Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Η απροκάλυπτη ταξική μεροληψία της Νέας Δημοκρατίας



του Θέμη Αχτσιόγλου*
«Θα σαρώσουμε σαν οδοστρωτήρας τα εμπόδια που κρατούν δέσμια την επιχειρηματικότητα», διακήρυξε προεκλογικά ο κ. Μητσοτάκης, απαντώντας σε επιχειρηματία που διαμαρτυρόταν για τους ελέγχους και τα πρόστιμα από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.Και μπορεί σε άλλα ζητήματα η Νέα Δημοκρατία μετά τις εκλογές να έκανε στροφή 180 μοιρών από τις λαϊκιστικές και ψηφοθηρικές προεκλογικές της θέσεις. Θυμίζουμε ενδεικτικά: α) Συμφωνία των Πρεσπών: από το «εθνικά επιζήμια» και «προδοτική» προεκλογικά, φτάσαμε στο μετεκλογικό «Θα την τηρήσουμε και θα την τιμήσουμε». β) Τραγωδία στο Μάτι: από το «φταίει η ανικανότητα της κυβέρνησης Τσίπρα» πριν, στο «ήταν ένα ακραίο φαινόμενο, που οφείλεται στη κλιματική αλλαγή» τώρα. γ) Προσφυγικό: από το «έχει ευθύνη ο ΣΥΡΙΖΑ, που άνοιξε τα σύνορα στους πρόσφυγες» όλη την προηγούμενη τετραετία, στο «πρόκειται για μια ευρύτερη γεωπολιτική κρίση» σήμερα κ.λπ..
Εκεί όμως που η Ν.Δ. παραμένει απόλυτα συνεπής, αμετακίνητη στις θέσεις της υπέρ των επιχειρηματικών συμφερόντων, είναι στα εργασιακά. «Οδοστρωτήρας» υποσχέθηκε να είναι (παρόλο που προσπάθησε επικοινωνιακά να το κρύψει) και «οδοστρωτήρας» είναι.
Εξηγούμαστε:
1)  Η υποβάθμιση του Σ.ΕΠ.Ε.
Μια από τις πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης ήταν να υποβαθμίσει το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Το Σ.ΕΠ.Ε. από αυτόνομος οργανισμός με τη δυνατότητα να χαράζει πολιτική για την καταπολέμηση της παραβατικότητας στην αγορά εργασίας μετατράπηκε σε γενική διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας.

2)  Η κατάργηση του βάσιμου λόγου απόλυσης
Με τροπολογία που έφερε αιφνιδιαστικά ο Υπουργός Εργασίας σε άσχετο νομοσχέδιο και λίγο πριν διακόψει τις εργασίες της η Βουλή για τις καλοκαιρινές διακοπές καταργήθηκε ρύθμιση της προηγούμενης κυβέρνησης, που όριζε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται έγκυρη, μόνο αν οφείλεται σε βάσιμο λόγο, τον οποίο ο εργοδότης οφείλει όχι μόνο να επικαλείται αλλά και να αποδεικνύει. Έτσι η απόλυση ξαναέγινε πράξη αναιτιολόγητη και η εργοδοτική αυθαιρεσία δικαιολογημένη.

3)  Η κατάργηση της συνευθύνης του εργολάβου
Με άλλη τροπολογία στην ίδια συνεδρίαση της Βουλής καταργήθηκε ρύθμιση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, με την οποία είχε θεσπιστεί η κοινή και αλληλέγγυα ευθύνη του αναθέτοντος ένα έργο και του εργολάβου (καθώς και του υπεργολάβου) έναντι των εργαζομένων. Η διάταξη, αποσκοπώντας να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα ασυδοσίας σε βάρος των εργολαβικών εργαζόμενων, τους έδινε τη δυνατότητα να διεκδικήσουν απλήρωτες αμοιβές και άλλες αξιώσεις όχι μόνο από τον εμφανιζόμενο ως άμεσο εργοδότη τους -εργολάβο ή υπεργολάβο- αλλά και από αυτόν που στην πραγματικότητα δέχεται τις υπηρεσίες τους, δηλαδή τον κύριο του έργου.

Στο λεγόμενο αναπτυξιακό νομοσχέδιο που προωθεί η κυβέρνηση περιλαμβάνονται μια σειρά διατάξεις, που πλήττουν καίρια τα εργατικά δικαιώματα.
Αναφέρουμε τις πιο σημαντικές: 
1)  Η κατάργηση της αρχής της ευνοϊκότερη ρύθμισης
Βασική αρχή των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ) είναι η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, που ορίζει πως, αν μια σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ΣΣΕ (εθνική, κλαδική, ομοιοεπαγγελματική, επιχειρησιακή), εφαρμόζεται εκείνη που περιέχει ευνοϊκότερους όρους αμοιβής και εργασίας για τον εργαζόμενο. Ή, με άλλα λόγια, η επιχειρησιακή ΣΣΕ πρέπει να περιέχει ευνοϊκότερους όρους από την κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ και αυτή ευνοϊκότερους όρους από την εθνική, η οποία θέτει τους ελάχιστους όρους προστασίας των εργαζομένων.
Η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης είχε ανασταλεί με την εφαρμογή των μνημονίων το 2011 και επανήλθε το 2018.
Με τις προτεινόμενες στο «αναπτυξιακό» νομοσχέδιο ρυθμίσεις προβλέπονται τα εξής:
α) Στις εθνικές και τις τοπικές ομοιοεπαγγελματικές και κλαδικές ΣΣΕ τα συμβαλλόμενα μέρη (εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις) μπορούν να θεσπίζουν ειδικούς όρους ή να εξαιρούν από την εφαρμογή συγκεκριμένων όρων των συμβάσεων τους εργαζόμενους που απασχολούνται σε ειδικής κατηγορίας επιχειρήσεις (π.χ. επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας, νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού σκοπού) και σε επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
β) Η επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει της κλαδικής στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ανεξάρτητα από το αν αυτή (η επιχειρησιακή) περιέχει δυσμενέστερους όρους αμοιβής και εργασίας για τους εργαζόμενους.
γ) Η τοπική κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ υπερισχύει της αντίστοιχης εθνικής, ανεξάρτητα από το αν αυτή περιέχει δυσμενέστερους όρους για τους εργαζόμενους.
Με τις προωθούμενες διατάξεις:
α) Καταργείται ουσιαστικά η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης και καθιερώνεται απευθείας από το νόμο ιεραρχικό προβάδισμα της επιχειρησιακής ΣΣΕ έναντι της κλαδικής και ομοιοεπαγγελματικής και της τοπικής κλαδικής και ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ έναντι της εθνικής, ανεξάρτητα από τους όρους αμοιβής και εργασίας της καθεμιάς. 
β) Μειώνονται οι αποδοχές και χειροτερεύουν οι όροι εργασίας εργαζομένων συγκεκριμένων επιχειρήσεων (αυτών που θα εξαιρούνται από τις κλαδικές ΣΣΕ), καθιερώνεται μισθολογική ανισότητα μεταξύ των εργαζομένων σε ομοειδείς επιχειρήσεις, ενώ κινδυνεύουν άμεσα οι αυξήσεις που ήδη έλαβαν μέσω της υπογραφής κλαδικών ΣΣΕ χιλιάδες εργαζόμενοι.
γ) Προκαλείται αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων που θα υπάγονται στη ρύθμιση των ΣΣΕ και επιχειρήσεων που θα εξαιρούνται από αυτές επικαλούμενες οικονομικά προβλήματα, αλλά και δημιουργείται  αντικίνητρο στους εργοδότες να υπογράφουν κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, όταν ξέρουν ότι οι ανταγωνιστές τους θα μπορούν να πληρώνουν τους εργαζόμενούς τους με χαμηλότερους μισθούς. 
δ) Διαμορφώνονται μέσα στη χώρα «ειδικές οικονομικές ζώνες» φθηνής εργασίας και περιορισμένων εργασιακών δικαιωμάτων.
ε) Πλήττεται η λειτουργία του θεσμού των ΣΣΕ και η κοινωνικο-οικονομική λειτουργία τους αλλά και συνολικά η οικονομία, καθώς η μείωση μισθών θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της εσωτερικής ζήτησης, από την οποία, με βάση τα στατιστικά στοιχεία, προέρχονται τα 2/3 του ΑΕΠ της χώρας.

2) Ο περιορισμός της επεκτασιμότητας των ΣΣΕ
Σύμφωνα με τη ρύθμιση που ισχύει, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί με απόφασή του να επεκτείνει και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική μια ΣΣΕ,  η  οποία  δεσμεύει  ήδη  εργοδότες  που  απασχολούν  το  51%  των  εργαζομένων  ενός  κλάδου ή επαγγέλματος, ώστε αυτή να ισχύει για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή  του επαγγέλματος.
Η αρχή της επεκτασιμότητας των ΣΣΕ είχε ανασταλεί με την εφαρμογή των μνημονίων το 2011 και επανήλθε το 2018.
Με την προβλεπόμενες στο «αναπτυξιακό» νομοσχέδιο ρυθμίσεις:
α) Για να κηρυχθεί μια ΣΣΕ γενικά υποχρεωτική, δεν αρκεί αυτή να δεσμεύει  ήδη  εργοδότες που απασχολούν το  51% των εργαζομένων ενός κλάδου ή επαγγέλματος, αλλά επιπλέον θα πρέπει να υπάρχει τεκμηριωμένο πόρισμα «για την αναγκαιότητα της επέκτασης (της ΣΣΕ) και τις επιπτώσεις της στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τη λειτουργία του ανταγωνισμού και την απασχόληση».
β) Επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα μπορούν να εξαιρούνται από την επέκταση της ΣΣΕ.
Με τις παραπάνω διατάξεις:
α) Η επέκταση μιας κλαδικής ΣΣΕ γίνεται εξαιρετικά δύσκολη, λόγω των προϋποθέσεων που τίθενται (τεκμηρίωση «για την αναγκαιότητα της επέκτασης και τις επιπτώσεις της στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τη λειτουργία του ανταγωνισμού και την απασχόληση»).
β) Ο υπουργός Εργασίας θα μπορεί να μην επεκτείνει μια κλαδική ΣΣΕ, παρότι καλύπτει το 51% των εργαζόμενων του κλάδου, αν θεωρεί ότι μπορεί να βλάψει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ενώ επίσης θα μπορεί να εξαιρεί από την επέκταση επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
γ) Καθιερώνεται (όπως και με την κατάργηση της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης) μεγαλύτερη μισθολογική ανισότητα μεταξύ των εργαζομένων σε ομοειδείς επιχειρήσεις, από τις οποίες άλλες θα καλύπτονται από μια ΣΣΕ και άλλες όχι (λόγω της μη επέκτασης).
δ) Και πάλι προκαλείται αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων που θα υπάγονται στη ρύθμιση των ΣΣΕ και επιχειρήσεων που δεν θα υπάγονται, ενώ δημιουργείται  αντικίνητρο στους εργοδότες να υπογράφουν κλαδικές ΣΣΕ, όταν ξέρουν ότι οι ανταγωνιστές τους θα μπορούν να καταβάλλουν στους μισθωτούς τους μικρότερες αμοιβές. 

3) Ο ακρωτηριασμός του δικαιώματος μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία
Σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει, σε περίπτωση αποτυχίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη μιας ΣΣΕ, τα δύο μέρη (εργατική και εργοδοτική πλευρά) μπορούν να προσφύγουν στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.) και να ζητήσουν υπηρεσίες αρχικά μεσολάβησης και στη συνέχεια διαιτησίας, ώστε να επιλυθεί η μεταξύ τους συλλογική διαφορά. Η προσφυγή στη διαιτησία είναι πάντοτε δυνατή με κοινή συμφωνία των μερών.
Παράλληλα όμως υφίσταται η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις: α) μετά την αποδοχή της πρότασης του μεσολαβητή, εφόσον το άλλο μέρος την απέρριψε, και β) όταν το άλλο μέρος αρνήθηκε τη μεσολάβηση.
Με την αναφερόμενη στο «αναπτυξιακό» νομοσχέδιο ρύθμιση είναι δυνατή η προσφυγή στη διαιτησία μονομερώς από οποιοδήποτε μέρος, μόνο εάν:
α) η επίλυση της συλλογικής διαφοράς «επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος συνδεόμενο με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας» και
β) το μέρος που προσφεύγει μονομερώς στη διαιτησία, συμμετείχε στη διαδικασία μεσολάβησης και αποδέχθηκε την πρόταση του μεσολαβητή,
ενώ δεν προβλέπεται δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, όταν το άλλο μέρος αρνήθηκε τη μεσολάβηση, όπως ισχύει τώρα.
Με τις προωθούμενες διατάξεις:
α) Οι εργοδότες μπορούν να αρνούνται, χωρίς καμιά επίπτωση γι’ αυτούς, να προσέλθουν στη μεσολάβηση, οπότε η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία για την εργατική πλευρά θα είναι αδύνατη.
β) Ακόμη και αν προσέλθουν στη μεσολάβηση, οι εργοδότες θα αρνούνται ότι η επίλυση της συλλογικής διαφοράς επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος συνδεόμενο με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας. Έτσι η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία θα ακυρώνεται.
γ) Κλείνει ο δρόμος προς τη διαιτησία για τις επιχειρησιακές ΣΣΕ, αφού για ελάχιστες επιχειρήσεις θα μπορεί να δικαιολογηθεί ότι η επίλυση της συλλογικής διαφοράς επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος συνδεόμενο με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας.
δ) Ουσιαστικά καταργείται το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, με αποτέλεσμα να ανατρέπεται ο μηχανισμός επίλυσης των συλλογικών διαφορών.

4) Ο ηλεκτρονικός συνδικαλισμός
Με τις προτεινόμενες στο νομοσχέδιο ρυθμίσεις:
α) Όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν υποχρέωση να εγγράφονται σε ηλεκτρονικό μητρώο, που θα τηρείται στο Υπουργείο Εργασίας.
β) Οι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων για κήρυξη απεργίας, λαμβάνονται με ψηφοφορία, η οποία μπορεί να διεξάγεται και ηλεκτρονικά.
Με τις πιο πάνω διατάξεις:
α) Διευρύνεται ο κρατικός έλεγχος στις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η συγκρότηση ηλεκτρονικού μητρώου μελών είναι βέβαια απαραίτητη. Ο έλεγχός του όμως πρέπει να βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια των σωματείων και όχι της εκάστοτε κυβέρνησης.
β) Υπάρχουν κίνδυνοι για την επεξεργασία των στοιχείων του ηλεκτρονικού μητρώου από τρίτους (άρα και από τους εργοδότες), καθώς στο νομοσχέδιο προβλέπεται ότι ο Υπουργός Εργασίας θα ρυθμίσει κάθε «λεπτομέρεια» (που μόνο λεπτομέρεια δεν θα είναι) σχετικά με τη δημοσιότητα των στοιχείων και τη χορήγηση πληροφοριών σε σχέση μ’ αυτά.
γ) Αποδυναμώνεται η δημοκρατική λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων στους χώρους δουλειάς, αφού κάποιος θα μπορεί να αποφασίζει για απεργία από τον καναπέ του σπιτιού του, ενώ δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι το αδιάβλητο και το ανεπηρέαστο της διαδικασίας, αφού είναι δυνατό ένας εργαζόμενος να ψηφίζει από τον υπολογιστή του χώρου εργασίας του και υπό την επίβλεψη του εργοδότη ή του διευθυντή του.
δ) Υποσκάπτεται ο πυρήνας της συλλογικής δράσης ενός σωματείου, που είναι η ζωντανή συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων στις δημοκρατικές λειτουργίες του. Οι εργαζόμενοι στη Γενική Συνέλευση δεν ψηφίζουν απλά, αλλά ενημερώνονται, συζητούν, ανταλλάσσουν απόψεις και διαμορφώνουν γνώμη, αποφασίζουν για τα αιτήματα και το σχέδιο δράσης τους, οργανώνουν τον αγώνα τους.

5) Οι διευκολύνσεις στην αδήλωτη εργασία
Με τις προτεινόμενες στο νομοσχέδιο ρυθμίσεις:
α) Καταργείται η υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος βρέθηκε κατά τον έλεγχο από τα όργανα του Σ.ΕΠ.Ε ή του Ε.Φ.Κ.Α. να έχει αδήλωτο εργαζόμενο, να τον ασφαλίζει αναδρομικά για τρεις μήνες από την ημερομηνία διαπίστωσης της παράβασης, όπως προβλέπεται μέχρι σήμερα.
β) Σε περίπτωση πρόσληψης του αδήλωτου εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας διάρκειας 12 μηνών, το πρόστιμο των 3.000 ευρώ, που ισχύει τώρα, μειώνεται σε 2.000 ευρώ.
Με τις διατάξεις αυτές:
α) Κατοχυρώνεται η αδικία σε βάρος του αδήλωτου εργαζόμενου, ενώ ευνοείται ο παραβάτης εργοδότης.
β) Μειώνονται τα κίνητρα για καταγγελία από τον εργαζόμενο που εργάζεται αδήλωτος και ανασφάλιστος.
γ) Ουσιαστικά δημιουργείται αντικίνητρο για να προσλαμβάνονται νόμιμα οι εργαζόμενοι. Στην πράξη οι επιχειρήσεις θα μπορούν να απασχολούν αδήλωτους εργαζόμενους και, εφόσον ελεγχθούν, θα τους προσλαμβάνουν στη συνέχεια νόμιμα, χωρίς να επιβάλλεται σε βάρος τους κάποια ιδιαίτερα βαριά τιμωρία.

Ένα νέο εργασιακό μνημόνιο
Όσο κι αν ο Υπουργός Εργασίας, συνεπικουρούμενος από τα φιλικά προς την κυβέρνηση ΜΜΕ (δηλαδή σχεδόν όλα), επιχειρεί, κάνοντας το μαύρο άσπρο, να εμφανίσει τα παραπάνω μέτρα ως φιλεργατικά, είναι βέβαιο ότι πρόκειται για μέτρα που: 
α) Ήταν πάγια αιτήματα του Συνδέσμου Βιομηχανιών και Επιχειρήσεων (Σ.Ε.Β.), ενώ ήδη επικροτούνται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
β) Μας ξαναγυρίζουν στις μνημονιακές εποχές, χωρίς όμως να αποτελούν δεσμεύσεις των μνημονίων και απαιτήσεις των δανειστών. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή, νεοφιλελεύθερης κοπής, της κυβέρνησης.
γ) Όταν εφαρμόστηκαν στη διάρκεια των μνημονίων δεν έφεραν τα αποτελέσματα που υποτίθεται ότι θα είχαν: ούτε την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων βελτίωσαν ούτε την ανεργία μείωσαν. Το αντίθετο.
δ) Αποσκοπούν αφενός μεν στην περιθωριοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος (που ούτως ή άλλως έχει τα δικά του πολύ σοβαρά προβλήματα), αφετέρου δε στην πλήρη αποδυνάμωση του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων και στην επικράτηση των ατομικών συμβάσεων εργασίας, όπου ο μόνος και αδύναμος εργαζόμενος θα μπορεί «ελεύθερα να διαπραγματεύεται» τους όρους αμοιβής και εργασίας του με τον ισχυρό εργοδότη.
Πρόκειται για μέτρα αντεργατικά, άδικα, σκληρά, μεροληπτικά υπέρ των λίγων και εναντίον των πολλών. Μέτρα που διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες.
Δεν πρέπει όμως αυτό να μας εκπλήσσει. Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης σε ανύποπτη στιγμή είχε δηλώσει: «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση».
Είναι στο χέρι των εργαζομένων, των πολλών, να τον διαψεύσουν.
 *O Θέμης Αχτσιόγλου  είναι δικηγόρος
left

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου