Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2018

Η Ιστορία από την Οδό της Απορίας


του Παντελή Μπουκάλα
Μολονότι οι μέρες που προηγούνται και έπονται των εθνικών εορτών είναι βαρυφορτωμένες από γραπτές και προφορικές αναφορές στα δύο μεγάλα Συμβάντα, την Επανάσταση του 1821 και τον πόλεμο του 1940 κατά των εισβολέων, των φασιστών Ιταλών του Μουσολίνι αρχικά και κατόπιν των Γερμανών ναζιστών του Χίτλερ, πολύ δύσκολα θα λέγαμε ότι παράγουν γνώση. Ιδιαίτερα όσες κατατάσσονται στη χορεία των «επισήμων», υποχρεωμένες όπως είναι από την εθιμοτυπία να συνταχθούν στο ύφος του διδακτισμού, αφήνουν ορθάνοιχτες τις πόρτες τους για να ορμήσει μέσα ο πανηγυρικός στόμφος. Κι έτσι, ενώ θέλουν να είναι ελκυστικές, καταλήγουν απωθητικές.

Επειδή ο διδακτισμός προάγεται μόνο με την (αυτο)λογοκριτική εξιδανίκευση του παρελθόντος και την ωραιοποιητική αποσιώπηση ζητημάτων που η υπενθύμισή τους υποτίθεται ότι θα πληγώσει το εθνικό φρόνημα, η σταθερώς αναπαραγόμενη δημόσια ιστορία είναι μια αλυσίδα κοινοτοπιών εθνικώς ορθών μεν πλην επιστημονικά αμφισβητούμενων. Και τελικά το εθνικό φρόνημα, η ιστορική αυτογνωσία μας δηλαδή, τραυματίζεται από αυτούς που το θεωρούν γυάλινο, έτοιμο να σπάσει αν μνημονευτούν οχληρά γεγονότα που δεν συμφωνούν με το εθνικό αφήγημα, έτσι όπως οργανώθηκε δεκαετία τη δεκαετία, αιώνα τον αιώνα, από την εκπαίδευση, την Εκκλησία, τον στρατό και τους εθνικούς ιστοριογράφους.

Η απόσταση ανάμεσα στη δημόσια, την κοινόχρηστη ιστορία και την επιστημονική παραμένει μεγάλη. Σε αυτό το ανάμεσα τρυπώνουν και όσοι εμπορεύονται κραυγαλέες ανοησίες, με πολιτική κάλυψη και προπαγάνδα μάλιστα, ας πούμε ότι οι αρχεγονέλληνες εμφανίστηκαν πριν από (μόλις...) 13 εκατομμύρια χρόνια. Μαζί τους και όσοι πουλάνε από τηλεοράσεως πανακειομαντζούνια και τη ρητορική της μακεδονολατρίας, κατακρεουργώντας ακόμα και τα γραπτά όσων τιμώνται ως εθνικοί ιστοριογράφοι, από τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο έως τον Απόστολο Βακαλόπουλο.

Είναι βέβαια πιθανό να λειτουργήσουν παρακινητικά οι επετειακές αναφορές στην Ιστορία, να στρέψουν κάποιους, έστω λιγοστούς, σε βαθύτερη αναζήτηση και απαιτητικότερη ανάγνωση. Ενδέχεται δηλαδή να λειτουργήσουν σαν μια καλή αφορμή που θα ξυπνήσει ένα ενδιαφέρον με κάπως γερές ρίζες και θα οδηγήσει στην αναζήτηση περισσότερων αναγνωσμάτων, είτε για ιστοριογραφήματα πρόκειται είτε για απομνημονεύματα αγωνιστών, του μακρινού ’21 ή του πιο κοντινού ’40 και της Αντίστασης. Κυρίως δε ενδέχεται να πείσει τους απορούντες και τους φιλομαθείς, όσους τέλος πάντων δεν είναι βέβαιοι ότι τα ξέρουν όλα από τα δεκαπέντε τους, ή από τα τριάντα τους έστω, πως όταν προσφέρονται δέκα πηγές και είκοσι, είναι κρίμα κι άδικο να νομίζουν ότι ικανοποιούν την όποια δίψα τους αρκούμενοι στη μία πηγή, άντε στις δύο. Τον εαυτό σου μεγαλώνεις όσο μεγαλώνεις και ποικίλλεις τη βιβλιογραφία σου.

Η απορία είναι η βασιλική οδός προς τη γνώση και την απόλαυσή της. Οι λέξεις Απορία και Ιστορία δεν είναι μόνο ομοιοκατάληκτες, είναι και ομοιοκάταρκτες, επί της ουσίας, και όχι με κριτήριο τον ήχο της πρώτης τους συλλαβής, αφού θεμελιώνονται στην ίδια αρχή, στο ερώτημα: απορείς, θέτεις ερωτήσεις, ερευνάς αναζητώντας τις απαντήσεις, μαθαίνεις. «Ιστορία, γνώσις ή μάθησις δι’ ερωτήσεως ή ερεύνης προσγιγνομένη», αυτό το ερμήνευμα παρέχει στο σχετικό λήμμα το «Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης» του Χένρυ Λίντελ και του Ρόμπερτ Σκοτ. Γράφω εδώ τα δύο ονοματεπώνυμα γιατί όλο και πιο συχνά οι αναφορές στο συγκεκριμένο πολύτιμο λεξικό (ιδίως όσες προέρχονται από επιπολαίως φιλολογούντες πολιτικούς και δημοσιολόγους) υποδηλώνουν πως είναι έργο ενός μόνο ελληνιστή, κάποιου μυθικού Λίντελ Σκοτ.

Η μονομέρεια στην ανάγνωση και την ακρόαση, και γενικότερα ο αυτοεγκλωβισμός μας σε ένα μικρό τμήμα του κόσμου (για διάφορους λόγους, από έλλειψη χρόνου, ιδεολογισμό, τερατώδη αυτοπεποίθηση ή και απλή βαρεμάρα), σε μια μικρή φέτα του που εντούτοις βιαζόμαστε να την ταυτίσουμε με τον συνολικό κόσμο, μόνο τον δογματισμό διακονεί και τον συνακόλουθο φανατισμό, ο οποίος ανθεί πλέον σ’ ένα τεράστιο διαδικτυακό πεδίο. Μας συμβαίνει αρκετά συχνά αυτό: να νομίζουμε πως όλοι σκέφτονται και αισθάνονται –ή οφείλουν να σκέφτονται και να αισθάνονται– όπως εμείς και η παρέα μας, ο πιο στενός μας κύκλος. Και «πέφτουμε από τα σύννεφα» βεβαίως, για να πολιτογραφηθούμε σε μια επίγεια πλέον νεφελοκοκκυγία, όταν κάποια στιγμή, βγαίνοντας από το προστατευτικό πλην ψευδαισθησιογόνο καβούκι μας, διαπιστώνουμε με τρόμο ή και θυμό πως υπάρχουν και άλλες διαδρομές για το μυαλό και τη γλώσσα των ανθρώπων. Και πως η πεφιλημένη «αλήθεια» μας δεν είναι αυτονόητη για τους πάντες. Εκεί έξω κυκλοφορούν χιλιάδες χιλιάδων «αλήθειες», καθεμιά τους ταυτισμένη με μια μικρή, μικρότατη φέτα του κόσμου.


Οπως διαβάζουμε το τώρα, όπως ξέρουμε το σήμερα, έτσι διαβάζουμε συνήθως και ξέρουμε το παρελθόν, κοντινό και απώτατο. Ενα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού παραμένει μακριά από τον τρόπο της ανάγνωσης· ασφαλής –και στενάχωρος– δείκτης οι πολύ χαμηλές πωλήσεις των εφημερίδων, αλλά και των βιβλίων, ιδιαίτερα των επιστημονικών. Μετέχει λοιπόν στα κοινά, δηλαδή σχηματίζει γνώμη γι’ αυτά, διά της ακροάσεως: ένα κανάλι στο σπίτι, με κολλημένο το τηλεχειριστήριο, ένας ραδιοσταθμός στο αυτοκίνητο, με κολλημένο το κουμπάκι της αλλαγής συχνοτήτων. Διαλέγουμε ν’ ακούσουμε αυτούς που ξέρουμε ότι θα μας πουν πράγματα που τα λέμε κι εμείς από μέσα μας ή στην παρέα μας. Στην ακρόαση ζητάμε τη νομιμοποίηση και την επικύρωση των όσων ήδη πιστεύουμε. Δεν ζητάμε ουδέτερες, αχρωμάτιστες πληροφορίες ή αντικειμενικότητα, άλλωστε αυτά τα πράγματα μάλλον σε κάποιο παράλληλο σύμπαν θα πρέπει να υπάρχουν.

Τον κόσμο της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου ή του Διαδικτύου δεν τον προσεγγίζουμε από την οδό της απορίας, κουραστική και επικίνδυνη (ποιος μεγαλύτερος κίνδυνος για τη βολή μας από το ενδεχόμενο του αναστοχασμού, της αναθεώρησης των ακλόνητων βεβαιοτήτων μας), αλλά από ένα δρόμο που τ’ όνομα στην ταμπέλα του ξεκαθαρίζει αμέσως τα πράγματα: «Οδός Προλήψεως του Ζητουμένου». Εδώ βρίσκετε και αγοράζετε (πληρώνοντας με τον χρόνο σας, την προσοχή σας και την ευπιστία σας) αυτό ακριβώς που θέλετε, αυτό που μας παραγγείλατε νοερά, αυτό που δεν θα ταράξει την ησυχία σας, αλλά θα σας κολακεύσει, ίσως και να σας νανουρίσει.

Εδώ θα σας πούμε ότι έχετε απόλυτο δίκιο. Και έχετε δίκιο επειδή, απλούστατα, πιστεύετε ό,τι ακριβώς πιστεύουμε κι εμείς. Διότι εμείς δεν είμαστε μια φέτα του κόσμου αλλά όλος ο κόσμος. Δεν είμαστε μια άποψη, μία από τις πάμπολλες που κυκλοφορούν. Είμαστε Η άποψη. Και Η αλήθεια. Μόνο που «μία και μόνη / κλωστή της αλήθειας, / κάπου σε μιαν άκρη - // μπορεί να πλέξει χιλιάδες κλωστές από ψέματα», λέει ένα λαϊκό τραγουδάκι από τη Δημοκρατία του Νίγηρα, μεταφρασμένο είκοσι χρόνια πριν από τον Αθαν. Νταουσάνη.

καθημερινη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου