Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Τα lumpen αστικά κόμματα



Κανένα από τα δυο πρώην μεγάλα κόμματα δεν κυβερνά και άρα οι πόροι στους οποίους είχαν πρόσβαση πλέον είναι είτε λιγότεροι, είτε δεν υπάρχουν. Βρέθηκαν να χρωστούν στις τράπεζες 400 εκατομμύρια ευρώ, χρήματα που δεν πρόκειται να αποπληρώσουν ποτέ. Η απληστία με την οποία εξουσίαζαν στη χώρα αποδεικνύει πως θεωρούσαν ότι θα είναι αιωνίως κουμανταδόροι και γι’ αυτό δεν φρόντισαν να καλύψουν τα ίχνη αυτής της πλεονεξίας για την οποία τώρα είναι κοινωνικά και κάποιες φορές δικαστικά υπόλογοι.
του Βασίλη Ρόγγα*
Οι μελετητές συμφωνούν πως κατά τη διάρκεια της μετεμφυλιακής περιόδου (1949-1967) το πλέγμα εξουσίας ήταν επιμερισμένο σε τέσσερα μέρη: παλάτι, στρατός, δεξιό κόμμα και αμερικανικός παράγοντας. Μάλιστα αυτό το σχήμα μπορεί στον αντιπροσωπευτικό κόμβο να είχε το δεξιό κόμμα (Συναγερμός ή αργότερα ΕΡΕ), αλλά ο ηγεμονικός παίκτης ήταν πάντα ο στρατός.[1]
Πράγματι οι κύριες αιχμές του πλέγματος εξουσίας ήταν αυτές, όμως η αληθινή εικόνα της κυριαρχίας στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό δεν αποτυπώνονταν επαρκώς. Το οικονομικό κουμάντο που έκανε μια ολιγομελής ελίτ στη Νομισματική Επιτροπή και  οι διαγκωνιζόμενες μερίδες της αστικής τάξης που προσπαθούσαν για πιστώσεις ή ευνοϊκές ρυθμίσεις από αυτήν την επιτροπή είναι το άλλο μισό της πραγματικότητας που μάλιστα όρισε και το οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Κι αν αυτά φαντάζουν κάπως απομακρυσμένα από τη σημερινή μνημονιακή δυστοπία, η αλήθεια είναι πως δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε την έλευσή της χωρίς να ασχοληθούμε στα σοβαρά με τη διάσταση του πλέγματος εξουσίας που εγκαθίδρυσε το σύστημα που ονομάστηκε εκσυγχρονισμός, χωρίς να σταματήσουμε να σκαλίζουμε την οικονομική του πλευρά.
ΝΔ και ΠΑΣΟΚ: Τα κόμματα του κράτους
Ένας από τους κόμβους εξουσίας του υποδείγματος που λειτούργησε την περίοδο του εκσυγχρονισμού ήταν τα δυο πρώην μεγάλα κόμματα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Προοδευτικά, από το 1993 και έπειτα, αλλά με μεγαλύτερη ένταση και βάθος από το 1996, ο «πολωμένος δικομματισμός» μετατρέπεται σε «συγκλίνοντα δικομματισμό»,[2] μιας και το κυβερνόν ΠΑΣΟΚ εφάρμοζε νεοφιλελεύθερες πολιτικές και σταμάτησε την έστω και ρητορική αμφισβήτηση της ΕΟΚ (και έπειτα της ΕΕ) ευθυγραμμιζόμενο με τον μπλερικό Τρίτο Δρόμο.
Ο νομιμοποιημένος νεοφιλελευθερισμός –πλέον και από τα δυο μεγάλα κόμματα– δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την αυξανόμενη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Με την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ, που έδενε τη χώρα σε συγκεκριμένο γεωπολιτικό και οικονομικό προσανατολισμό ο οποίος, προϊόντος του χρόνου, θα εμβαθύνονταν, οι αναδιαρθρώσεις που τελικά κατίσχυσαν όχι απλώς δεν απαντούσαν θετικά στις προσδοκίες των πολιτών, αλλά συγκροτούσαν τον πυρήνα των πολιτικών που τους φτωχοποιούσαν ή τους διατηρούσαν στο ίδιο βιοτικό επίπεδο υπερχρεώνοντάς τους.
Οι κομματικές ελίτ του δικομματισμού αντιλήφθηκαν σχετικά έγκαιρα την κρίση που οι ίδιες δημιουργούσαν και φρόντισαν να  μετασχηματίσουν τον τρόπο με τον όποιο οργανώνονται[3]Το φαινόμενο του μετασχηματισμού των μαζικών κομμάτων σε κόμματα καρτέλ είναι η στρατηγική που επέλεξαν για τη διατήρησή τους στην ηγεμονική θέση νομής των οικονομικών και εξουσιαστικών πόρων που απορρέουν από τη διακυβέρνηση του κράτους.
Τα κρατικοποιημένα κόμματα προέκυψαν για μια σειρά από λόγους.
Η έλλειψη συμμετοχής της βάσης τους στις διαδικασίες διαβούλευσης και χάραξης πολιτικής, μιας και οι κομματικές ελίτ είναι αυτονομημένες και δεν λαμβάνουν υπόψη την κομματική δομή. Τα αυξημένα έξοδα προκειμένου να ανταποκριθούν στον εκλογικό ανταγωνισμό. Η πρόσληψη ειδικών στην επικοινωνία για ένα αέναο rebranding του κόμματος έτσι ώστε να είναι «θελκτικό» στην εκλογική πελατεία. Οι αντικειμενικά αμβλυμένες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές που πλέον μετατοπίζονται στο επίπεδο του πολιτικού στυλ ή της ικανότητας διαχείρισης. Η οικονομική εξάρτηση από την ολοένα αυξανόμενη κρατική επιχορήγηση και ταυτόχρονα από ιδιωτικά κεφάλαια ή/και τραπεζικό δανεισμό. Η πρόνοια για τη δημιουργία ενός κλειστού πεδίου κομματικού ανταγωνισμού. Οι στρατιές υπαλλήλων που έπρεπε να πληρωθούν όχι επειδή ήταν απαραίτητοι, αλλά γιατί το επέβαλε ο εσωκομματικός πελατειακός συσχετισμός κ.ο.κ.
Με τα λόγια των Katz & Mair, που επινόησαν τον όρο του κόμματος καρτέλ:
«Εν ολίγοις, το κράτος, στο οποίο εισβάλλουν τα κόμματα και του οποίου οι κανόνες καθορίζονται από αυτά, μετατρέπεται σε πηγή πόρων διαμέσου των οποίων αυτά τα κόμματα όχι απλώς διασφαλίζουν τη δική τους επιβίωση, αλλά διαστέλλουν την ικανότητα τους να αντιστέκονται σε προκλήσεις από νέες εναλλακτικές πολιτικές κινήσεις. Το κράτος, με αυτή την έννοια, μετατρέπεται σε μια θεσμοποιημένη δομή υποστήριξης, που υποστηρίζει τους εντός και αποκλείει τους εκτός. Τα κόμματα δεν είναι πλέον διαμεσολαβητές μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και του κράτους, αλλά απορροφώνται από το κράτος […]
Υπάρχουν όμως και τα ρίσκα που περιλαμβάνονται σε αυτήν τη στρατηγική και κύριο ανάμεσα τους είναι ότι το κόμμα γίνεται εξαρτημένο από τη συνεχή πρόσβαση σε πηγές που στην ουσία βρίσκονται εκτός του ελέγχου του. Συγκεκριμένα, υπάρχει ο κίνδυνος το κόμμα που αποκλείεται από την κυβέρνηση να αποκλειστεί εξίσου από τους πόρους».
Σε σχέση με τις προεκλογικές εκστρατείες, αναφέρουν αλλού οι δυο μελετητές:
«Με την ανάπτυξη του κόμματος καρτέλ, οι στόχοι της πολιτικής γίνονται αυτοαναφορικοί, επαγγελματικοί και τεχνοκρατικοί. […] Οι προεκλογικές εκστρατείες που διεξάγονται από τα μέρη του καρτέλ είναι εντάσεως κεφαλαίου, επαγγελματοποιημένες και συγκεντρωτικές, ενώ οργανώνονται, με βάση την ισχυρή εξάρτηση από το κράτος για τις οικονομικές επιχορηγήσεις καθώς και άλλες παροχές και προνόμια».[4]

ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και τράπεζες
Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο σημείο που δεν προέβλεψε ποτέ το κλειστό πλέγμα εξουσίας της περιόδου του εκσυγχρονισμού: κανένα από τα δυο πρώην μεγάλα κόμματα δεν κυβερνά και άρα οι πόροι στους οποίους είχαν πρόσβαση πλέον είναι είτε λιγότεροι, είτε δεν υπάρχουν. Βρέθηκαν να χρωστούν στις τράπεζες 400 εκατομμύρια ευρώ, χρήματα που δεν πρόκειται να αποπληρώσουν ποτέ. Χρωστούν δε τόσα πολλά χρήματα διότι είχαν ως μέγιστη πρόνοια  να μπλοκάρουν με τον οικονομικό τους όγκο οποιαδήποτε άλλη κυβερνητική προσπάθεια, μιας και κανένας δεν θα μπορούσε να διαθέσει τόσα χρήματα για να τους ανταγωνιστεί στα ίσια. Βεβαίως, δε μπόρεσαν να συνυπολογίσουν πως οι πολιτικές τους, αυτές που οδήγησαν στη μνημονιακή επιτροπεία των τελευταίων χρόνων, θα τους ανέτρεπαν.
Η Νέα Δημοκρατία, έχει εκχωρήσει την κρατική της χρηματοδότηση σε 3 τράπεζες ταυτόχρονα. Η τριπλή εκχώρηση σε  Αγροτική, Εθνική και Eurobank έγινε παρά το γεγονός ότι το κόμμα είχε συμφωνήσει με την ΑΤΕ ότι δεν θα εκχωρήσει αλλού τη χρηματοδότησή του. Η Τράπεζα Πειραιώς έχει ήδη προχωρήσει σε καταγγελία των τριών λογαριασμών του κόμματος συνολικού ύψους περίπου 200 εκατομμυρίων, ενώ το ίδιο είχε κάνει και η Αγροτική. Το ΠΑΣΟΚ είχε εκχωρήσει την ίδια κρατική του χρηματοδότηση σε 4 τράπεζες ταυτόχρονα  το 2009-2010, και φυσικά τα δάνειά του έχουν καταγγελθεί. Και τα δυο κόμματα έχουν καταφύγει για το δανεισμό τους κυρίως στην Αγροτική Τράπεζα, μια πρώην κρατική τράπεζα που ήλεγχαν πλήρως, και έπειτα και στην κρατική Τράπεζα Αττικής. Με τα λόγια της Ντόρας Μπακογιάννη:
«Γιατί δανείζει η Τράπεζα Αττικής κόμματα που είναι υπερχρεωμένα την ώρα που αρνούνται να δανείσουν οι τράπεζες επιχειρήσεις και αυτές κλείνουν και στέλνουν κόσμο στην ανεργία και χάνονται χιλιάδες θέσεις απασχόλησης»;[5]
Και παρακάτω:
«Αποδεικνύεται ότι ο τραπεζικός δανεισμός των κομμάτων είναι το πιο ακραίο φαινόμενο διαπλοκής όταν οι διορισμένες διοικήσεις των κρατικών τραπεζών δανείζουν τις ηγεσίες των κομμάτων που τους διορίζουν σε βάρος των συμφερόντων των μετόχων και των φορολογούμενων».[6]

Και αστικά και λούμπεν και διαπλεκόμενα
Όπως ακριβώς στην περίπτωση του πλέγματος της μετεμφυλιακής Ελλάδας η μη αναφορά στη Νομισματική Επιτροπή και τις μερίδες της αστικής τάξης συνιστά ερμηνευτική στρέβλωση, έτσι και στην περίπτωση της δόμησης των εξουσιαστικών κόμβων την περίοδο του «εκσυγχρονισμού» και της «επανίδρυσης του κράτους», το οικονομικό μέρος παίζει πολύ μεγάλο ρόλο.
Η κριτική για το σύστημα και το μοντέλο ανάπτυξης που εγκαθίδρυσε η Νομισματική Επιτροπή έχει γίνει από πολλές πλευρές. Ενδεικτικά, η Λούκα Κατσέλη το 1990 έγραφε:
«Η χαμηλή αναλογία κερδών/ περιουσιακών στοιχείων των ελληνικών τραπεζών είναι συνέπεια όχι μόνο των δομικών χαρακτηριστικών του τραπεζικού συστήματος, αλλά των κυρίαρχων τρόπων λειτουργίας σε ένα περιβάλλον κρατικού κορπορατισμού. Η παροχή επιδομάτων ρευστότητας διαμέσου δανείων με αρνητικό επιτόκιο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, η επέκταση του δανεισμού σε μη αποδοτικές εταιρείες που κατέστησαν υπερχρεωμένες, η διαρκής απορρόφηση εργασίας κατά κύριο λόγο από τον δημόσιο τομέα ως πολιτική για την απασχόληση και η απουσία εσωτερικής οικονομικής διαχείρισης κυρίως ως συνέπεια της παντοδυναμίας της Νομισματικής Επιτροπής σε όλες τις οικονομικές αποφάσεις προώθησε ένα μεγάλο, αναποτελεσματικό και αποστρεφόμενο το ρίσκο τραπεζικό σύστημα».[7]
Ολοκληρωμένη κριτική για την τραπεζική απελευθέρωση της δεκαετίας του 1990 και τις συνέπειες που επέφερε μένει να γίνει. Γιατί ο υποτιθέμενος εκσυγχρονισμός του τραπεζικού συστήματος, η σχεδόν πλήρης ιδιωτικοποίησή του, δημιούργησε ίσως χειρότερες στρεβλώσεις και από αυτές του προηγούμενου υποδείγματος. Η υπερχρέωση επιχειρήσεων και νοικοκυριών ήταν το υλικό της αποτέλεσμα, ενώ στην πραγματικότητα τους τομείς επέκτασης του ελληνικού καπιταλισμού φυσικά δεν τους καθόριζε η αγορά, αλλά η διαμεσολάβηση και η διαπλοκή με τη συνεργασία των δυο κύριων κομματικών φορέων.
Το πολύγωνο της διαπλοκής, που περιλαμβάνει κόμματα, τράπεζες, ΜΜΕ, δικαστικούς λειτουργούς, Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους παράγοντες, δεν θα ήταν λειτουργικό αν δεν δημιουργούσε τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής του. Και τα κατάφερε καλά για πολλά χρόνια, καταστρέφοντας τη χώρα.
Η αναπαραγωγή αυτή δεν ήταν πλέον εφικτή προοδευτικά από το 2010 και έπειτα. Το σύστημα δεν μπόρεσε στην πραγματικότητα να ανανεώσει τη συναίνεση της κοινωνίας μιας και το οικονομικό μοντέλο στο οποίο βασίστηκε, οι μερίδες της αστικής τάξης με τις οποίες επέλεξε να συγκυβερνά, δεν μπορούσαν να ανασυγκροτήσουν το πολιτικό κεφάλαιο που χανόταν από τις πολιτικές λιτότητας. Η απληστία με την οποία εξουσίαζαν στη χώρα αποδεικνύει πως θεωρούσαν ότι θα είναι αιωνίως κουμανταδόροι και γι’ αυτό δεν φρόντισαν να καλύψουν τα ίχνη αυτής της πλεονεξίας για την οποία τώρα είναι κοινωνικά και κάποιες φορές δικαστικά υπόλογοι.
Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιούν ακόμα όλους τους συνωμοτικούς κανόνες μιας εντόπιας ξεπεσμένης μαφίας, όπως φαίνεται από την Εξεταστική Επιτροπή για τα δάνεια κομμάτων και ΜΜΕ της Βουλής. Στην πραγματικότητα, μετατράπηκαν σε λούμπεν αστικά κόμματα, που ο μόνος όρος επιβίωσης τους, ο πιο ζωτικός, είναι να ξανακερδίσουν με κάποιο τρόπο την κρατική εξουσία.
[1] Β. Ρόγγας (2012), Η σχετική αυτονομία του στρατού στο συνασπισμό εξουσίας της μετεμφυλιακής Ελλάδας, στο Χ. Γολέμης & Ηρ. Οικονόμου (επιμ.), Ο Πουλαντζάς σήμερα, Αθήνα: Νήσος, σελ. 199-214.
[2] Περισσότερα για τη σύγκλιση, ανάμεσα σε άλλα, στο: Χ. Βερναρδάκης (2011), Πολιτικά κόμματα, εκλογές και κομματικό σύστημα. Οιμετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010, Αθήνα: Σάκκουλας.
[3] R. Katz & P. Mair (1995), Changing Models of Party Organization and Party Democracy: The emergence of the Cartel PartyParty Politics 1 (1), σσ. 5-28.
[4] R. S. Katz and P. Mair (2009), “The Cartel Party Thesis: A Restatement”στο Perspectives on Politics
τ. 7, τχ.. 4 (Δεκέμβριος 2009), σσ. 753-766.
[5] Η Ντόρα Μπακογιάννη για τη χρηματοδότηση των κομμάτων 19.12.11
[6] Στην ίδια ομιλία.
[7] L. Katseli (1990), “Economic integration in the enlarged European Community: structural adjustment of the Greek economy”, στο C. Bliss & J. B. De Macedo (επιμ.), Unity with diversity in the European economy: the community’s southern frontier, Cambridge: Cambridge University Press, σσ. 267-268
* Ο Βασίλης Ρόγγας είναι Υποψήφιος Διδάκτορας Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης
commonality

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου