Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

Από τον Ξένιο Δία στη θρησκεία της αγάπης


του Παντελή Μπουκάλα
Ο​​ι «Ικέτιδες» είναι το πρώτο δράμα μιας τετραλογίας με την οποία ο Αισχύλος επικράτησε του Σοφοκλή, πιθανόν το 463 π.Χ. Τα άλλα τρία έργα, οι «Αιγύπτιοι», οι «Δαναΐδες» (όπου οι 49 από τις πενήντα κόρες του Δαναού, εξαιρουμένης της Υπερμήστρας, σκοτώνουν η καθεμιά τον μνηστήρα της, ακολουθώντας την πατρική εντολή) και το σατυρικό δράμα «Αμυμώνη», δεν σώζονται. Στις «Ικέτιδες», ο Πελασγός, ο βασιλιάς του Αργους, ακούει τις σπαρακτικές εκκλήσεις των Δαναΐδων, που απέδρασαν από την Αίγυπτο για να αποφύγουν τον ανόσιο γάμο με τα ξαδέλφια τους, και πρέπει να αποφασίσει: Αν τις δεχτεί, η πόλη του θα βρεθεί σε πόλεμο με τους πενήντα γιους του Αίγυπτου και τον στρατό τους. Αν όμως αρνηθεί να τις προστατέψει, και μάλιστα παρά τη μακρινή συγγένειά τους με τους Αργείους, θα προσβάλει τον Δία, τον προστάτη των ξένων και των ικετών.
Βασιλιάς μεν ο Πελασγός, όμως ο Αισχύλος, εμπνευσμένος από το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, δεν του αναγνωρίζει απόλυτη εξουσία. Η ποιητική του μέριμνα υποτάσσει τη βασιλική ισχύ στη βούληση του δήμου. Ο αμφιταλαντευόμενος ηγεμόνας, που φοβάται τους θεούς αλλά ανησυχεί και για το ενδεχόμενο να τον κατηγορήσει ο λαός ότι «αφάνισε την πόλη για χάρη των ξένων», απευθύνεται στους πολίτες για να αποφασίσουν αυτοί, όχι αν θα ριψοκινδυνεύσουν, αυτό είναι βέβαιο πως θα συμβεί, ό,τι κι αν επιλέξουν, αλλά αν προτιμούν να βρεθούν αντιμέτωποι με την εχθρότητα των ανθρώπων ή του Δία.
«Στο αδιέξοδο και γεμάτο ένταση δίλημμα» του Πελασγού, γράφει ο Φράνκο Μοντανάρι στην «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας: Από τον 8ο αι. π.Χ. έως τον 6ο αι. μ.Χ.» (επιμέλεια Δανιήλ Ιακώβ - Αντώνης Ρεγκάκος, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2008), «είναι αναγνωρίσιμη μια δραματοποιημένη και παραδειγματική απεικόνιση της βαθιάς πολιτισμικής σύγκρουσης, απόλυτη συναίσθηση της οποίας είχε η αθηναϊκή κοινωνία της εποχής: από τη μια πλευρά, ο ελληνικός ορθολογισμός, ο οποίος εκδηλώνεται ως ηθικός στοχασμός που επιλέγει και σταθμίζει μεταξύ της ωφελιμιστικής συμπεριφοράς (αποφυγή ανάμειξης στην περιπέτεια των Δαναΐδων) και της πράξης που εμπνέεται από το θρησκευτικό έλεος (τη φιλοξενία που οφείλουμε στους ικέτες, σύμφωνα με το θέλημα του Δία)· από την άλλη πλευρά, η παράλογη απρέπεια των “βαρβαρικών” πολιτισμών (η καταχρηστική βούληση των γιων του Αίγυπτου, το αχαλίνωτο πάθος των Δαναΐδων), με την οποία η Αθήνα βρισκόταν σε σφοδρή σύγκρουση στις δεκαετίες κατά τις οποίες παριστάνονταν τα έργα του Αισχύλου».
Μπορεί να τους κατακρίνουμε εμείς σαν ειδωλολάτρες τους αρχαίους, φαίνεται όμως ότι ορισμένους θεούς τούς σέβονταν, από φόβο ή από βαθιά πίστη, δεν έχει σημασία. «'Ομως δ’ ανάγκη Ζηνός αιδείσθαι κότον / Ικτήρος· ύψιστος γαρ εν βροτοίς φόβος», λέει στον Δαναό ο Πελασγός. Στη μετάφραση του Ιωάννη Γρυπάρη: «Μα όμως ανάγκη την οργή του Δία, προστάτη / των ικετών, να ευλαβηθώ· γιατί άλλος φόβος / δεν είναι μεγαλύτερος μες στους ανθρώπους». Συμβουλεύει λοιπόν ο βασιλιάς του 'Αργους τον φυγάδα Δαναό να αποθέσει κλαδιά ικεσίας πάνω στους βωμούς των θεών, ώστε να τα δουν οι πολίτες, να συγκινηθούν και να αποφασίσουν όπως ορίζει το σέβας προς τις θεότητες. 'Ετσι και γίνεται. Ο δήμος αποφασίζει ομόφωνα, και την απόφασή του την ανακοινώνει χαρούμενος ο Δαναός στις κόρες του. Και πάλι στη μετάφραση του Γρυπάρη:
«'Εκριναν δίχως δεύτερη γνώμη οι Αργείτες, / μα έτσι, που ν’ ανανιώσει η γέρικη καρδιά μου. / Γιατί όλου του λαού μεμιάς τα χέρια / τον αιθέρα τρικύμισαν για να ψηφίσουν / την απόφαση αυτή: πως μέτοικοι σε τούτη / τη χώρα να καθόμαστε, λεύτεροι, μ’ όλα / της ασυλίας τα προνόμια ασφαλισμένοι / απ’ εχθρού επιβουλή, κι ούτε κανείς ή ντόπιος / ή ξένος να μπορεί απ’ εδώ να μας σηκώσει. / Κι αν χέρι βάλει επάνω μας, όποιος πολίτης / να μας βοηθήσει αρνιόντανε, άτιμος να ’ναι / κι απ’ τη χώρα εξόριστος μ’ όλων την ψήφο». 'Οπως κι αν εννοήσουμε το «άτιμος» του αρχαίου κειμένου, ως χαρακτηρισμό του ανάξιου και του αξιοπεριφρόνητου ή του ανθρώπου που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα, η σημασία της λέξης παραμένει βαριά, αντίστοιχη της ντροπής που προσδιορίζει.
Ζευς Αφίκτωρ δεν υπάρχει στους καιρούς μας, αφού και οι θεοί πεθαίνουν, εκτοπισμένοι από νεότερους. Στην Ευρώπη όμως, και στις ΗΠΑ του πολιτικά τυχάρπαστου και φανατικά τειχόφιλου Ντόναλντ Τραμπ, θριαμβεύει αιώνες τώρα η θρησκεία της αγάπης: ο χριστιανισμός. Η θρησκεία του Ναζωραίου και του «δος μοι τούτον τον ξένον». Ναι, δώσ’ μου τούτον τον ξένον, αλλά για να τον επαναπροωθήσω βίαια, να τον χωρίσω από τα παιδιά του, ας είναι και νήπια, να τον εγκλωβίσω σε τρισάθλια hotspots, ώστε να το σκυλομετανιώσει που άφησε πίσω του την εμπόλεμη ή πάμπτωχη πατρίδα του (για τους πολέμους και τη φτώχεια της οποίας δεν είναι άμοιροι ευθυνών οι καλοί χριστιανοί), να τον φυλακίσω σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που, όπως προτείνουν σπουδαίοι Ευρωπαίοι, πρέπει να στηθούν σε όποια ευρωπαϊκή ή αφρικανική χώρα δηλώσει πρόθυμη, έναντι ανταμοιβής. Πώς ορισμένες φτωχές χώρες δέχονται επ’ αμοιβή τα τοξικά λύματα των ανεπτυγμένων ή τους νοικιάζουν το δικαίωμά τους στη ρυποπαραγωγή; 'Ετσι ας δεχτούν και όσους επιχειρούν να προσφυγέψουν σε τόπους πλούσιους ή απλώς ειρηνικούς. Μήπως δεν τους υπολογίζουμε σαν να έχουν την αξία ρύπων ή λυμάτων;
Και να το είχαμε ξεχάσει ότι στην ήπειρό μας βασιλεύει ο χριστιανισμός, μας το θύμισαν με πράξεις και δηλώσεις τους αρκετές κεφαλές της. Οι Χριστιανοκοινωνιστές της Γερμανίας, λ.χ., που εκβιάζουν, απαιτώντας όλο και πιο σκληρά μέτρα κατά των μεταναστών. Οι ηγέτες των χωρών του Βίσεγκραντ, που υψώνουν τείχη «για να μη μολυνθεί η χριστιανική Ευρώπη». Και βέβαια ο Ματέο Σαλβίνι, ο επικεφαλής της ακροδεξιάς Λέγκας και πλέον υπουργός Εσωτερικών της Ιταλίας, που δήλωσε με πνεύμα φιλαλληλίας: «Ακολουθούμε τις διδαχές της Καθολικής Εκκλησίας και γι’ αυτό οι πύλες της Ιταλίας θα είναι ορθάνοιχτες για τις γυναίκες και τα παιδιά που δραπετεύουν από τον πόλεμο, οι οποίοι θα φτάσουν αεροπορικώς και όχι με φουσκωτές βάρκες. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να παραμείνουν στην Αφρική». Θα βρήκε κάποιο απόκρυφο Ευαγγέλιο ο εμπρηστικά μισαλλόδοξος Σαλβίνι, όπου οι χριστιανοί προειδοποιούνται ότι θα πάνε στον παράδεισο, αν υποδεχτούν πρόσφυγες ερχόμενους με αεροπλάνα, τους περιμένει όμως η κόλαση, αν ανοίξουν τα λιμάνια και την αγκαλιά τους σε πρόσφυγες που φτάνουν με βάρκες, και δη φουσκωτές.
Ο Σαλβίνι έχει πια πολλούς θαυμαστές στη Γηραιά Ηπειρο. Και στην Ελλάδα βέβαια, αυτό έλειπε. Μπορούμε λοιπόν να είμαστε σίγουροι ότι ο χριστιανισμός –ως κατεστημένο σύστημα εξουσίας και ως μέθοδος υποκρισίας– δεν κινδυνεύει. Ως θρησκεία της αγάπης; Αυτά είναι υποθέσεις για μια άλλη ζωή. Στο επέκεινα.
Πηγή: Καθημερινή 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου