον Σεπτέμβρη και ζητούν βεβαιώσεις εμβολιασμών όλων των παιδιών;
Και έχει γίνει πια ανατριχιαστικό να τους ακούς«Δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…».
Αμα ξεκινάει η κουβέντα έτσι, είναι γνωστό και πού θα καταλήξει.
Βρε, ρατσιστές του κερατά, είμαστε. Πώς υποδεχτήκαμε τους Μικρασιάτες; Πώς τους Πόντιους;
Πώς λυσσάξαμε με το αριστούχο Αλβανάκι που κρατούσε τη σημαία;
Γιατί αναγκαζόταν ο Πύρρος Δήμας για να μην τον πούνε κλέφτη να κρατάει τα χέρια του ψηλά όταν βρισκόταν μέσα στα λεωφορεία και τα τρόλεϊ;
Με πόση κοροϊδία μεγάλωσε ο Αντετοκούνμπο;
Αλλά ό,τι κι αν σκαρφιστούμε για να μπούμε εμπόδιο στα «ξενάκια», κάποιο θα προχωρήσει τόσο που θα μας κάνει να ντρεπόμαστε – αν μπορούμε να νιώσουμε ντροπή.
Ο Μέλιος πάντως, ως κυνηγημένος πρόσφυγας πλέον, θα βρει τον δρόμο του – για να θυμηθούμε τον Κωνσταντινουπολίτη Μενέλαο Λουντέμη (Δημήτρης Βαλασιάδης).
Ο Μέλιος ήταν «το παιδί που μετρούσε τ’ άστρα».
Κι αν δεν βάλουμε τα παιδιά μας να διαβάσουν αυτό το βιβλίο, ας τα βάλουμε -για να ενημερωθούμε- να μετρήσουν πόσα προσφυγόπουλα έχουν φίλους, γιατί κι αυτά αστεράκια είναι, που τρεμουλιάζουν στον δικό μας βαρύ ουρανό.
EFSYN

Αυτοί είναι οι κόκκινοι και καταστρέφουν τη χώρα!

του Γραφέα Υπηρεσίας
Οταν καταργήσανε το 5ευρω από τα νοσοκομεία, δεν με άγγιξε γιατί εγώ δεν πάω σε δημόσιο νοσοκομείο
Οταν οι άνεργοι άρχισαν να κυκλοφορούν δωρεών στα ΜΜΕ, δεν με άγγιξε γιατί δεν είμαι άνεργος
Οταν οι ανασφάλιστοι αποκτήσανε δωρεάν πρόσβαση στα νοσοκομεία, δεν με άγγιξε γιατί δεν είμαι ανασφάλιστος.
Οταν μειώσανε τις ασφαλιστικές εισφορές από τους φτωχούς επαγγελματίες, δεν με άγγιξε γιατί δεν είμαι φτωχός επαγγελματίας
Οταν κάνανε το σύμφωνο συμβίωσης, δεν με άγγιξε γιατί δεν είμαι ομοφυλόφιλος
Οταν κάνανε τον νόμο για τους μετανάστες, δεν με άγγιξε γιατί δεν είμαι μετανάστης
Οταν σταματήσανε να διώχνουν τους δημόσιους υπάλληλους, δεν με άγγιξε γιατί δεν είμαι δημόσιος υπάλληλος
Οταν για πρώτη φορά τα σχολεία άνοιξαν με βιβλία και καθηγητές, δεν με άγγιξε γιατί δεν συχνάζω στο δημόσιο σχολείο
Οταν τα Χριστούγεννα οι συνταξιούχοι πήρανε το δώρο τους, δεν με άγγιξε γιατί δεν είμαι συνταξιούχος
Οταν αρχίσανε να δίνουν κανονικά τις επιδοτήσεις στους αγρότες, δεν με άγγιξε γιατί δεν είμαι αγρότης
Οταν κάνανε την απλή αναλογική, δεν με άγγιξε γιατί εγώ δεν ψηφίζω
Οταν…
Οταν…
Οταν…
Οταν…
…όλα τα «όταν» δεν με αγγίζουν!
Αυτοί είναι οι κόκκινοι και καταστρέφουν τη χώρα!
http://www.mplokia.gr/

Ο μισάνθρωπος



"Ενας ελάχιστα συγκαλυμμένος απολυταρχισμός, μια αλαζονική εξουσία εκατομμυριούχων που τάχα κόπτονται για τα συμφέροντα του απλού λαού, ένας αλλοπρόσαλλος ρατσισμός και στην κορυφή ένα κατασκευασμένο επικοινωνιακά πρόσωπο που δεν προοιωνίζεται τίποτε καλό για τους Αμερικανούς, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο".
EDITORIAL
Δεν χρειάστηκαν περισσότερες από δέκα μέρες για να βεβαιωθεί ο κόσμος για το αποκρουστικό πρόσωπο του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου.
Ελάχιστοι, βέβαια, είχαν αμφιβολίες για το αν οι προεκλογικές εξαγγελίες του θα γίνονταν κυβερνητικές αποφάσεις.
Ηδη από την ομιλία του στην τελετή ορκωμοσίας φάνηκε ο ακραίος σοβινισμός και ο χυδαίος λαϊκισμός που εκτοξεύτηκαν εναντίον όλου του κόσμου.
Ηδη όμως από την πρώτη μέρα ανάληψης των καθηκόντων του νέου προέδρου των ΗΠΑ συνέβη και το μοναδικό γεγονός με τις μαζικές διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων Αμερικανών πολιτών εναντίον του.
Ενας ελάχιστα συγκαλυμμένος απολυταρχισμός, μια αλαζονική εξουσία εκατομμυριούχων που τάχα κόπτονται για τα συμφέροντα του απλού λαού, ένας αλλοπρόσαλλος ρατσισμός και στην κορυφή ένα κατασκευασμένο επικοινωνιακά πρόσωπο που δεν προοιωνίζεται τίποτε καλό για τους Αμερικανούς, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο.
Ηταν η πρώτη φορά που στον καθιερωμένο λόγο του νέου προέδρου δεν ακούστηκαν οι λέξεις που παραπέμπουν στη δημοκρατική ή φιλελεύθερη κληρονομιά, ανεξάρτητα αν ο νεοεκλεγμένος ανήκει στο ένα ή το άλλο μεγάλο κόμμα.
Οι λέξεις δημοκρατία, ειρήνη, συνεργασία, ανθρώπινα ή πολιτικά δικαιώματα δεν ακούστηκαν ποτέ.
Ο άνθρωπος αυτός ξεχωρίζει γιατί μισεί τους ξένους, τους μαύρους, τους Λατινοαμερικανούς, τους μουσουλμάνους, τους ομοφυλόφιλους, τους πρόσφυγες, τους διανοούμενους, τους καλλιτέχνες, τους δημοσιογράφους, τους ανάπηρους, ακόμη και τις γυναίκες, παρά τα φαινόμενα.
Οσα μεσολάβησαν με αποκορύφωμα την απαγόρευση εισόδου προσφύγων, ακόμα και τη σύλληψή τους, δείχνουν ότι η μισαλλοδοξία αυτού του ανθρώπου είναι ο καλύτερος σύμμαχος όλων των τρομοκρατών, ανεξάρτητα από τη θρησκεία που επικαλούνται.
Και με αυτήν την έννοια αυτός θα είναι υπεύθυνος για όσα δεινά προκαλέσουν τα λόγια του και οι πράξεις του.
Το μόνο παρήγορο για την Αμερική και για τον κόσμο είναι ότι τα πρώτα σημάδια της αντίστασης είναι ήδη φανερά παντού.
efsyn

Ο τελευταίος ΔΟΛος

Το τέλος του ΔΟΛ (υπό τον Ψυχάρη – μακάρι να τον αναλάβουν οι εργαζόμενοι) σημαίνει το τέλος μιας εποχής. Της εποχής που ο κυρίαρχος εκδότης τηλεφωνεί στον πρωθυπουργό – μαριονέτα που εξέλεξε, του λέει «κοίτα να δεις, θέλω δάνειο» και ο πρωθυπουργός τού λέει «αμέσως».
του Νίκου Μωραΐτη
Να διευκρινίσω κάτι εξαρχής: Όπως ακριβώς ένα δελτίο ειδήσεων δεν καθορίζεται από το πώς λέει μετεωρολόγος τον καιρό, έτσι και μία εφημερίδα δεν παίρνει το τελικό της πρόσημο από τις πίσω της σελίδες.
ΤΑ ΝΕΑ και ΤΟ ΒΗΜΑ έχουν εξαιρετικούς δημοσιογράφους στο καλλιτεχνικό, στο εξωτερικό, στο ελεύθερο, στο αθλητικό ρεπορτάζ, ανθρώπους που κράτησαν ψηλά το κύρος της εφημερίδας την ώρα που οι πρώτες της σελίδες μετατρέπονταν σε μία άθλια φυλλάδα.
Γιατί αυτό ακριβώς συνέβη στα έντυπα του ΔΟΛ, από τη στιγμή που η κεφαλή του αποφάσισε να μην ελέγχει την πρώτη εξουσία ούτε καν να τη στηρίζει, αλλά να την υποκαταστήσει. Η αρχή επιχειρήθηκε επί σκανδάλου Κοσκωτά, όμως ο Ανδρέας ήταν «πολύ σκληρός για να πεθάνει». Όταν ήρθε το τέλος του, το συγκρότημα συντονισμένα άρχισε να κυβερνά. Ο ΔΟΛ επέλεξε Σημίτη, κάλυψε Ίμια και Οτζαλάν, ανέλαβε εργολαβία το «θαύμα του χρηματιστηρίου» -τη μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου κατά των φτωχών που συνέβη σε αυτή τη χώρα προ Μνημονίου-, επέβαλε τη δεύτερη νίκη Σημίτη με 1% διαφορά, συγκάλυψε Άκηδες, Τσουκάτους, Μαντέληδες, Siemens και γερμένα υποβρύχια. Αμέσως μετά το ντιμπέιτ Καραμανλή – ΓΑΠ βγήκε, πανηγυρίζοντας ότι «έσκισε ο Γιώργος», ο Γιώργος που δεν μπορεί να αρθρώσει μισή πρόταση… Κι ύστερα Παπαδήμος, κι ύστερα Σαμαράς, και μετά Μητσοτάκης και, κυρίως, η απίστευτη λύσσα των πρωτοσέλιδων και των βασικών αρθρογράφων κατά της Αριστεράς.
Ο ΔΟΛ ο δόλιος δεν το είχε σε τίποτα να βάψει τα μπλε πρωτοσέλιδά του κόκκινα με τη νίκη Τσίπρα, όπως τα είχε προηγουμένως αλλάξει από πράσινα σε μπλε. Ψάχνεις στον ανήθικο για ηθική;
Τότε επιχειρείται το τελευταίο deal: «Εγώ σου έβαψα την εφημερίδα μου κόκκινη, εσύ θα πάρεις τον τραπεζίτη να εκταμιεύσει νέο δάνειο». Αλλά η γάτα Ιμαλαΐων δεν είναι Σημίτης Ιμίων. Ο πρωθυπουργός είπε «όχι» και η λύσσα για την Αριστερά επέστρεψε στα πρωτοσέλιδα. Όμως το παιχνίδι είχε ήδη λήξει. Όσο κι αν έσκουζε ο Πρετεντέρης από την τελευταία σελίδα, το τέλος ήταν ήδη προδιαγεγραμμένο.
Το τέλος του ΔΟΛ σημαίνει την έξοδο στην ανεργία δεκάδων άξιων δημοσιογράφων, τεχνικών, ανθρώπων του μεροκάματου που πληρώνουν τώρα τον αέρα κοπανιστό και τα θαλασσοδάνεια εκείνων που έπαψαν να αρκούνται στην τέταρτη εξουσία και θέλησαν να γίνουν πρώτη. Αυτό στην πράξη, στην καθημερινή ζωή. Γιατί σε πολιτικό επίπεδο, το λουκέτο στο ΔΟΛ σημειολογικά σημαίνει μία πρώτου μεγέθους νίκη κατά της διαπλοκής και της διαφθοράς που κυρίευσαν τη χώρα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Φυσικά, ο ΔΟΛ δεν ήταν ο αποκλειστικός πόλος διαπλοκής στην Ελλάδα. Ήταν όμως ο πρώτος, ο εμβληματικός, ο αήττητος.
Το τέλος του ΔΟΛ (υπό τον Ψυχάρη – μακάρι να τον αναλάβουν οι εργαζόμενοι) σημαίνει το τέλος μιας εποχής. Της εποχής που ο κυρίαρχος εκδότης τηλεφωνεί στον πρωθυπουργό – μαριονέτα που εξέλεξε, του λέει «κοίτα να δεις, θέλω δάνειο» και ο πρωθυπουργός τού λέει «αμέσως».
altsantiri

Ένας Εξάγγελος δυσάρεστος πλην απαραίτητος



Αυτό είναι, φοβάμαι, το μείζον πρόβλημα των κοινωνιών και των πολιτειών μας, και κατ’ εξοχήν των δυτικών: το πρόσχημα· η μεταμφίεση· η παραλλαγή. Και αυτά ακριβώς είναι τα νέα, καθόλου ευχάριστα, που έχει να μας πει η Διεθνής Αμνηστία με τη νέα έκθεσή της, στεγασμένη υπό τον απερίστροφο τίτλο «Επικίνδυνα δυσανάλογη: η διαρκώς διευρυνόμενη “εθνική ασφάλεια” στην Ευρώπη». Πρόκειται για μια διεύρυνση, μια επέκταση που μειώνει διαρκώς τον ζωτικό χώρο των δικαιωμάτων και των ελευθεριών
του Παντελή Μπουκάλα
Δ​​ιαβάζοντας την πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, έκθεση που μόνο μελαγχολία μπορεί να προκαλέσει και να επιτείνει το άγχος μας για το τώρα και το αύριο του κόσμου που συνδιαμορφώνουμε, είτε μετέχοντας είτε αδιαφορώντας, σαν θουκυδιδικά «αχρείοι», σκεφτόμουν τον «Αγγελο Εξάγγελο» του Διονύση Σαββόπουλου και, ταυτόχρονα, τον Μπομπ Ντίλαν, μια και από τη δική του πηγή άντλησε ο Ελληνας τραγουδοποιός. Θυμίζω τα λόγια του Εξάγγελου, που έχει πια αποφασίσει να πάψει να λέει γλυκερές ψευτιές και να τολμήσει την αλήθεια· τη μόνη που μπορεί να μας απελευθερώσει, γιατί είναι και η μόνη που μας δείχνει καθαρότατα ποια δεσμά μάς εμποδίζουν, και πρέπει να τα πολεμήσουμε: «Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά / Η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα / Τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά / μ’ απέχουνε πολύ απ΄ την αλήθεια // Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει / και του ‘παμε να φύγει μουδιασμένα / Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, / καλύτερα να μη μας πει κανένα».
Απλά λόγια και σταράτα. Οπως σταράτες είναι οι δημόσιες παρεμβάσεις της Διεθνούς Αμνηστίας. Χάρη πρωτίστως στον δικό της λόγο, αμερόληπτα αυστηρό και ανεπίληπτα ουμανιστικό, και χάρη στη δική της πράξη, έγκαιρη, συστηματική και επίμονη, ο οικουμενικός θεσμός των μη κυβερνητικών οργανώσεων διασώζει το κύρος του. Κύρος που δυστυχώς, όπως συνειδητοποιούμε και σε σχέση με το προσφυγικό, πλήττεται βαριά από τη συμπεριφορά ΜΚΟ που σε άλλα αποβλέπουν και όχι στους προσχηματικά διακηρυσσόμενους φιλάνθρωπους στόχους τους.
Αυτό είναι, φοβάμαι, το μείζον πρόβλημα των κοινωνιών και των πολιτειών μας, και κατ’ εξοχήν των δυτικών: το πρόσχημα· η μεταμφίεση· η παραλλαγή. Και αυτά ακριβώς είναι τα νέα, καθόλου ευχάριστα, που έχει να μας πει η Διεθνής Αμνηστία με τη νέα έκθεσή της, στεγασμένη υπό τον απερίστροφο τίτλο «Επικίνδυνα δυσανάλογη: η διαρκώς διευρυνόμενη “εθνική ασφάλεια” στην Ευρώπη». Πρόκειται για μια διεύρυνση, μια επέκταση που μειώνει διαρκώς τον ζωτικό χώρο των δικαιωμάτων και των ελευθεριών.
Ας θεωρήσουμε, λοιπόν, απολύτως βέβαιο ότι πολλές κυβερνήσεις, όχι μόνο των 14 χωρών που καλύπτει η διετής ενδελεχής έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας, θα σκέφτηκαν ότι το καλύτερο θα ήταν να μη μας πει κανένα νέο η οργάνωση. Αφού δεν έχει να πει κάτι που να χαϊδεύει τ’ αυτιά μας και να βαυκαλίζει τις νυσταλέες συνειδήσεις μας και αφού δεν είναι καθόλου εύκολο να τη διαβάλουμε και να μειώσουμε ηθικά τον λόγο της, καλύτερα ας σωπάσει. Ευτυχώς η ευχή τους δεν έπιασε τόπο. Και δυο και τρεις φορές ευτυχώς που υπάρχει η
Αμνηστία για να ενισχύει με το τεκμηριωμένο υλικό της την ανεξάρτητη και ελευθερόφωνη δημοσιογραφία, όπου εξακολουθεί να ασκείται.
Με το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας και δήθεν για να περιφρουρηθεί το δικαίωμα στη ζωή, νομοθετούνται στην Ευρώπη, με διαδικασία μάλιστα φαστ τρακ, μέτρα τα οποία φαλκιδεύουν δικαιώματα και περιστέλλουν ελευθερίες που, αφελώς, τις θεωρούσαμε δεδομένες, κατοχυρωμένες, κατακτημένες διά παντός. Οχι όμως. Τίποτε δεν μπορούμε να θεωρούμε δεδομένο σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία. Και σε καμία ευρωπαϊκή χώρα, όσο κι αν επιμένουν όλες τους να καυχώνται για την τάχα αυταπόδεικτη πολιτισμική τους υπεροχή απέναντι στους νεοβάρβαρους που ντύνονται λέει πρόσφυγες ή μετανάστες και εισβάλλουν, αργά πλην μεθοδικά, για να μας αλλοιώσουν, να μας φθείρουν, να μας κατακτήσουν εκ των έσω. Αυτό το μισαλλόδοξο δόγμα κηρύσσουν ανενδοίαστα Ευρωπαίοι πρωθυπουργοί.
Και η πίστη ότι η προσφυγιά δεν είναι πόλεμος, ξεριζωμός και βαθιά στέρηση αλλά σκέτος δούρειος ίππος αποτυπώνεται στα υψηλότατα ποσοστά που κερδίζουν σχεδόν παντού πολιτικοί σχηματισμοί οι οποίοι δεν διστάζουν να κηρύξουν το μίσος, αλλά και να προχωρήσουν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον κάθε μειονότητας, όποια κι αν είναι η υπόσταση και η διαφορά της, φυλετική, εθνική, θρησκευτική, γλωσσική, σεξουαλική κ.λπ. Γιατί κάθε μειονότητα θεωρείται μολυσμένη αλλά και μολυσματική. Ιδιαίτερα αν την απαρτίζουν ξενόφερτοι.
Στην Αμερική ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε ήδη να υψώσει το τείχος του, για να αποκλείσει τους Μεξικανούς. Ο λεκτικός του τραμπουκισμός περνάει πια στη φάση της υλοποίησης. Στην Ευρώπη ωστόσο, που δίδαξε σαν πρωτοπόρος τον Τραμπ και δεν περίμενε να τον μιμηθεί, τα τείχη και οι φράχτες έχουν ήδη υψωθεί για να χωρίσουν τα εθνοτεμάχια, ερμητικά κλεισμένα μέσα στη φαντασιακή καθαρότητά τους, και να εμποδίσουν τη μεταναστευτική και προσφυγική ροή. Είναι απλό: στο υγρό αντιτάσσουμε το στέρεο, το τσιμεντένιο ή το σιδερένιο. Και κυρίως την αναλγησία μας.
Εκτός όμως από τους ορατούς, τους υλικούς φράχτες, υπάρχουν και άλλοι, άυλοι αυτοί, αόρατοι, αλλά επίσης δυσανάβατοι. Είναι οι φράχτες οι οποίοι χωρίζουν τη δράση που ευφημίζεται ως αντιτρομοκρατική από όσα ορίζουν οι νόμοι και οι συνθήκες. Είναι τα τείχη ανάμεσα στη θεοποιούμενη ασφάλεια και στις θεμελιώδεις ελευθερίες. Είναι η τάφρος που χωρίζει το συγκυριακό συμφέρον από τον σεβασμό των ουμανιστικών αξιών. Αίφνης, για να υπηρετηθεί το συμφέρον αυτό, σύμπασα η Ευρώπη αναγνωρίζει την Τουρκία ως χώρα ασφαλή για τους φανερά ή στο σκοτάδι επαναπροωθούμενους πρόσφυγες. Κι ας είναι ένα κράτος κραυγαλέα συρρικνωμένων δικαιωμάτων που διολισθαίνει προς τον απολυταρχισμό.
Ούτε την ευθύνη της για την έναρξη και τη συνέχιση των τόσων πολέμων αναγνωρίζει η πάντα αθώα Δύση ούτε το χρέος που της υπαγορεύουν οι διεθνείς συμφωνίες. Και επειδή η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας δεν αφιερώνει σελίδες στην Ελλάδα, ας δούμε, κι ας μελαγχολήσουμε ακόμη περισσότερο, πόσο σεβαστό γίνεται ένα τόσο αυτονόητο, τόσο ανθρώπινο δικαίωμα: το δικαίωμα των προσφυγόπουλων να μάθουν πέντε αράδες γράμματα, να ενταχθούν σε ένα σχετικά ήπιο περιβάλλον, να μαλώσουν και να φιλιώσουν με συνομήλικά τους, να νιώσουν ότι κάπου ανήκουν. Σαν μολυσμένα και μολυσματικά τα αντιμετωπίζει και αυτά μια κοινωνική μερίδα. Και κινητοποιείται για να τα αποκλείσει, συνήθως με χρυσαυγίτικη καθοδήγηση και με σχεδόν εμμονικές αναφορές στα εμβόλια.
Εδώ, λοιπόν, δεν είναι το κράτος εκείνο που στερεί δικαιώματα αλλά ένα τμήμα της κοινωνίας, που έρχεται μάλιστα σε σύγκρουση με ένα άλλο κομμάτι της κοινωνίας, το φιλόξενο. Κι αυτό συμβαίνει στο Νέο Ικόνιο. Στη συνοικία του Περάματος που πήρε το όνομά της από πρόσφυγες καταγόμενους από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας. Ακόμη κι ο Αγγελος Εξάγγελος θα δίσταζε να πει ένα τέτοιο νέο όλο φαρμάκι.
καθημερινή

Πρώτο θέμα είναι σήμερα ο κίτρινος Τύπος



του Κώστα Παπαντωνίου
"Tον κίτρινο, σκανδαλοθηρικό Τύπο θα πρέπει να τον βλέπουμε όχι μόνο ως αποτέλεσμα της συγκυρίας ή ατομικών ευθυνών και προτιμήσεων των δημοσιογράφων, των εκδοτών και του κοινού, αλλά αντίθετα, πρωτίστως ως προϊόν των κοινωνικών συνθηκών", υπογραμμίζει ο Καθηγητής του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ Γ. Πλειός
Αν κάποιος σήμερα θέλει να μάθει περισσότερα για τον ηθοποιό Πέτρο Φυσσούν που πέθανε πρόσφατα, θα μάθει πρώτα «για την καλόγρια κόρη του» και ότι «πέθανε φτωχός και ξεχασμένος». Αν θελήσει πάλι να μάθει για τον συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα, που πέθανε πριν από τρία χρόνια, θα μάθει «για την έκφυλη ζωή του». Αν θέλει να μάθει περισσότερα για έναν εν ζωή και ενεργό καλλιτέχνη και πληκτρολογήσει στην Google το όνομα του Σταμάτη Κραουνάκη, θα δει ότι η πρώτη σχετική αναζήτηση είναι «κραουνάκης γκέι», αν το κάνει για την Άλκηστις Πρωτοψάλτη, θα δει ότι η πρώτη σχετική αναζήτηση είναι «άλκηστις πρωτοψάλτη λεσβία».
Αν κάποιος κάνει το ίδιο με πολιτικούς, κι επιλέξει τη Δέσποινα Κουτσούμπα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα διαβάσει ότι «ξεμαλλιάστηκε» με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου της Πλεύσης Ελευθερίας. Αν πατήσει πάλι το όνομα της Ζωής Κωνσταντοπούλου, θα δει ότι η πρώτη σχετική αναζήτηση είναι «ζωή κωνσταντοπούλου λεσβία». Αν πληκτρολογήσει κάποιος το όνομα της υπουργού Εργασίας Έφης Αχτσιόγλου, θα μάθει «γιατί την έβαλαν» στη θέση της υπουργού και θα δει στην πρώτη σχετική αναζήτηση το όνομά της δίπλα σε αυτό του προκατόχου της Γιώργου Κατρούγκαλου σε μια πονηρή σύνδεση. Αν κάποιος θέλει να δει ποια είναι η υπουργός αρμόδια για τα κοινωνικά θέματα, θα μάθει ότι η Θεανώ Φωτίου υπήρξε «καθηγήτρια στο Πολυτεχνείο χωρίς διδακτορικό», όπως θα μάθει και για τα γεμιστά της. Αν πάλι ο χρήστης επιχειρήσει να πληροφορηθεί για την πρώην υπουργό Νάντια Βαλαβάνη δεν θα δυσκολευτεί να βρει το... «αποκαλυπτικό ρεπορτάζ» του «Πρώτου Θέματος», που λέει ότι η μητέρα της σήκωσε 200.000 ευρώ πριν από το δημοψήφισμα.

Από τη Louella Parsons στον Θέμο Αναστασιάδη

Το φαινόμενο της κίτρινης δημοσιογραφίας δεν είναι καινούργιο. «Κάτι ανάλογο συνέβαινε στις αρχές της δεκαετίας ’70 στην Ελλάδα σε συνθήκες μαζικής κυκλοφορίας απολογητικών της χούντας εντύπων, πολιτικής νηνεμίας και απάθειας, αλλά και γλεντζέδικης ατομικιστικής ζωής των περισσότερων» μας λέει ο Γιώργος Πλειός, καθηγητής του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Παρόμοια φαινόμενα «εμφανίστηκαν στην Αμερική στα τέλη του 19ου αιώνα, στη λεγόμενη ‘νέα δημοσιογραφία’ σε μια εποχή μαζικοποίησης των εφημερίδων, αλλά και στον λαϊκότροπο κινηματογράφο της δεκαετίας ’30 που παρουσίαζε παρόμοια συμπτώματα, και η οποία ανέδειξε μια »κορυφή« του σκανδαλοθηρικού Τύπου, τη Louella Parsons. Να μην ξεχάσουμε βέβαια και την ελληνική βιντεοταινία του δεύτερου μισού των ’80».
Οι λόγοι άνθησης της κίτρινης δημοσιογραφίας σήμερα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Στην ανάγκη των νέων μέσων για τεράστιο όγκο πληροφόρησης και στις κοινωνικές συνθήκες, όπως «η ατομικά απομονωμένη χρήση του μέσου, η χοντροκομμένη αισθητική, η ωφελιμιστική λογική του, η αναγκαστική κρίση σε συνθήκες πολιτιστικής στέρησης και κοινωνικο-πολιτικής απάθειας και κυνισμού» υπογραμμίζει ο Γ. Πλειός.

Γιατί ο κόσμος τα διαβάζει

Σύμφωνα με την κοοπερατίβα ψηφιακής επικοινωνίας Sociality, τα άρθρα που βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της αναζήτησης στην Google είναι αυτά που διαβάζονται περισσότερο και τα οποία εξασφαλίζουν ακόμη μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα αν το δημοσίευμα ή το σχετικό link εμφανίζονται σε αρκετές ακόμη σελίδες.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των μιντιακών ομίλων που ανεβάζουν και ποστάρουν μέσα από πολλά διαφορετικά μέσα. Η λογική είναι «κοιτάξτε ένα καταπληκτικό άρθρο». Γιατί όμως όλοι κοιτούν αυτό το καταπληκτικό άρθρο;
Πέρα από τα τεχνολογικά κόλπα, υπάρχει μια σαφής τάση του κόσμου προς τα σκανδαλοθηρικά άρθρα. «Tον κίτρινο, σκανδαλοθηρικό Τύπο θα πρέπει να τον βλέπουμε όχι μόνο ως αποτέλεσμα της συγκυρίας ή ατομικών ευθυνών και προτιμήσεων των δημοσιογράφων, των εκδοτών και του κοινού, αλλά αντίθετα, πρωτίστως ως προϊόν των κοινωνικών συνθηκών» υπογραμμίζει ο Γ. Πλειός. «Η πολιτική και κοινωνική απάθεια, ο ατομικιστικός προσανατολισμός του βίου των ανθρώπων, στο έδαφος μιας ηδο-νιστικής προ-οπτικής, που εύκολα μπορεί να γίνει ηδονο-βλεπτική, σε συνθήκες κρίσης και αποσάρθρωσης του κοινωνικού ιστού, σε συνθήκες αβεβαιότητας για την ατομική και συλλογική μας υπόσταση και πορεία, αποτελούν παράγοντες που διευκολύνουν την άνθηση αυτού του Τύπου».

Ανεξίτηλο στίγμα

Σε σχέση με το παρελθόν, το αποτύπωμα της κίτρινης δημοσιογραφίας είναι σαφώς πιο έντονο. Παλιότερα ήταν θέμα ολίγων ημερών ένα θέμα να ξεχαστεί. Πλέον μια απλή αναζήτηση στην Google, διατηρεί συκοφαντικά και σκανδαλοθηρικά άρθρα επ’ άπειρον.
Ακόμη κι αν υπάρξει επανόρθωση από το μέσο που ανέβασε την ψευδή είδηση, αυτή πολύ δύσκολα θα γίνει viral. Συνεπώς, το άρθρο που θα αποκαθιστά την πραγματικότητα δεν έχει καμία τύχη να βρεθεί στα πρώτα θέματα της αναζήτησης στην Google.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Νάντιας Βαλαβάνη. Το ψευδές άρθρο που δημοσιεύτηκε από το «Πρώτο Θέμα» είχε 1.852 shares. Το άρθρο που αποκαθιστούσε την αλήθεια με τίτλο «Το εξώδικο της Βαλαβάνη για τα capital controls» είχε 541 shares. Ξεχωριστή σημασία έχει όμως η αιτιολόγηση του λάθους από το «Πρώτο Θέμα», αναφέροντας ότι η πληροφόρηση «στηρίχθηκε σε ισχυρισμούς που προέβαλαν στελέχη της αντιπολίτευσης (σ.σ.: της Ν.Δ.) στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου».

Τι επιδιώκεται

Αυτός που θέλει να κάνει κίτρινη δημοσιογραφία, «δεν έχει παρά να λέει φωναχτά, να κράζει τις προκαταλήψεις που άλλοι σιγοψιθυρίζουν στα καφενεία, στα σαλόνια ή στις ‘γειτονιές’», λέει ο Γ. Πλειός. Η κίτρινη δημοσιογραφία έχει ένα πολύ απλό στόχο: «Το κέρδος. Αυτό μπορεί να είναι οικονομικό »λ.χ., όταν ως αποτέλεσμα του κιτρινισμού πωλούνται περισσότερα φύλλα«. Μπορεί να είναι πολιτικό »λ.χ., όταν αυξάνεται η εγκληματικότητα στη δημοσιότητα προκειμένου να δημιουργηθεί αίσθημα ανασφάλειας και εν τέλει να πωληθούν ευκολότερα ορισμένες υπηρεσίες προστασίας ή ιδιωτικής αστυνόμευσης«. Μπορεί να είναι και πολιτιστικό καθώς »μπορεί να είναι η διάθεση ορισμένων να διατηρηθούν ή να προκληθούν ορισμένες αξίες, ή προσήλωση σε αυτές, καθώς και κανόνες συμπεριφοράς στο όνομα πολιτικών (λ.χ., ρατσιστικών και εθνικιστικών), θρησκευτικών (λ.χ., φονταμενταλιστικών), καλλιτεχνικών κ.ά. πεποιθήσεων".

Ψυχολογικό “εμβόλιο”

Ο «ιός» των παραπλανητικών και ψεύτικων ειδήσεων ίσως μπορεί να αντιμετωπισθεί σε έναΝ βαθμό με ένα ψυχολογικό «εμβόλιο», υποστηρίζουν ερευνητές των πανεπιστημίων Κέμπριτζ, Γέιλ και Τζορτ Μέισον με επικεφαλής τον κοινωνικό ψυχολόγο Σάντερ βαν ντερ Λίτνεν. Σχετική δημοσίευση έκαναν πρόσφατα στο περιοδικό “Global Challenges".
Σε ένα καμουφλαρισμένο πείραμα παρουσίασαν σε πάνω από 2.000 άτομα δύο διαφορετικά επιχειρήματα για την κλιματική αλλαγή, ένα αληθές και ένα ψευδές. Όταν αυτά παρουσιάστηκαν με τη σειρά αυτή, τότε η επίδραση της ψεύτικης είδησης ήταν μεγαλύτερη από αυτή της αληθινής. Όταν όμως στην αρχική αληθινή πληροφορία υπήρχε και ενημέρωση για την παραπληροφόρηση εν είδει «εμβολίου», τότε οι κατοπινές τελείως παραπλανητικές «ειδήσεις» είχαν πολύ λιγότερη απήχηση στους ανθρώπους που προηγουμένως είχαν «εμβολιασθεί», σε σχέση με όσους δεν είχαν κάνει το ίδιο.

Τι απαντά η Google

Η Google μάς λέει ότι υπάρχει διαδικασία αν επιθυμεί κάποιος χρήστης να ζητήσει από μηχανές αναζήτησης, όπως η ίδια, να καταργήσουν τα αποτελέσματα αναζητήσεων που περιλαμβάνουν το όνομά τους. Για να έχουν αυτό το δικαίωμα οι χρήστες, οι πληροφορίες που εμφανίζονται θα πρέπει να είναι ακατάλληλες, να μην είναι ή να έχουν πάψει να είναι συναφείς ή να είναι υπερβολικές. Η διαδικασία λέγεται Right to be forgotten και ο ορισμός της παρέχεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με σχετική απόφαση από τον Μάιο του 2014.

Το φάντασμα του 1984

Από την πλευρά του ο Γ. Πλειός, επισημαίνει πως το πρόβλημα «δεν είναι τεχνικό και άρα η Google μόνο οριακά μπορεί να παρέμβει». Προσθέτει όμως ότι έτσι κι αλλιώς «δεν θα πρέπει να επιθυμούμε μια τέτοια παρέμβαση ή γενικότερα να δίνουμε τη δυνατότητα επιβολής των δημοκρατικών κανόνων σε μια ιδιωτική εταιρεία και μάλιστα παγκόσμια». Κι αυτό γιατί «το φάντασμα του ‘1984’ καραδοκεί πάντα» και υπάρχει ο κίνδυνος «το Ίντερνετ να πάψει σταδιακά να είναι ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης». «Στα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα ταιριάζουν και είναι αποτελεσματικές κοινωνικές και πολιτικές λύσεις. Όχι τεχνικές» υπογραμμίζει ο καθηγητής.
avgi

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Επιτάφιος θρήνος: Ο ΔΟΛ έπεσε υπέρ πίστεως και …ΝΔ


του Γιώργου Λακόπουλου
Κλείνει ο ΔΟΛ; Αν κριθεί από το κείμενο που εμφανίστηκε στο κυριακάτικο «Βήμα»-και εμφανώς ΔΕΝ έχει γράψει ο ίδιος ο Σταύρος Ψυχάρης- προς  κλείσιμο πάει. Η ανακοίνωση αναφέρεται σε αναστολή «εντός των ημερών». Έστω και αν κάποια από τα προσωπικά αντικείμενα του Ψυχάρη αφαιρέθηκαν ήδη από τον 5ο όροφο του κτιρίου της οδού Μιχαλακοπούλου 80, μοιάζει περισσότερο με έσχατο μέσο «ψυχαρικής» τακτικής για άσκηση πίεσης,  παρά με οριστική κοινοποίηση κλεισίματος. Αλλά ες αύριον τα σπουδαία…
Ούτως ή άλλως, όμως,  υπάρχει  ένα ερώτημα. Γιατί ένας από τους δυο εκδοτικούς πυλώνες της χώρας εδώ και πολλές δεκαετίες  έφτασε σ’ αυτό το σημείο;  Υπάρχουν δυο εύκολες απαντήσεις.
Η μία υπάρχει στην ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε με την υπογραφή «Το Βήμα»- και όχι «ΔΟΛ»- περισσότερο σαν δημοσιογραφικό κείμενο παρά σαν πράξη της ιδιοκτησίας.
Φταίνε «οι πιστώτριες  τράπεζες  που αποφάσισαν να δεσμεύσουν – και δέσμευσαν- προς όφελός τους, έναντι των δανείων που έχουν χορηγήσει, κάθε έσοδο του Οργανισμού».Που «αδιαφόρησαν για την τύχη των 500 και πλέον εργαζομένων, οι οποίοι απλήρωτοι επί μήνες έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους προκειμένου να διασώσουν τις εκδόσεις και τα άλλα Μέσα του Οργανισμού»  και «με τις σαράφικες επιλογές τους στραγγαλίζουν τις καταξιωμένες στη συνείδηση του ελληνικού λαού φωνές της ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης και επιχειρούν να σβήσουν από τον εκδοτικό χάρτη τις σοβαρότερες εκφράσεις ορθολογισμού και εθνικού συμφέροντος».
Η ανακοίνωση αναφέρει ότι «στην πραγματικότητα οι δύο εφημερίδες, που εκδίδονται από τη δεκαετία του ’20, φιμώνονται» και  ότι «η διοίκηση του ΔΟΛ επιφυλάσσεται να αναπτύξει δημοσίως τα επιχειρήματά της σχετικά µε τη δίωξη του Οργανισμού» .
Προκαλε ίπάντως  εντύπωση η κατάληξη: «Οι  εργαζόμενοι, όλοι όσοι υπηρέτησαν και υπηρετούν τις αξίες της ακηδεμόνευτης δημοσιογραφίας, συνεχίζουν και θα συνεχίσουν, παρά τις αντιξοότητες, τον αγώνα για τη διάσωση του Οργανισμού, των ιστορικών εφημερίδων και των άλλων εκδόσεών του». Δηλαδή; Θα δείξει…
Η άλλη εύκολη απάντηση είναι ότι φταίει ο Ψυχάρης – ίσως και ο Λαμπράκης.που του κληροφόρησε τον ΔΟΛ.  Ο υπερ -δανεισμός -όταν οι τραπεζικές πόρτες άνοιγαν με ένα τηλέφωνο-,το κακό μάνατζμεντ  και η ανάθεση τα τελευταία χρόνια ρόλων σε πρόσωπα που  δεν μπορούσαν να διεκπεραιώσουν- οδήγησαν στο μοιραίο αποτέλεσμα. Ειδικά με την αλλαγή εκδοτικής γραμμής και την εγκατάλειψη της δημοκρατικής παράταξης υπέρ της Δεξιάς, ο ΔΟΛ  άφησε  το κοινό του και άλλαξε φυσιογνωμία.
Έτσι κι αλλιώς όταν μια επιχείρηση δεν μπορεί να πληρώσει τα δάνειά της και το προσωπικό της κλείνει. Δεν είναι τραπεζικό κριτήριο ότι έτσι «θα υποβαθμιστούν αξίες του αστικού μεταπολεμικού συστήματος και θα καταρρεύσουν βασικές εστίες των Γραµµάτων, της Τέχνης και του Πολιτισμού», όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του Βήματος
Προφανώς ο σημερινός ιδιοκτήτης του  ΔΟΛ έχει τις ευθύνες του- εκ της θέσης του και των επιλογών του. Και φυσικά είναι υπόλογος έναντι των δανειστών, του προσωπικού και των κρατικών αρχών για οτιδήποτε τον αφορά –και είναι πολλά.  Αλλά ο ίδιος  είχε λόγο να επιδιώξει τη διάσωση και να θυσιάσει πολλά γι’ αυτό.  Όχι για να κερδίσει κάτι- ήδη έγινε αρκετά πλούσιος από τον ΔΟΛ.  Αλλά γιατί είναι προσωπικά ταυτισμένος με το Συγκρότημα, έχει νοοτροπία επικράτησης και επιπλέον χρειάζεται τις εφημερίδες ως ασπίδα.
Εύκολα  μπορεί να πέσει το ανάθεμα στον Ψυχάρη- αλλά δεν αποτελεί εξήγηση για όσα έγιναν το τελευταίο διάστημα. Όσοι ξέρουν πρόσωπα και πράγματα επιμένουν ότι τα τελευταία χρόνια «δεν υπάρχει Ψυχάρης». Για λόγους που είναι γνωστοί. Δεν κάνει ο ίδιος τις επαφές με πολιτικούς, τραπεζίτες και οικονομικούς παράγοντες, δεν διοικεί ο ίδιος την επιχείρηση, δεν διευθύνει τις εφημερίδες, δεν έχει επαφή με τους εργαζόμενους και εικόνα για την κατάσταση,δεν  διαμορφώνει καν τη <γραμμή>.
Προφανώς γι’ αυτό δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι ο ΔΟΛ χρεοκόπησε πρώτα δημοσιογραφικά -χάνοντας κυκλοφορία επειδή άλλαξε στρατόπεδο και οι εφημερίδες του δεν ήταν πια κεντροαριστερές- και μετά οικονομικά.  Πρώτα ηττήθηκε ως εκδοτικός φορέας με συγκεκριμένο ιστορικό φορτίο και μετά έχασε την πολιτική ισχύ του.
Αυτό συνέβη γιατί κάποιοι εκμεταλλεύθηκαν τη φυσική αδυναμία και τα διαχειριστικά προβλήματα του Ψυχάρη και πρόσδεσαν τις εφημερίδες στο άρμα το Σαμαρά και μετά του Μητσοτάκη ανοίγοντας μέτωπο με τον Τσίπρα προς τον οποίο κατευθύνονταν οι αναγνώστες τους. Αντι να τους ακολουθησουν τους επιτιμούσαν.
Μια συγκεκριμένη αρθρογραφία τα σηματοδότησε όλα αυτά – με χολερικό τρόπο ενίοτε- ως αψευδής μάρτυρας.  Έτσι ολοκληρώθηκε η  ζημιά που είχε ήδη επιφέρει  οι «μαρμαράδες» -που έλεγε ο Νίκος Νικολάου-  όταν αποδυνάμωναν   διαδοχικά τις δυο εφημερίδες από την σπιρτάδα του ρεπορτάζ, υπέρ των… τεχνικών «αναβαθμίσεων» .
Ήταν το στρατηγικό λάθος που δεν έπρεπε να γίνει. Και προφανώς αυτό συνειδητοποίησε- πολύ καθυστερημένα-  ο Ψυχάρης με την απόπειρα αναφέρει πίσω τον άνθρωπό του -προτού πολιτευτεί – Βασ. Μουλόπουλο. Για να συμβεί το αδιανόητο- απόδειξη πόσο είχε χάσει τον έλεγχο: συνάντησε  …αντιστάσεις από τους ίδιους που τον παρέσυραν στον φιλονεοδημοκρατικό όλεθρο. Στο μαγαζί του  διασυρονταν αυτός που ο ίδιος είχε καλέσει να συνδράμει!
Η ΝΔ  και οι φίλοι της βρήκαν από τα ρούχα τους. Είχαν φτάσει στο σημείο να εκλαμβάνουν τον ΔΟΛ ως σταθερό προγεφύρωμα τη Δεξιάς και ως  «μίασμα» ότι προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Που να τα περιμένει παλαιότερα αυτά ο Ψυχάρης όταν κανάκευέ  Βρούτους…
Αυτές οι αντιστάσεις επεκτάθηκαν, όπως λένε οι γνωρίζοντες, και στις τελευταίες απόπειρες διάσωσης. Κάποιοι προέβαλαν την επιχειρούμενη διάσωση ως …»σχέδιο άλωσης του Τύπου”  από τον Τσίπρα. Τα είπε άλλωστε και  ο ίδιος Μητσοτάκης στη Βουλή-  σαν να του έπεφτα λόγος για τις επιλογές ενός ιδιώτη. Και ακολούθησαν, ως ηχώ του, η Φώφη και Σταύρος. Α, είχε προηγηθεί ο απαραιτητος Βενιζέλος που εχει πλεόν ψυχολογία: εναντιον του Τσίπρα νάναι κι ότι νάνει…
Για να μην κρυβόμαστε πίσω από τον Μουλοπουλό μας.  Για πολλά έχει  ευθύνη έχει ο Ψυχάρης. Αλλά το λουκέτο δεν σχετίζεται με την αδυναμία να βρεθεί λύση επιβίωσης. Επιβάλλεται από συγκεκριμένους κύκλους για έναν, ανομολόγητο  αλλά εμφανή ,  λόγο: μην χαθεί ο ΔΟΛ, ως υποστήριγμα της ΝΔ.  Το δόγμα είναι : καλύτερα να κλείσει, παρά να πάει με τον Τσίπρα.
Με άλλα λόγια οι -δύσκολες ούτως ή άλλως- λύσεις της επιβίωσης που  εξετάσθηκαν για να  ανακουφίσουν τους εργαζόμενους , τορπιλίσθηκαν   από όσους είχαν οδηγήσει τον ΔΟΛ στο στρατόπεδο της Δεξιάς εκμεταλλευόμενοι την προσωπική αδυναμία του Ψυχάρη. Οι ίδιοι προκειμένου να επιστρέψει στο φυσικό -αντιδεξιό προφανώς – χώρο του,  έκαναν οτι μπορούσαν για να τινάξουν στον  αέρα τις απόπειρες συνέχισης της έκδοσης των εφημερίδων του. Με κυνισμό και αλλαζονεία.  Εστω και  το πιστευαν  υπονομευσαν το μελλον των εργαζόμεων.
Το σκηνικό θυμίζει λίγο την άλωση -αφού χρησιμοποιείται ο όρος- της  Κωνσταντινούπολης: “Κάλλιο ειδέναι  φακιόλιον Τούρκικον παρά καλύπτραν λατινικήν” . Καλύτερα να κλείσει, παρά να τον χάσει ο Κυριάκος.
Ο ίδιος ο πρόεδρος της ΝΔ όταν του ζητήθηκε προ ημερών μια δήλωση υποστήριξης έστειλε ένα κείμενο το οποίο  ήταν αδύνατο να δημοσιευτεί, καθώς  κρεμούσε στο τσιγκέλι τον Ψυχάρη.
Ακόμη και στο περιθώριο συνέλευσης των εργαζομένων ακούσθηκε η ανατριχιαστική εκτίμηση: “Ο Μητσοτάκης δεν θα δεχθεί τέτοια λύση”. Δηλαδή δεν θα δεχθεί τη συνέχιση της απασχόλησης των εργαζομένων, αν πρόκειται να μην τον υποστηρίζει ο ΔΟΛ;
Δεν ξέρουμε αν ο ίδιος ο Κυριάκος έχει πράγματι τέτοιου είδους εμπλοκή΄-πέραν των όσων είπε στη Βουλή- ή απλώς κάποιοι λειτουργούν ως κολαούζοι του -οπως εμφαίζονται. Μητσοτκαικοτεροι του Μητσοτακη,   εναντιώθηκαν σε λύσεις που θα σήμαιναν αλλαγή γραμμής, δηλαδή επάνοδο στην παραδοσιακή γραμμή του ΔΟΛ κατά τη Δεξιάς , ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις επιβίωσης.
Από όσους είχαν εμπλοκή στο παρασκήνιο -η οικογένεια του Ψυχάρη και πρόσωπα που τον επηρεάζουν -λέγεται οτι μόνο  ο Αντώνης Καρακούσης πάσχισε ειλικρινά να βρεθεί λύση που διασώζει το ψωμί των εργαζόμενων. Προσπάθησε επίσης και ο Παν. Λάμψιας που φορτώθηκε  την ευθύνη να βγαίνουν τα ΝΕΑ κανονικά  -μετά την παραίτηση του τελευταίου διευθυντή, επί των ημερών του οποίου άδειασε η εφημερίδα  από στελέχη.
Στην πραγματικότητά παίχτηκαν πολιτικά παιχνίδια και ο ΔΟΛ υπήρξε θύμα τους. Παιχνίδια υπερ της ΝΔ. Η ειδικευόμενη σε θέματα ΜΜΕ ιστοσελίδα “ Ενημέρωση 24” ανέφερε  χαρακτηριστικά . “ Γιατί διευθυντικά στελέχη, αρχισυντάκτες και μεγαλόσχημοι δημοσιογράφοι του ΔΟΛ έκριναν ότι είναι καλύτερο να κλείσει το μαγαζί και εργάστηκαν σε αυτή την κατεύθυνση από το να δώσει λύση η κυβέρνηση ή να το αναλάβει ο Σαββίδης; Όταν γίνονταν συζητήσεις για να περάσει και επίσημα ο ΔΟΛ (γιατί ανεπίσημα είχε περάσει εδώ και καιρό) στη σφαίρα επιρροής της δεξιάς παράταξης (βλ. Αλαφούζος) γιατί δεν αντέδρασε κανείς;”
Υπάρχουν και άλλα ερωτήματα. Αν ήταν δυνατόν να συστήνονται εξεταστικές επιτροπές και υποθέσεις του Τύπου θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον μια Επιτροπή Ηθικής Τάξης για τον ΔΟΛ. Για να βάλει το δάκτυλο επι τον τύπον τον ήλων και τον κάθε τζαναμπέτη στη θέση του.

Η Novartis κορυφή του παγόβουνου



Μπορεί η Novartis να αποτελεί σήμερα την κορυφή του παγόβουνου, όμως η διαφθορά, οι ακραίες υπερτιμολογήσεις υλικών και φαρμάκων, συνιστούν ένα οικονομικό σκάνδαλο διαρκείας στον χώρο της Υγείας, σε βάρος των ασφαλισμένων και του δημοσίου συμφέροντος εν γένει.
της Μαρίας Καλυβιώτου
Τον ασκό του Αιόλου έχουν ανοίξει οι αποκαλύψεις για τον χρηματισμό χιλιάδων γιατρών, κρατικών υπαλλήλων, πρώην υπουργών και επιχειρηματικών στελεχών από τη φαρμακευτική εταιρεία Novartis, ένα σκάνδαλο που σύμφωνα με πλήθος κυβερνητικών στελεχών αναμένεται να αποδειχθεί μεγαλύτερο και από αυτό της SIEMENS.
Μπορεί η Novartis να αποτελεί σήμερα την κορυφή του παγόβουνου, όμως η διαφθορά, οι ακραίες υπερτιμολογήσεις υλικών και φαρμάκων, συνιστούν ένα οικονομικό σκάνδαλο διαρκείας στον χώρο της Υγείας, σε βάρος των ασφαλισμένων και του δημοσίου συμφέροντος εν γένει.
«Το ουσιαστικό είναι ότι όλα αυτά γίνονται όταν υπάρχουν αδιαφανείς διαδικασίες» σχολιάζει ο αντιπρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ) Ηλίας Γιαννόγλου, μιλώντας στην κυριακάτικη «Αυγή». «Το βασικό», τονίζει, «είναι να δημιουργήσεις τέτοιους θεσμούς που να μην μπορούν να προκύπτουν περιστατικά όπως αυτό με τη Novartis, ένα θεσμικό πλαίσιο που πρέπει να αφήσεις εσύ ως αποτύπωμα, πέραν του να καταγγείλεις τι έκαναν οι προηγούμενοι».
Μεγάλο πάρτι έλαβε χώρα την περίοδο 2000-2009 στον τομέα του φαρμάκου, με την Ελλάδα να παίρνει την πρωτιά σε δαπάνες για φάρμακα ως προς το ΑΕΠ (2,8%), όπως προκύπτει από μελέτη - σταθμό για την πολιτική υγείας στη χώρα μας που διενήργησε ομάδα ερευνητών της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας. Τα 5,5 δισ., ευρώ έφτασε η δημόσια δαπάνη για το φάρμακο το 2009, κάτι που ο Ηλίας Γιαννόγλου χαρακτηρίζει «εξωφρενικό», προσθέτοντας πως «εννοείται ότι ένα μεγάλο κομμάτι αυτού του ποσού πήγαινε για δωροδοκίες. Σήμερα, η δαπάνη έχει πέσει στο 1,945 δισ. ευρώ.

Κρίσιμος κρίκος οι γιατροί

«Κρίσιμος κρίκος» για την ανάπτυξη δικτύου συναλλαγών με μαύρο χρήμα «είναι οι γιατροί» τονίζει ο αντιπρόεδρος του ΕΟΦ. «Μια εταιρεία προσπαθεί να επηρεάσει τους γιατρούς να επιλέξουν το φάρμακό της με τρόπο που μπορεί να είναι απολύτως νόμιμος, βάσει επιστημονικών δεδομένων, μέχρι απολύτως παράνομος, με χρηματισμό» εξηγεί.
Υπάρχουν όμως κι άλλες τακτικές που έχουν παγιοποιηθεί: Εταιρείες αποσύρουν φθηνά φάρμακα από την αγορά και εισάγουν καινούργια μόρια, πολλαπλάσιας αξίας. Άλλη μια τακτική που έχει γίνει «νόμος» είναι η παράκαμψη των πρώτων σταδίων μιας θεραπείας που έχουν χαμηλό κόστος και η μεταπήδηση σε επόμενα στάδια, με σκευάσματα υψηλού κόστους. Τέλος, ιδιαίτερα στέκεται ο αντιπρόεδρος του ΕΟΦ και στο «τεράστιο θέμα με τα συνέδρια», τα οποία είναι «κυρίως προωθητικά, δηλαδή διαφημιστικά των εταιρειών. Από τη στιγμή που δέχεται κανείς να πληρώσει μια εταιρεία οποιαδήποτε συμμετοχή, αναλαμβάνει και μια υποχρέωση απέναντί της».

Η Ελλάδα χώρα - κλειδί για την αγορά φαρμάκου

Η Ελλάδα έχει γίνει μια χώρα στρατηγικής σημασίας για τον καθορισμό της τιμής των φαρμάκων στην Ευρώπη· αυτός είναι ο λόγος που η Ελλάδα είχε νευραλγική σημασία και για τη Novartis. Ο μηχανισμός αυτός έχει να κάνει με το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι χώρα εισαγωγής αλλά και παράλληλων εξαγωγών. Οι τιμές των φαρμάκων που είναι πατενταρισμένα διαμορφώνονται με βάση τον μέσο όρο τιμών στις τρεις πιο φθηνές χώρες της Ε.Ε. των 27, και στην Ελλάδα αυτές διαμορφώνονται σε χαμηλότερα επίπεδα. Για τη φαρμακοβιομηχανία αποτελεί χώρα αναφοράς για τη διαμόρφωση της τελικής τιμής του φαρμάκου, αφού υψηλότερες τιμές σημαίνουν αυτόματα και μεγαλύτερα κέρδη.

Συναλλαγές κάτω από το τραπέζι και υπερτιμολογήσεις 84,5 δισ. ευρώ

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφθοράς στον χώρο της Υγείας, όπως έχει αποκαλύψει η «Αυγή», είναι η υπόθεση της προμήθειας ραδιοφαρμάκων από το ΠΓΝ Πατρών, με τιμή περίπου 2.000 ευρώ υψηλότερη από την πραγματική, καθώς και η περίπτωση της καταχρηστικής συνταγογράφησης επιθεμάτων που επιβάρυναν τον ΕΟΠΥΥ με εκατομμύρια ευρώ. Ένα τρίτο παράδειγμα είναι εκείνο των ορολογικών ελέγχων του αίματος, για τους οποίους το κράτος πλήρωνε 20 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, με βάση, κυρίως, εξωσυμβατικές συμφωνίες.
Πλήθος περιπτώσεων διαφθοράς, οδήγησαν σε εκτόξευση του μαύρου χρήματος στον χώρο της Υγείας και οι υπερτιμολογήσεις που έγιναν μέσα σε 13 χρόνια έφτασαν τα 84,5 δισ. ευρώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις της πολιτικής ηγεσίας.

Διαπραγμάτευση για τις τιμές

Τούτων δοθέντων, αυτό που επιχειρείται είναι «η παγίωση μιας κατάστασης πλήρως διαφανών διαδικασιών» τονίζει ο Ηλίας Γιαννόγλου και προσθέτει: «Βρισκόμαστε σε μια φάση συνολικής αντιμετώπισης», μέσω της «διαπραγμάτευσης για μείωση των τιμών», της «υποχρεωτικοποίησης των θεραπευτικών πρωτοκόλλων» και της θέσπισης «υποχρεωτικού rebate στα νεοεισερχόμενα φάρμακα, μέχρι να προλάβει να διαπραγματευτεί η επιτροπή διαπραγμάτευσης την κανονική τους τιμή».
Η αρχή της διαπραγμάτευσης έχει γίνει με τις εταιρείες που παράγουν φάρμακα για την ηπατίτιδα C. «Διαπραγματευόμαστε σε τι τιμή θα μας τα δώσουν, η οποία όμως θα είναι μυστική. Θα μείνει ανάμεσα στο υπουργείο, τον ΕΟΠΥΥ και την εταιρεία, δεν θα δημοσιευθεί πουθενά, άρα δεν θα μπορούν να το δουν οι έξω χώρες. Θα μπορούν να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές τους σε μεγάλες χώρες την επίσημη ελληνική τιμή και θα υπάρχει και η μυστική που θα πληρώνει το Ελληνικό Δημόσιο».
avgi

Οι κωλοτούμπες


Ιάσων Φωτήλας

Συντάκτης: Τάσος Παππάς
Στην πολιτική το πιο αποκρουστικό είδος είναι οι επαγγελματίες γυρολόγοι. Οι άνθρωποι που δεν έχουν κανένα ιδεολογικό έρεισμα, καμία πολιτική ταυτότητα, που υποδύονται ρόλους για να βρίσκονται στην επικαιρότητα και δεν διστάζουν να μεταπηδήσουν από το ένα κόμμα στο άλλο για να επιβιώσουν. Μισθοφόροι παντός καιρού.
Σκαρταδούρες που επιπλέουν. Στομφώδεις μασκαράδες. Γι’ αυτούς η λέξη παραίτηση είναι άγνωστη, η διαδικασία της αυτοκριτικής και η επιστροφή στον ιδιωτικό βίο θεωρούνται πράξεις μη επιτρεπτές. Η διαδρομή τους μπορεί να είναι μακρά και δαιδαλώδης, τόσο δαιδαλώδης που προκαλεί μερικές φορές και στους ίδιους ζαλάδα.
Την ξεπερνούν όμως «τρουπώνοντας» στους εξουσιαστικούς μηχανισμούς μεγάλους και μικρούς. Ξεχνάνε ό,τι έλεγαν, αποθεώνουν εκείνο που έβριζαν και γλείφουν εκεί όπου έφτυναν.
Δεν τους εμποδίζει τίποτε. Ούτε η κριτική των άλλων γιατί την απαξιώνουν ως υποβολιμαία ούτε η συνείδησή τους γιατί έχουν φροντίσει να τη φιμώσουν πριν αρχίσει να τους θέτει ενοχλητικά ερωτήματα του τύπου: «Γιατί, ρε αθεόφοβε, κοροϊδεύεις τον κόσμο;».
Το παν γι’ αυτούς είναι η πάση θυσία παρουσία τους στην πρώτη γραμμή της πολιτικής, είτε γιατί δεν ξέρουν να κάνουν τίποτε άλλο είτε γιατί δεν διανοούνται ότι μπορούν να κάνουν κάτι άλλο.
Με θράσος χιλίων καρδιναλίων υποστηρίζουν ότι δεν φταίνε αυτοί που φεύγουν από ένα κόμμα, φταίει το κόμμα που απομακρύνθηκε από τις αρχές του. Οι ίδιοι παραμένουν πιστοί στις θέσεις τους, όμως το κόμμα που τους ανέδειξε, εγκατέλειψε τις θέσεις του.
Δεν είναι αυτοί σαλταδόροι, δεν αναποδογυρίζουν αυτοί την πραγματικότητα, δεν είναι αυτοί που μεταμφιέζονται για να εξαπατήσουν, αλλά το αγαπημένο μέχρι χθες κόμμα τους που έβαλε νερό στο κρασί του, νόθευσε το πρόγραμμά του, ακύρωσε τη στρατηγική του και ξεπούλησε τα ιδανικά του.
Συνεπώς, το διαζύγιο είναι αναπόφευκτο. Το κακό είναι ότι βρίσκουν και κάνουν. Τα νέα αφεντικά στρώνουν χαλί για να τους υποδεχτούν, επιβραβεύουν την αποστασία (όταν αφορά τους άλλους, γιατί αν αφορά τους ίδιους κάνουν λόγο για επαίσχυντη προδοσία και για αργυρώνητους χαμαιλέοντες), χαίρονται γιατί οι τάξεις των κομμάτων τους πυκνώνουν και ελπίζουν ότι μαζί με τους κωλοτούμπες θα έρθουν και οι ψηφοφόροι τους.
Μερικές φορές δυστυχώς συμβαίνει και αυτό. Οι πολίτες αντί να τιμωρούν παραδειγματικά, επιδοκιμάζουν αυτές τις άθλιες συμπεριφορές. Στην περίπτωση πάντως που αποδειχθεί ότι οι γυρολόγοι, παρά τις υποσχέσεις που έχουν δώσει, δεν κουβαλούν αξιόλογη προίκα, θα βρεθούν σύντομα στα αζήτητα. Πολλοί από δαύτους είναι μιας χρήσεως.
Καραδοκεί το ερώτημα: Δεν δικαιούται κάποιος να αναθεωρήσει τις απόψεις του; Βεβαίως. Αν σήμερα εξακολουθούμε να λέμε όσα λέγαμε τις δεκαετίες του '70 και του '80 και ενώ έχουν μεσολαβήσει κοσμοϊστορικά γεγονότα, τότε υπάρχει πρόβλημα.
Είναι σαν μην έχουμε πάρει χαμπάρι τι έχει γίνει. Με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας και στην Ευρώπη, με τις συνεχείς ανατροπές των βεβαιοτήτων μας και τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις των προσδοκιών μας, δεν μπορείς να σφυρίζεις αδιάφορα ταμπουρωμένος στο οχυρό της στενοκεφαλιάς σου.
Μόνον οι αθεράπευτα δογματικοί και οι νεκροί παραμένουν αμετακίνητοι. Οι πρώτοι γιατί είναι ετερόφωτοι και φοβούνται να αναμετρηθούν με τις προκλήσεις χωρίς τα δεκανίκια του δόγματος, οι δεύτεροι γιατί δεν μπορούν να μετακινηθούν.
Το θέμα μας, όμως, είναι η διαχείριση της απογοήτευσης. Δεν αναφέρομαι στους απλούς πολίτες, αλλά στους επαγγελματίες πολιτικούς. Κι αυτοί δικαιούνται να αναθεωρήσουν. Υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για ειλικρινή και ανιδιοτελή μεταβολή και όχι για μετάλλαξη με σκοπό το προσωπικό όφελος.
Ο πολιτικός που νιώθει ότι το κόμμα του δεν βαδίζει στη σωστή κατεύθυνση, για να μην κατηγορηθεί για συναλλαγή είναι υποχρεωμένος να κάνει ορισμένες κινήσεις: βάζει στο κόμμα τις απόψεις του, παλεύει γι’ αυτές, προσπαθεί να πείσει για την ορθότητά τους με στόχο να γίνουν κάποια στιγμή πλειοψηφικές.
Αν αποτύχει, έχει τρεις δρόμους: είτε παραμένει και επιμένει περιμένοντας να δικαιωθεί από τη ζωή είτε πηγαίνει σπίτι του και ιδιωτεύει είτε προσχωρεί σε άλλο κόμμα, με το οποίο εκτιμά ότι ταιριάζουν τα χνώτα του, αφού όμως προηγουμένως παραδώσει την έδρα του.
Αυτή δεν είναι ούτε αριστερή ούτε δεξιά στάση. Είναι μια τίμια στάση. Η τακτική: καταγγέλλω, φεύγω, δηλώνω ανεξάρτητος (μέχρι να αποφασίσω πού με συμφέρει να πάω για να επανεκλεγώ) ή εντάσσομαι σε χρόνο ρεκόρ σε άλλο κόμμα γιατί ξαφνικά ανακάλυψα πως μόνο αυτό μπορεί να σώσει την πατρίδα, κουβαλώντας και την έδρα μου, είναι ο ορισμός του οπορτουνισμού στην πιο χυδαία εκδοχή του.
Η συγκεκριμένη τακτική έχει γίνει μανιέρα για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών αυτής της κατηγορίας. Οι εξαιρέσεις μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Το θλιβερό θέαμα το βλέπουμε να παίζεται ξανά στις μέρες μας.
efsyn

Όταν χάνεις τα ρέστα σου...

Ο Σταύρος Ψυχάρης έπαιξε σκληρό παιχνίδι με τον Τσίπρα. Σε κάποια φάση δε, τότε με τη «γάτα Ιμαλαΐων», έπαιξε τα ρέστα του. Και, απ’ ό,τι δείχνουν οι εξελίξεις, μάλλον τα έχασε...
του Βασίλη Πάικου
Με πολύ φιλόδοξους στόχους κινήθηκε το αφεντικό του ΔΟΛ, όπως, άλλωστε, και οι περισσότεροι των μεγάλων αφεντικών των ΜΜΕ. Και με τις προσήκουσες, σ’ αυτούς τους στόχους, πρακτικές. Να πέσει εδώ και τώρα ο Τσίπρας ή, έστω, να υποχρεωθεί σε συνθηκολόγηση. Έτσι ώστε να συνεχίσουν αυτοί ανενόχλητοι στους δρόμους και στις μεθόδους που ήξεραν, χρόνια τώρα. Να διατηρηθεί μ’ άλλα λόγια, για λογαριασμό τους, η αυθαιρεσία και η ασυλία επί παντός...
Ε λοιπόν, απ’ ό,τι φαίνεται, ο Τσίπρας δεν τσίμπησε. Δεν υπέκυψε στις πιέσεις, δεν κάμφθηκε από τους εκβιασμούς. Παρ’ ό,τι πολεμήθηκε όσο ποτέ κανείς, παρ’ ό,τι συκοφαντήθηκε όσο ποτέ κανείς. Από το σύνολο των «συστημικών» μέσων. Δεν έστερξε στη συνέχιση της λάθρα επιβίωσης των υπερχρεωμένων μέσων. Δεν ζήτησε από τις τράπεζες να συνεχίσουν να χορηγούν θαλασσοδάνεια της συμφοράς. Κι έτσι τα μεγάλα αφεντικά κινδυνεύουν να χάσουν, μέσα από τα χέρια τους, τα ετοιμόρροπα «μέσα». Αυτοί οι πάμπλουτοι επιχειρηματίες των πτωχευμένων επιχειρήσεων. Αντιθέτως, έστησε κοινοβουλευτική Εξεταστική Επιτροπή για τη σε βάθος διερεύνηση των σχετικών ανομιών. Όπου εκλήθησαν να καταθέσουν, ν’ απολογηθούν επί της ουσίας, οι ενεχόμενοι στο μέγα σκάνδαλο. Ενώ παράλληλα, καλούνται ένας-ένας στους ανακριτές και στους εισαγγελείς, οι βαρόνοι των ΜΜΕ, δι’ υπόθεσίν τους. Όπου σε άλλους δεσμεύονται τα περιουσιακά στοιχεία, σε άλλους απαγορεύεται η έξοδος από τη σώρα. Για πολλούς δε απ’ αυτούς, το όνομά τους ανιχνεύεται και στις διάφορες «λίστες» της αμαρτίας. Και γενικώς, μ’ ετούτη την κυβέρνηση, τίποτα δεν αφήνεται να πέσει κάτω. Σε πλήρη αντίθεση με ό,τι γινόταν ώς τα τώρα. Οπότε στους ισχυρούς αυτού του τόπου όλα επιτρέπονταν, δίχως να δίνουν λογαριασμό πουθενά και σε κανέναν...

Θολό το τοπίο

Έτσι ή κάπως έτσι φτάσαμε στην εποχή Μουλόπουλου, για τον ΔΟΛ. Και στο θολό, αν όχι γκρίζο τοπίο που την περιβάλλει.
Είναι βέβαιο πως ο Σταύρος Ψυχάρης δεν ήθελε με τίποτα αυτήν την εξέλιξη. Θα την απευχόταν, ασφαλώς, και θα την εξόρκιζε σαν τις αμαρτίες του. Υποχρεώθηκε να προχωρήσει σ’ αυτήν. Γιατί; Πώς; Ποιος ξέρει, εικασίες μονάχα μπορούν να γίνουν, ερωτήματα να διατυπωθούν. Το λογικά πιθανότερο είναι πως αισθάνθηκε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Καθώς πάει περίπατο ο έλεγχος του «Οργανισμού», ενώ δοκιμάζεται και η ίδια η βιωσιμότητά του. Και καθώς, από την άλλη, έχει μπροστά του σοβαρά δικαστικά ντράβαλα, εγκαλούμενος για κακουργηματικού χαρακτήρα «παραβατικότητες». Αυτά για τα οποία, μόλις προχθές, του απαγορεύτηκε η έξοδος από τη σώρα. Και έπεται συνέχεια...
Ναι, αλλά γιατί τον Μουλόπουλο, και γιατί τώρα; Ε, εκεί είναι που το τοπίο γίνεται θολό. Εκεί είναι που τα ερωτήματα παραείναι πολλά και οι απαντήσεις εκκρεμούν. Εκκρεμούν και επείγουν. Να σκέφτηκε άραγε ο Ψυχάρης ότι βάζοντας στο παιχνίδι συνεργάτη του Τσίπρα θα εξασφαλίσει «καλύτερη μεταχείριση»; Καλύτερη μεταχείριση από ποιον; Από τις πιστώτριες (και «φεσωμένες») τράπεζες; Από επίδοξους επενδυτές; Από τη Δικαιοσύνη ίσως; Και, αν είναι έτσι, μόνος του το σκέφτηκε και το αποφάσισε; Ως λογική προσδοκία; Ή μήπως του παρασχέθηκαν κάποιου είδους διαβεβαιώσεις; Από ποιον και τι είδους διαβεβαιώσεις; Οι οποίες, εξάλλου πώς θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν; Γιατί να αποφάσισε ξαφνικά ο Τσίπρας να μεσολαβήσει «όπου δει». Να κάνει, δηλαδή, ό,τι αρνήθηκε (με πολύ κόστος) να κάνει δύο χρόνια τώρα. Οπότε επέλεξε την σύγκρουση, ακόμη κι αν την πλήρωσε πολύ ακριβά. Μάλλον δύσκολο φαίνεται, πολύ δύσκολο. Αλλά τότε τι; Πώς; Γιατί;
Ας προσπαθήσουμε να δούμε καθαρή την εικόνα, κι ας πούμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Έως αυτήν τη στιγμή απαντήσεις δεν δόθηκαν, εξηγήσεις δεν παρασχέθηκαν. Όχι τουλάχιστον επαρκείς. Και ελάχιστα πειστικές. Όσο δε αυτό δεν γίνεται, όσο δεν έρχονται και δεν πείθουν οι εξηγήσεις, οι υποψίες πληθαίνουν. Βαριές υποψίες, όχι παίξε γέλασε. Και τα σενάρια οργιάζουν. Σενάρια διόλου κολακευτικά για την κυβερνητική εικόνα. Και για το πολιτικό ήθος της Αριστεράς. Βλέπετε, πρακτικές που για τους άλλους, τους προηγούμενους, αποτελούσαν διαρκή και συνήθη καθημερινότητα, η Αριστερά δεν είναι σε θέση να τις διαχειριστεί. Δεν είναι σε θέση να τις αντέξει. Ούτε ως υποθέσεις εργασίας, ούτε ως σενάρια, ούτε ως φήμες και ψιθύρους, ούτε ως υποψίες. Αυτή, στο κάτω - κάτω, είναι η προίκα της. Αλίμονο αν την ξοδέψει, έτσι στον βρόντο...
avgi

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Δάσκαλοι διασκεδαστές,πολιτικοί περφόρμερ



Η δραματική πτώση των πωλήσεων στις εφημερίδες τα τελευταία χρόνια είναι απλά το σύμπτωμα και όχι η ασθένεια. Σύμπτωμα μιας κοινωνίας που, για διάφορους λόγους, επιλέγει το «εύκολο» και το «εύπεπτο» και απορρίπτει ό,τι μπορεί να φαντάζει στα μάτια της «δύσκολο» και «περίπλοκο». Η κουλτούρα της ανάγνωσης, ύστερα από τουλάχιστον πεντέμισι αιώνες Ιστορίας, δείχνει να βρίσκεται βαθιά σε περίοδο παρακμής.
Toυ Τάσου Τσακίρογλου
Φυσικά θα θεωρήσω δεδομένο ότι σημαντικό μέρος αυτού του προβλήματος είναι η κρίση αξιοπιστίας των ίδιων των εφημερίδων, εξαιτίας όλων των φαινομένων διαπλοκής. Ομως, δεν θα μείνω εκεί, αλλά θα συνδέσω αυτή την παρακμή με ευρύτερες πολιτιστικές εξελίξεις, κυρίως εκείνες που αφορούν τις δραματικές αλλαγές στη γνωσιακή διαδικασία κατάκτησης του περιβάλλοντος κόσμου.
Από την «εποχή των εικόνων» έχουμε περάσει στην εποχή του «εικονικού ζάπινγκ» και στην ψευδαίσθηση της υπερπληροφόρησης, τη στιγμή ακριβώς που η πνευματική σύγχυση και η διανοητική νωθρότητα χτυπάνε κόκκινο.
«Ζούμε την επικράτηση της οπτικοακουστικής φόρμας, μιας φόρμας εχθρικής προς οτιδήποτε βρίσκεται εκτός της “δικτυωμένης”, on line, οπτικοακουστικής πραγματικότητάς της», αναφέρει ο ψυχολόγος Μιχάλης Μεντίνης στο έξοχο συλλογικό βιβλίο «Επανορίζοντας το ψυχοκοινωνικό» (εκδόσεις Επίκεντρο). Και σ’ αυτό προσθέτει:
Ζούμε σ’ έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πρόβλημα στην ικανότητα προσοχής, από ελλειμματική προσοχή, έναν “δυσ-λεκτικό κόσμο που αρέσκεται στις εικόνες και τους ήχους, αλλά είναι εχθρικός προς το διάβασμα και το γράψιμο
Με δεδομένη αυτή την πραγματικότητα μπορούμε να αντιληφθούμε ότι οι προσπάθειες μεταρρύθμισης της Παιδείας τα τελευταία χρόνια δεν είναι παρά προσχηματικές, αφού στηρίζονται σ’ ένα μοντέλο προσέγγισης της γνώσης που ήδη αποτελεί παρελθόν. Βασικός όρος για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα (εάν αντιμετωπίζεται) είναι να το αναγνωρίσουμε ως τέτοιο.
«Χωρίς να έχουν γνώση για ό,τι προηγήθηκε, οι περισσότεροι νέοι δέχονται τα δεδομένα της εποχής τους σαν αυταπόδεικτα και δεν κρατούν καμία κριτική απόσταση από τις δικές της αξίες», γράφει η Γαλλίδα δημοσιογράφος Νατάσα Πολονί στο βιβλίο της «Τα χαμένα παιδιά μας» (εκδόσεις Πόλις).
Σημειώνει δε ότι «οι νέοι που μεγάλωσαν σ’ έναν κόσμο που κυβερνάται από τους νόμους της επικοινωνίας (την οποία χαρακτηρίζει “όπλο μαζικής καταστροφής”) έχουν εγκέφαλο φορμαρισμένο από τις αντίστοιχες πνευματικές δομές».
Οποιος έχει παιδιά γνωρίζει τον αγώνα που πρέπει να δώσει για να υπερασπιστεί το γραπτό κείμενο και το βιβλίο απέναντι στη «διαδραστική εικόνα» του τάμπλετ, του υπολογιστή ή του κινητού.
Οι δάσκαλοι στα σχολεία, όπως σωστά λέει ο Μεντίνης, αναγκάζονται να γίνουν διασκεδαστές ή περφόρμερ, με οπτικοακουστικό υλικό ή βίντεο από το youTube, προκειμένου να κερδίσουν λίγη από την προσοχή των μαθητών τους. Το ίδιο, οι εφημερίδες πρέπει να «γαργαλίσουν» ροζ ή κίτρινες χορδές των αναγνωστών, να «ελαφρύνουν» το περιεχόμενό τους, προκειμένου να γίνει πιο «προσβάσιμο».
Αρα το θέμα της παρακμής των εφημερίδων συσχετίζεται άμεσα με το πρόβλημα της αναγνωσιμότητας και πάει χέρι χέρι με την ενίσχυση του διαδικτύου, την απέχθεια προς το γραπτό κείμενο και την έκρηξη στην κουλτούρα του δωρεάν και της πειρατείας. Και αυτό σημαίνει ανάγκη για πολύ πιο μακροπρόθεσμες πολιτικές στην Παιδεία, στον Πολιτισμό και φυσικά στην Πολιτική. Ομως αυτές, προφανώς, δεν φέρνουν ψήφους.
πηγή:efsyn.gr