Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Γιατί ο Ρέγκλινγκ αγάπησε ξαφνικά την Ελλάδα


του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου
Το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης αποτελεί σημείο καμπής, καθώς όλοι πλέον, τόσο η κυβέρνηση όσο και οι δανειστές υπογραμμίζουν στην ανάγκη επανόδου της Ελλάδας στις αγορές και της προσέλκυσης επενδύσεων.
Είναι ενδεικτικό ότι η ρητορική της ευρωζώνης έχει πλέον αλλάξει και εστιάζει στις θετικές προοπτικές, όχι μόνον η παραδοσιακά φιλική Κομισιόν, αλλά και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM).
Ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ, αντί να δίνει συστάσεις για μέτρα όπως στο παρελθόν, τώρα όχι μόνο δηλώνει αισιόδοξος για έξοδο της Ελλάδας στην αγορά ομολόγων με νέες εκδόσεις, αλλά τουιτάρει ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει «η νέα ιστορία επιτυχίας του ESM».
Ειρήσθω εν παρόδω ότι όταν ο κ. Ρέγκλινγκ μιλάει για success story «του ESM» και όχι «της ευρωζώνης» προδίδει τις φιλοδοξίες που κρύβονται για το ρόλο του νέου αυτού θεσμικού οργάνου, το οποίο σύμφωνα με τους Γερμανούς, είναι εκείνο που θα πρέπει να μετεξιλιχθεί σε υπερ-επόπτη των οικονομιών των κρατών-μελών της ευρωζώνης -και όχι η Κομισιόν.
Πέραν αυτού, ο κ. Ρέγκλινγκ έχει κάθε λόγο να ποντάρει στην ελληνική ανάκαμψη, έτσι ώστε να δικαιωθούν και οι εκτιμήσεις του οργανισμού ότι το ελληνικό χρέος είναι πολύ πιο βιώσιμο από όσο υποστηρίζει το ΔΝΤ και, επομένως, δεν χρειάζονται δραστικά μέτρα αναδιάρθρωσης, όπως «συμπτωματικά» πιστεύει και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Το γεγονός είναι πάντως ότι η επιστροφή της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων παίζει σημαντικό ρόλο στην παρούσα φάση και αυτό εξηγεί την έμφαση που δίνουν κυβερνητικά στελέχη, όπως ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος στην ανάγκη να εκδώσει η Ελλάδα νέα ομόλογα, ακόμα και προτού η χώρα ενταχθεί στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ, τη λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση (QE- quantitative easing).
Στην πραγματικότητα οι εκδόσεις νέων ομολόγων δεν έχουν τόσο ταμειακή σημασία, αφού τα ποσά θα είναι μικρά, ενώ τα επιτόκιά τους, όσο χαμηλότερα και να διαμορφωθούν θα είναι υψηλότερα από εκείνα των άλλων χωρών και πάντως πολύ ακριβότερα από εκείνα του ESM που δανείζει σήμερα τη χώρα με κόστος λίγο κάτω από το 1%.
Ο στόχος όμως πλέον είναι να εκδοθούν ομόλογα με «λογικά» επιτόκια ως ένα «σήμα» προς τους επενδυτές ότι η χώρα έχει επιστρέψει στην κανονικότητα και, επομένως, είναι ασφαλές να τοποθετήσουν χρήματα.
Ασφαλώς η ένταξη στο QE θα ήταν ένα πολύ πιο άμεσο και ισχυρό «σήμα» στην κατεύθυνση αυτή, αλλά τα χέρια της ΕΚΤ είναι δεμένα και δεν μπορεί να αρχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα, όσο δεν προσδιορίζονται περαιτέρω τα μέτρα για το χρέος, όπως εξήγησε ο πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ευρωβουλευτή της Λαϊκής Ενότητας Νίκου Χουντή.
Με τον περιορισμό αυτό η κυβέρνηση ελπίζει ότι εάν υλοποιηθούν με επιτυχία 3-4 εκδόσεις ομολόγων, αυτές θα αποτελέσουν έναυσμα για να προχωρήσουν οι διεθνείς εταιρείες αξιολόγησης σε αναβαθμίσεις των κρατικών ομολόγων αλλά και των τραπεζών, έτσι ώστε να αυξηθεί σταδιακά η ρευστότητα των τελευταίων και να υποστηριχθεί η ανάκαμψη της οικονομίας.
Με λίγα λόγια, στόχος πλέον είναι η είσοδος σε έναν ενάρετο κύκλο, όπου οι επενδυτές βλέποντας σημάδια ομαλοποίησης και ανάκαμψης θα αρχίσουν να τοποθετούν κεφάλαια στη χώρα μας, αρχικά όσοι έχουν πιο βραχυπρόθεσμη, κερδοσκοπική οπτική, στη συνέχεια οι θεσμικοί επενδυτές που τοποθετούνται για πολλά χρόνια και τελικά, πέρα από τις επενδύσεις σε «χαρτιά» (μετοχές και ομόλογα) να έρθουν και παραγωγικές ιδιωτικές επενδύσεις οι οποίες δημιουργούν προστιθέμενη αξία και απασχόληση.
Το ζήτημα, βέβαια, είναι ότι υπάρχουν αρκετοί περιορισμοί στην πορεία αυτή.
Οι λεγόμενες «μεταρρυθμίσεις» που αποτελούν δέλεαρ για τους επενδυτές, συνήθως έχουν μεγάλο πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση που καλείται να τις υλοποιήσει.
Πράγματι, το δύσκολο κομμάτι με τις περικοπές και τις αυξήσεις φόρων βρίσκεται ήδη πίσω, αλλά παρεμβάσεις, όπως η κινητικότητα στο Δημόσιο, οι ιδιωτικοποιήσεις ή το άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων πιθανότατα θα προκαλέσουν τριβές με διάφορα κοινωνικά στρώματα και επαγγελματικές τάξεις.
Επιπλέον, το εγχείρημα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο καθώς η σημερινή κυβέρνηση που ιδεολογικά υποστηρίζει την τόνωση της απασχόλησης, των χαμηλών εισοδημάτων και της κοινωνικής προστασίας, δεν έχει στη διάθεσή της το παραδοσιακό εργαλείο των δημοσίων δαπανών, αλλά πρέπει να πετύχει τους στόχους με τα εργαλεία της αγοράς και του καπιταλισμού.
Πηγή: ert

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου