Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία, τέλος διαδρομής



του Θόδωρου Παρασκευόπουλου
Η εικόνα των ελληνικών ομάδων, κομμάτων, πρωτοβουλιών που αναφέρονται στη Σοσιαλδημοκρατία μοιάζει λίγο με αντίστοιχες κινήσεις παρελθουσών δεκαετιών, αν και τότε αυτές οι ομάδες, όπως και στις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, ήταν ενσωματωμένες στη φιλελεύθερη παράταξη – τη βενιζελική τότε, το Κέντρο μεταπολεμικά.
Το χαρακτηριστικό ήταν τότε, όπως και τώρα, οι ισχνοί δεσμοί με το εργατικό κίνημα, ο αντικομμουνισμός και η έλλειψη στιβαρού ιδεολογικού συνδετικού ιστού. Η ελληνική Σοσιαλδημοκρατία ήταν εξαρχής μέρος του αστικού κομματικού συστήματος, χωρίς ίχνος των ιδεολογικών αναζητήσεων της ευρωπαϊκής, η οποία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 αναφερόταν στον σοσιαλισμό.
Μετά τη Χούντα, με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου αυτά άλλαξαν και η ελληνική Σοσιαλδημοκρατία έζησε μια βραχύβια άνοιξη. Το ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε ως αντικαπιταλιστικό κόμμα και μάλιστα με κριτική απόσταση από την, ήδη μεταλλαγμένη, ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία. Αυτά μέχρι την εποχή Σημίτη, οπότε το ΠΑΣΟΚ προσχώρησε στο ρεύμα της «νέας Σοσιαλδημοκρατίας» που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται αρχικά στη Γερμανία και ολοκληρώθηκε στη Βρετανία.
Η κορύφωση ήρθε με τη σταδιακή αποδοχή από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της μείωσης του μισθολογικού και παραμισθολογικού κόστους ως προϋπόθεσης για την καταπολέμηση της ανεργίας και της μείωσης των κοινωνικών δαπανών, προκειμένου να μειωθεί η φορολογική επιβάρυνση των κερδών και των μεγάλων εισοδημάτων, αλλά και τη σύμπραξη με τη Δεξιά στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Ηταν η οριστική διάρρηξη των δεσμών με την εργατική τάξη και τους φτωχούς. Η κυριαρχία της «νέας Σοσιαλδημοκρατίας» στην Ευρώπη ήταν, γι’ αυτούς τους λόγους, βραχείας διάρκειας. Ο πρόσφατος διασυρμός των Αυστριακών Σοσιαλδημοκρατών στις προεδρικές εκλογές, όταν ο πρώην πρόεδρος των κραταιών αυστριακών συνδικάτων πήρε μόλις 5% των εργατικών ψήφων, είναι χαρακτηριστική κατάληξη.
Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, βέβαια, συνδέεται και με ειδικές ελληνικές περιστάσεις, τη μεγάλη διαφθορά –εδώ μοιάζει με την αντίστοιχη κατάρρευση του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990– και προπάντων με την πολιτική των μνημονίων και την εκπτώχευση της πλειονότητας του πληθυσμού.
Αυτές οι περιστάσεις δεν έπληξαν στον ίδιο βαθμό τον άλλο πόλο του παλιού καθεστώτος. Η Νέα Δημοκρατία είχε βέβαια μεγάλες απώλειες, αλλά δεν κατέρρευσε. Αυτό το γεγονός δεν μπορεί να μη σχετίζεται με τις κοινωνικές και τις ιδεολογικές αναφορές των δύο κομμάτων, δηλαδή με τους δεσμούς που είχε το ΠΑΣΟΚ με τις λαϊκές τάξεις, οι οποίες αποστράφηκαν και προσχώρησαν στην Αριστερά ή έστω τη στήριξαν, από τη μια, και, από την άλλη, τους αντίστοιχους δεσμούς της Νέας Δημοκρατίας με το αστικό κατεστημένο το οποίο, δικαίως, βλέπει την Αριστερά ως κίνδυνο.
Με αυτά τα δεδομένα, η προσπάθεια ανασυγκρότησης του «σοσιαλδημοκρατικού χώρου» είναι δύσκολο να ευδοκιμήσει. Βλέπεις, ο ανταγωνισμός με τη Νέα Δημοκρατία στο ίδιο πλαίσιο πολιτικής είναι εξαρχής χαμένος, γιατί οι αμιγείς νεοφιλελεύθεροι είναι σε αυτά καλύτεροι και, προπάντων, έχουν δεσμούς κυρίως με κοινωνικά στρώματα στων οποίων τα συμφέροντα αντιστοιχούν αυτές οι προτάσεις και με ανθρώπους που ιδεολογικά βρίσκονται σ’ εκείνη την πλευρά.
Προτάσεις, λοιπόν, που δεν μετακινούνται από το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, ακόμα και αν διαφέρουν από εκείνες της Νέας Δημοκρατίας, ενισχύουν την εντύπωση ότι μόνο το δεξιό πλαίσιο μπορεί να ισχύσει. Παρατηρούμε, μάλιστα, ότι και την κυβέρνηση, πολιτευόμενη μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όσο και αν προσπαθεί να δημιουργήσει ρωγμές, ο κόσμος την παρακολουθεί με δυσπιστία. Μπορεί αυτό να στενοχωρεί την κυβέρνηση και να δημιουργεί δυσκολίες στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι όμως ένα στοιχείο της απελευθέρωσης των λαϊκών τάξεων που παρατηρήθηκε στο διάστημα 2010-2015. Γι’ αυτό, έτσι τουλάχιστον δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, ο φτωχόκοσμος δεν επιστρέφει στη στρούγκα.
Για να επανέλθουμε τώρα στον χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας, της Κεντροαριστεράς ή του Κέντρου, όπως και να αποκαλείται από διάφορες πλευρές –που εκφράζουν με τους διαφορετικούς χαρακτηρισμούς και τις ιδιαίτερες προσωπικές ή συλλογικές επιδιώξεις τους–, εκτός από την απώλεια της κοινωνικής αναφοράς και το ιδεολογικό-προγραμματικό κενό, αυτό το εγχείρημα έχει να παλέψει και με μια τρίτη δυσκολία: το προσωπικό που συναθροίζεται σε αυτόν τον πολιτικό χώρο είναι αναξιόπιστο.
Πιο παραστατικά: η βαριά σκιά του Ευάγγελου Βενιζέλου –ο οποίος γλίτωσε το Ειδικό Δικαστήριο με την ψυχή στο στόμα και με την έστω υπόρρητη απειλή ότι, αν παραπεμπόταν, θα έριχνε την κυβέρνηση Σαμαρά– και των άλλων πρωταγωνιστών των περιόδων Σημίτη, Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά καθηλώνει κάθε προσπάθεια ανάταξης αυτού του χώρου – η προσθήκη των ευμετάβλητων πολιτικών του Ποταμιού και της πρώην ΔΗΜΑΡ δεν προσθέτει τίποτα, μάλλον αφαιρεί.
Κάποτε, στη δεκαετία του 1990, μία από τις καλύτερες πένες της αριστερής δημοσιογραφίας έγραφε ότι «μαζί με το “Κ“», και εννοούσε, στην τότε εποχή της αποϊδεολογικοποίησης, την κομμουνιστική προοπτική, «έχουμε να διασώσουμε και το “Σ“», δηλαδή όσα οι σοσιαλδημοκράτες εγκατέλειπαν, καθώς μετέτρεπαν τους δεσμούς τους με τις λαϊκές τάξεις σε πελατειακές σχέσεις.
Ως έναν βαθμό, με αντιφάσεις και παλινδρομήσεις (αλλά έτσι είναι η πραγματική πραγματικότητα), αυτό, η διάσωση του «Σ», έχει επιτευχθεί στον και με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αν είναι, λοιπόν, να διασωθεί κάτι από την ελληνική Σοσιαλδημοκρατία, αυτό μπορεί να γίνει μόνο εφόσον εγκαταλείψει το τελευταίο μέρος της ιστορίας της και οι άνθρωποί της επαναβεβαιώσουν ότι βρίσκονται στο αριστερό κέρας του πολιτικού συστήματος – αλλά και γι’ αυτό ίσως είναι πια αργά
efsyn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου