Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Και τώρα που μάθαμε για την TTIP... Έρχεται η CETA



της Δώρας Κοτσακά
Η πρόσφατη διαρροή των υπό διαπραγμάτευση εγγράφων σχετικά με την ΤΤΙΡ δημιούργησε ένα νέο κύμα ενδιαφέροντος και δημοσιοποίησης, ακόμα και στη χώρα μας, που ομολογουμένως υπολείπεται των άλλων χωρών της ΕΕ ως προς το τεράστιο κίνημα που έχει δημιουργηθεί.
Ωστόσο, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η TTIP εντάσσεται στη νέα γενιά εμπορικών συμφωνιών και αυτό είναι που την καθιστά τόσο επικίνδυνη. Για την εν λόγω συμφωνία υπό διαπραγμάτευση βρίσκονται οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ΗΠΑ, αλλά στην πραγματικότητα μαζί με την TiSA (μεταξύ άλλων περιλαμβάνει τις Δημόσιες Υπηρεσίες και την περαιτέρω απορύθμιση και εμπορευματοποίησή τους), τη CETA (τις εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις ανάμεσα στην ΕΕ και τον Καναδά) και την TPP (τις ΗΠΑ και 11 χώρες του Ειρηνικού), αφορούν στο σύνολό τους 80 χώρες, τα 2/3 του παγκόσμιου εμπορίου και 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους.
Ο Πρόεδρος Ομπάμα περιόδευσε τον Απρίλιο στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με βασικό θέμα στην ατζέντα, την υπογραφή της ΤΤΙΡ εντός του έτους και πριν τη λήξη της θητείας του. Είναι παρήγορο ότι όλες οι εκτιμήσεις επιβεβαιώνουν ότι αυτό αποκλείεται να συμβεί. Ακόμα και αν μπορούσαν να αποφύγουν τη διεθνή κατακραυγή παραμένει το γεγονός ότι από τα 13 κεφάλαια το μόνο που έχουν κατορθώσει να ολοκληρώσουν είναι αυτό που αφορά την ενέργεια. Ο Ομπάμα ακούραστα επαναλάμβανε στους ευρωπαίους ηγέτες ότι οι ΗΠΑ δίνουν πολλά στα πλαίσια του ΝΑΤΟ ως προς τη διατήρηση γεωπολιτικών ισορροπιών στην περιοχή μας και ότι είναι καιρός η ΕΕ να ανταποδώσει, συνδέοντας το αίτημα με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων.
Παρά τις προσπάθειες των διαπραγματευτών και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού να ολοκληρωθεί η διαδικασία με τη μικρότερη δυνατή δημοσιότητα, το θέμα της TTIP έχει αρχίσει να λαμβάνει διαστάσεις και οι αντιδράσεις εκδηλώνονται σε διαφορετικά επίπεδα. Οι επίσημες φωνές που αμφισβητούν σημεία της συνθήκης και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε διαρκώς αυξάνουν, ενώ ακαδημαϊκές μελέτες αμφισβητούν ευθέως τα υποτιθέμενα οικονομικά οφέλη και σημειώνουν ότι σε καμία χώρα όπου υπογράφηκαν τέτοιου είδους συμφωνίες δεν ακολούθησε αύξηση των επενδύσεων, χιλιάδες θέσεις εργασίας χάθηκαν και τα δικαιώματα καταρρακώθηκαν. Το κίνημα που διαρκώς ενισχύεται στις χώρες της ΕΕ και στις πολιτείες των ΗΠΑ είναι ιδιαίτερα δυναμικό και, όπως καταθέτουν όσοι και όσες εργάζονται για αυτό, χαρακτηρίζεται από πολυσυλλεκτικότητα σε βαθμό που είχαμε πολλά χρόνια να δούμε.
Ενδεικτικό του κλίματος είναι το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιουνγκέρ ζητάει από τους αρχηγούς των κρατών-μελών να ανανεώσουν την εντολή διαπραγμάτευσης που είχαν δώσει στην Επιτροπή το 2013 προκειμένου να διαπραγματεύεται για λογαριασμό τους και εν κρυπτό το περιεχόμενο της ΤΤΙΡ. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις δηλώσεις του εκπροσώπου τύπου του Προέδρου της Κομισιόν, ο έλληνας Πρωθυπουργός, μεταξύ των υπολοίπων, θα κληθεί στο ερχόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 28-29 Ιουνίου να δώσει το πράσινο φως στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.
Παράλληλα, στη Σύνοδο των Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ (13/5/2016) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ανακοινώσει ότι το θέμα της CETA (Εμπορική Συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Καναδά) επρόκειτο να τεθεί προς έγκριση στο Συμβούλιο Αρχηγών τις ίδιες ημερομηνίες. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι στην ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μετά της 13/5 το θέμα της CETA δεν αναφέρεται στην ατζέντα εργασιών των Πρωθυπουργών. Η νευρικότητα που προκαλεί το επικείμενο βρετανικό δημοψήφισμα δεν αφήνει περιθώρια για περαιτέρω πολιτικές αναταράξεις. Οπότε η έγκριση της εν λόγω συνθήκης από την ΕΕ μετατέθηκε για τον Ιούλιο ή τις αρχές του φθινοπώρου. Μέσα στο φθινόπωρο και στα πλαίσια της Συνόδου ΕΕ – Καναδά, αναμένεται η επικύρωσή της, με την υπογραφή και του καναδού Πρωθυπουργού.

Η CETA είναι η αντίστοιχη της ΤΤΙΡ συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Καναδά και περιλαμβάνει όλα τα εργαλεία εταιρικής παντοδυναμίας, όπως και η ΤΤΙΡ. Την ίδια στιγμή δίνει τη δυνατότητα στις πολυεθνικές εταιρείες των ΗΠΑ να κάνουν τη δουλειά τους μέσω αυτής, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών πολυεθνικών εταιρειών έχουν έδρα και στον Καναδά. Ακόμα και αν το κίνημα, η κοινωνία πολιτών και ο συνασπισμός πολιτικών δυνάμεων που με περισσή πολιτική πίεση συγκροτήθηκε, κατορθώσουν να ανατρέψουν ή βελτιώσουν τα δυστοπικά σχέδια της ΤΤΙΡ για το μέλλον μας, η ‘δουλειά’ μπορεί να γίνει μια χαρά και μέσω CETA. Αν σε αυτή τη φάση εστιάσουμε μόνο στην ΤΤΙΡ εξαιτίας των εξαιρετικά ενθαρρυντικών εξελίξεων και αφήσουμε να χαθεί η CETA από την εικόνα, θα έχουμε κάνει ένα καίριο στρατηγικό λάθος.   
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η CETA, και οι ‘αδελφές’ συμφωνίες TTIP και TiSA πληρούν όλα τα κριτήρια των ‘μικτών’ συμφωνιών, βάση της Συνθήκης της Λισαβόνας, κάτι που σημαίνει ότι προκειμένου να εφαρμοστούν πρέπει να περάσουν από τα εθνικά κοινοβούλια. Το παιχνίδι που παίζεται γύρω από το θέμα του χαρακτήρα της συμφωνίας είναι ιδιαίτερα περίπλοκο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα υιοθετήσει τη CETA στις 5 Ιουλίου και παράλληλά θα εισηγηθεί σχετικά με το αν είναι μικτής ή αποκλειστικής αρμοδιότητας. Έχει γίνει σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να αποφύγει το χαρακτηρισμό της συμφωνίας ως ‘μικτής’, καθώς με αυτό τον τρόπο θα ξεκινήσει δημόσιος διάλογος σε κάθε χώρα, οι πολιτικές δυνάμεις θα βρεθούν προ των ευθυνών τους και οι πολίτες θα ενημερωθούν. Και αν οι πολίτες πραγματικά ενημερωθούν αυτές οι συμφωνίες δεν θα έχουν καμία τύχη...
Η Επιτροπή εδώ και τρία χρόνια διαρκώς μεταθέτει τη γνωμοδότηση σχετικά με τον ‘μικτό’ ή ‘αποκλειστικό’ χαρακτήρα των συμφωνιών και όπως όλα δείχνουν στις 5 Ιουλίου θα εισηγηθεί τον ‘αποκλειστικό’ χαρακτήρα της CETA, προσπερνώντας προκλητικά το γεγονός ότι 21 εθνικά κοινοβούλια έχουν ζητήσει επισήμως από την Επιτροπή (τον Ιούνιο του 2014) το αντίθετο. Στη συνέχεια οι αρχηγοί των κρατών (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) θα αποφασίσουν αν αποδέχονται την πρόταση της Επιτροπής. Το ενδιαφέρον είναι ότι αν διαφωνήσουν και υποστηρίξουν τον μικτό χαρακτήρα, θα χρειαστεί ομοφωνία (Αρ. 293 TFUE). Αντίθετα, για την επικύρωσή της ως αποκλειστικής θα χρειαστεί απλή πλειοψηφία. Και σαν να μην έφταναν τα παραπάνω η Ιταλία την προηγούμενη βδομάδα, σε μία αιφνιδιαστική μεταστροφή της θέσης της δήλωσε ότι σε περίπτωση που τεθεί θέμα στο Συμβούλιο για αποδοχή της CETA ως μικτής, ο Πρωθυπουργός της θα ψηφίσει κατά.
Χαρακτηριστική δε, είναι η επιχειρηματολογία των τελευταίων μηνών από την πλευρά της Επιτροπής που υποστηρίζει ότι η πλειοψηφία των μερών της συνθήκης είναι ‘αποκλειστικής’ αρμοδιότητας των οργάνων της ΕΕ και μόνο ένα μικρό μέρος της είναι ‘μικτής’ αρμοδιότητας και πρέπει να περάσει από τα εθνικά κοινοβούλια.
Επιπλέον, η CETA περιλαμβάνει ρήτρα προαιρετικής εφαρμογής για τρία χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι αρκεί η επικύρωσή της από τους αρχηγούς των κρατών – μελών (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) και τον καναδό Πρωθυπουργό προκειμένου να ξεκινήσει να παράγει έννομα αποτελέσματα. Η ρήτρα προαιρετικής εφαρμογής έχει θεσπιστεί για τις περιπτώσεις που η εφαρμογή ενός μέτρου επείγει (πχ όταν πλήττεται η δημόσια υγεία) ή είναι ελάσσονος σημασίας. Προφανώς η περίπτωση της CETA δεν εμπίπτει σε καμία από τις δύο κατηγορίες και έχει γίνει καταχρηστική ερμηνεία. Πρόκειται για μία συμφωνία, που όπως και οι υπόλοιπες, επιδιώκει χωρίς καμία προηγούμενη θεσμική δημόσια συζήτηση, να ξεκινήσει τη λειτουργία των εταιρικών διαιτητικών πάνελ που ιδιωτικοποιούν τη δικαιοσύνη προς όφελος των επενδυτών, κατοχυρώνει τα δικαιώματα του επενδυτή υπεράνω κάθε κοινωνικού, εργασιακού ή περιβαλλοντικού κεκτημένου, απορυθμίζει ασύδοτα και καταστρατηγεί κανόνες προστασίας του δημόσιου συμφέροντος μέσω του Συμβουλίου Ρυθμιστικής Συνεργασίας που προβλέπει.
Ιδιαίτερα για το ICS (πρώην ISDS) που περιλαμβάνει η CETA και δίνει τη δυνατότητα στους επενδυτές να μηνύουν τα κράτη όταν αυτά επιδιώκουν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος μειώνοντας τα κέρδη τους, έχουν ήδη γνωμοδοτήσει η Ένωση των Ευρωπαίων και των Γερμανών Δικαστών, όπως και πλήθος αρμόδιων θεσμικών και πολιτικών φορέων ως προς την αντισυνταγματικότητα του. Ωστόσο, κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προκειμένου να γνωμοδοτήσει ως προς την αντισυνταγματικότητα της εν λόγω ρήτρας. Υπενθυμίζουμε ότι βάση της σχετικής νομοθεσίας αρμόδιοι για μία τέτοια προσφυγή είναι μόνο οι Επίτροποι, κάποια κυβέρνηση των κρατών-μελών ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Γνωρίζουμε ότι η προσφυγή από μόνη της, θα καθυστερούσε τη διαδικασία τουλάχιστον ενάμιση χρόνο. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο ισχύει και για τον χαρακτήρα των Συμφωνιών. Ενώ βάση του νόμου είναι προφανέστατα μικτές, αν δεν προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κάποιος Επίτροπος ή κυβέρνηση, είναι πολύ πιθανό τα πράγματα να εξελιχθούν όπως περιγράφηκαν…

* Η Δώρα Κοτσακά είναι διδάκτορας Πολιτικής Κοινωνιολογίας και ερευνήτρια στο Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς»
tvxs

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου