Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Ο μεγάλος αδελφός ήταν τελικά …μεγάλη αδελφή


του Μάξιμου Αλιμπέρτη
Το «1984» ήταν (και είναι) πολλά πράγματα. Μεταξύ άλλων είναι: α) μελλοντολογία. Περιγράφει πως θα είναι στο μέλλον η ζωή μιας κοινωνίας και των ανθρώπων της, β) μια απαισιόδοξη μελλοντολογική περιγραφή, γ) μια περιγραφή της δύναμης που έχει η (πολιτική) εξουσία να ορίζει και να περιορίζει τη ζωή, τις καθημερινές δραστηριότητες και τις πεποιθήσεις των ανθρώπων, με τον έλεγχο των πληροφοριών, με την παρακίνηση να κάνουν ή να μην κάνουν κάτι και τέλος με τις κυρώσεις κάθε μορφής, παρακάμπτοντας το θεμέλιο λίθο της αστικής κοινωνίας – τα ατομικά δικαιώματα δ) το βασικό όπλο που εξασφαλίζει τη δύναμη που έχει η εξουσία  είναι η, δια πολλών μέσων, επιτήρηση της σκέψης και των δραστηριοτήτων του ατόμου και ε) έχουμε να κάνουμε με μια άνιση σχέση ανάμεσα σε μια οργανωμένη δύναμη (πολιτική, κρατική στο «1984») και το μεμονωμένο άτομο. Απ’ αυτό πηγάζει και η αίσθηση της αδυναμίας να αντισταθεί κάποιος στην εξουσία,  η  μοιρολατρία, η υποταγή, σε μικρο-κοινωνικό επίπεδο, και σε μακρο-κοινωνικό η δυστοπία. 
Είναι αλήθεια ότι πίσω από το «1984» είδαν πολλοί τις κοινωνίες που αρνήθηκαν την αστική δημοκρατία, περιορίζοντας ή καταργώντας τον κοινοβουλευτισμό – τα φασιστικά καθεστώτα όπως της Γερμανίας, της Ιταλίας κ.ά.  ή της Σοβιετικής Ένωσης και αργότερα των Λαϊκών Δημοκρατιών.  Αν και χρειάζεται ξεχωριστή και μεγάλη συζήτηση αν όλοι αυτοί οι κοινωνικοί σχηματισμοί και τα πολιτικά καθεστώτα μοιάζουν κι αν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του ολοκληρωτισμού, εκείνο που θέλω εδώ να επισημάνω είναι ότι σε κάθε περίπτωση, η μορφή που έχει ο ολοκληρωτισμός (ή «ολοκληρωτισμός») στις περισσότερες ερμηνείες του «1984» είναι πολιτική. Δηλαδή, την κατεξουσιαστική κυριαρχική παρέμβαση πάνω στο άτομο την ασκεί ένας απίστευτα πολύπλοκος, γραφειοκρατικός και παντοδύναμος οργανισμός που διαθέτει αμέτρητους οικονομικούς, φυσικούς, πολιτιστικούς,  πληροφοριακούς, κ.ά. πόρους.
Ωστόσο, για όσους έκαναν σημαία το «1984» στην καταπολέμηση κάθε μορφής κρατικού παρεμβατισμού, από το δυτικό μέχρι το ανατολικό και από το βόρειο μέχρι το νότιο άκρο της Ευρώπης, αλλά και πέρα από τα σύνορά της, τα πράγματα μάλλον πήγαν στραβά. Πήγαν στραβά γιατί σε χώρες με έλλειψη δημοκρατικής παράδοσης, η παλινόρθωση της αγοράς έγινε πριν και ταυτόχρονα με την  παλινόρθωση απολυταρχικών πολιτικών καθεστώτων.  Το δρόμο έδειξε η μοίρα του μουσικού «Κάντο Χενεράλ».  Στη Χιλή, στην Τουρκία κ.ά. χώρες αρχικά, και στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού» αργότερα, ναι μεν εγκαθιδρύθηκε ή αποκαταστάθηκε η δικτατορία της αγοράς, αλλά  βίαια, με τη βοήθεια  μιας  εξωοικονομικής δικτατορίας που πήρε διάφορες μορφές (πολιτική δικτατορία, μαφιοζο-διακυβέρνηση κ.ά.) με κοινοβουλευτικά μανδύα ή χωρίς αυτόν. Για την ακρίβεια, η «περισσότερη αγορά» δεν έφερε «περισσότερη δημοκρατία», κατά τον ίδιο τρόπο που «η περισσότερη δημοκρατία» δεν σημαίνει (απαραίτητα) «περισσότερη αγορά».
Παρά ταύτα, τα φαινόμενα πολιτικού αυταρχισμού σε χώρες με ασθενείς δημοκρατικές παραδόσεις, που προαναφέρθηκαν,  όπως και οι αυταρχικές πρακτικές σε χώρες με δημοκρατικές παραδόσεις (όπως λ.χ. στη Μ. Βρετανία τη δεκαετία ‘80), με σκοπό την αγοραιοποίηση της οικονομίας, ήταν απλώς μια πτυχή της αλλαγής. Σε άλλες περιπτώσεις, οι ίδιοι οι επιχειρηματίες και με επιχειρηματικούς όρους, έγιναν πολιτικοί, φαινόμενο που έχει χαρακτηριστεί και ως μπερλουσκονισμός. Ή, κατά τον παραδοσιακό τρόπο, πολιτικά και κρατικά στελέχη των κεντρικών κυβερνήσεων και άλλων βαθμίδων,  λειτουργούν ως εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου, όπως συμβαίνει λ.χ. με τον γερμανικό ορντοφιλελευθερισμό, αλλά και μεγάλο μέρος της Γερμανικής Ευρώπης.  Α προπό έχει ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε ποιά στάση περικλείει περισσότερη δημοκρατία μέσα της. Αυτή του βρετανικού Brexit, μιας χώρας με τις μεγαλύτερες, ίσως, δημοκρατικές παραδόσεις στην Ευρώπη ή  της Γερμανικής Mitteleuropa; 
Σε κάθε περίπτωση ο πολιτικός αυταρχισμός, ο μπερλουσκονισμός και η παραδοσιακή πολιτική εκπροσώπηση του κεφαλαίου δεν είναι παρά πτυχές μιας μεταβατικής φάσης, της δικτατορίας της αγοράς προς ένα «νέο 1984». Σ’ αυτό το «νέο 1984» η μορφή του ολοκληρωτισμού δεν είναι πολιτική αλλά οικονομική, για την ακρίβεια η πολιτική συγκλίνει με την οικονομική. Ακριβέστερα, είναι η κυριαρχία της κύριας οργανωτικής μορφής που έχει η οικονομική – επιχειρηματική δραστηριότητα, δηλαδή της εταιρείας.  Βασικό της αν και όχι μοναδικό γνώρισμα είναι ο διαχωρισμός της εταιρικής περιουσίας ανεξαρτήτως προέλευσης, π.χ. έσοδα, τραπεζικά δάνεια, πολιτικές χορηγίες κ.ά. από την προσωπική περιουσία - σε εμφανή ή αφανή μορφή (π.χ. off shore), καθώς και των μεταξύ τους ροών. Με άλλα λόγια, ο κίνδυνος του ολοκληρωτισμού σήμερα δεν προέρχεται από το «Κόμμα» αλλά από την Εταιρεία. Ο αναδυόμενος σύγχρονος ολοκληρωτισμός είναι εταιρικός ολοκληρωτισμός –αλήθεια, αυτός ο ολοκληρωτισμός μπορεί να έχει διαφορετικά χρώματα;
Ο εταιρικός ολοκληρωτισμός έχει δυο κύρια πεδία δράσης. Ένα που το έχει κατακτήσει και ένα που παλεύει να το κατακτήσει με τη βοήθεια αυτού που έχει ήδη κατακτήσει. Αυτό που έχει ήδη κατακτήσει είναι το έδαφος μέσα στην ίδια την Εταιρεία. Εκεί μέσα πολλά ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα γίνεται προσπάθεια να περιοριστούν αν δεν έχουν ήδη περιοριστεί κάποια. Αν είσαι ή πρόκειται να γίνεις εργαζόμενός της, η  Εταιρεία μπορεί να σου απαγορεύσει να παντρευτείς ή να τεκνοποιήσεις ή να μην σε προσλάβει αν το έχεις κάνει ήδη. Η Εταιρεία μπορεί να σου επιβάλλει τα σουπερμάρκετ από όπου θα ψωνίσεις ή δεν επιτρέπεται να  ψωνίσεις. Η Εταιρεία μπορεί να ελέγξει αν θα μετακινηθείς  στον ελεύθερο χρόνο σου και σε ποιο μέρος. Η Εταιρεία μπορεί να σου επιβάλλει τι ρούχα θα φορέσεις ή απαγορεύεται να φορέσεις, καθώς και την εν γένει εμφάνιση και λεκτική συμπεριφορά σου, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την ίδια την Εταιρεία, αλλά και πέραν αυτής. Και φυσικά πριν σε προσλάβει, η Εταιρεία θα ψάξει μέχρι το μεδούλι το προφίλ που έχεις στα ΜΚΔ – μια πρακτική που είναι καθιερωμένη εδώ και χρόνια, ακόμα και στην Ελλάδα. 
Αν είσαι πελάτης, η Εταιρία διεκδικεί το δικαίωμα να  ελέγχει την ταυτοπροσωπία σου, μα πάνω απ’ έχει θεσμοθετήσει ως αυτονόητο το δικαίωμά της στην επιτήρηση σου, όπως και των εργαζομένων της, μέσα και έξω από τους χώρους εργασίας, αλλά και την επιτήρηση ατόμων άσχετων με τη δραστηριότητά της, όπως λ.χ. συμβαίνει σε πολλά τραπεζικά, κυβερνητικά κ.ά. κτίρια. Η Εταιρεία έχει καθιερώσει το φακέλωμα και –παρά την όποια νομοθεσία- τη διαχείριση και μεταβίβαση των προσωπικών δεδομένων εργαζομένων και πελατών της - που προέρχονται από την επιτήρηση και την καταγραφή στοιχείων του κοινού. Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε που βρίσκουν τα στοιχεία των παραληπτών από μικρές εταιρείες εστίασης μέχρι εταιρείες πολιτικού μάρκετινγκ και δημοσκοπήσεων.  Η Εταιρεία, λ.χ. τηλεφωνίας, θα σου ζητήσει την υπογραφή σου προκειμένου να γίνεις συνδρομητής της υπηρεσίας της, αλλά χωρίς να δεις με ευχέρεια (π.χ. ψιλά γράμματα) ή καθόλου τους όρους. Άλλους θα τους κρύψει επιμελώς. Μάλιστα για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τις θα επικαλεστεί τον βαρύγδουπο και νεφελώδη όρο «συστημικοί λόγοι» ή ανήκουστα επιχειρήματα του είδους «σας πήραμε δυο - τρεις φορές τηλέφωνο και δεν σας βρήκαμε, οπότε θεωρήσαμε πως θέλετε να παραμείνετε σε μας».
Η Εταιρεία λοιπόν θα τα κάνει όλα αυτά τόσο σε εργαζόμενους όσο και καταναλωτές, έχοντας συχνά την άμεση ή έμμεση προστασία και τη χορηγία του κράτους με διάφορες μορφές. Ηθική αναγνώριση (λ.χ. η παρουσία επισήμων στις εκδηλώσεις της Εταιρείας),  διαφήμιση και χορηγία (όπου είναι δυνατόν), διοικητικές, τεχνικές κ.ά. διευθετήσεις (όπως τεχνικά έργα) είναι μερικές μόνο από αυτές. Παρά τα νομικά προσκόμματα, η καταστολή των πρακτικών που είναι παράνομες είναι αναιμική, αφού εξυπηρετεί πολλούς παίκτες στο παιχνίδι της δημόσιας εξουσίας, κάτι που αν δεν γίνεται σκόπιμα παράγει ως αθέλητο αποτέλεσμα την αίσθηση του αδιεξόδου, του αναπόφευκτου, της υποταγής.
Η κυριαρχία του εταιρικού ολοκληρωτισμού στο εσωτερικό της εταιρείας και στα εξωτερικά της όρια (αυτά που αφορούν τους καταναλωτές) δεν είναι κάτι αμελητέο για δυο λόγους. Πρώτον η Εταιρεία είναι παντού. Σ’ όποιο βήμα και να κάνεις στο δρόμο,  στη αγορά, στη διασκέδαση, στη μετακίνηση, στην αναζήτηση υγειονομικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών κ.λπ. θα την συναντήσεις μπροστά σου. Δεύτερον γιατί η Εταιρεία και η κουλτούρα της έχουν  κατακτήσει  μια σημαντική θέση στη σκέψη, στη συμπεριφορά, στους σχεδιασμούς, στις αξίες των ανθρώπων. Ιδιαίτερα σε μια οικονομία της αγοράς, με μα απούσα την  αμφισβήτησή της και το αντίπαλο δέος.  Έτσι λοιπόν η Εταιρεία, αν και ιδιωτική εντούτοις κατακτά άτυπα ένα σημαντικό ρόλο και στη δημόσια ζωή, πέρα από εκείνον που επιτρέπουν οι αρχές της Δημοκρατίας. Με άλλα λόγια η Εταιρεία, έχοντας εδραιώσει τον ολοκληρωτικό έλεγχο στο εσωτερικό της και διψώντας για μεγαλύτερη εξουσία και κέρδος έρχεται στο προσκήνιο της δημόσιας εξουσίας.  Διεκδικεί να διαδραματίσει τον κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της δημόσιας ζωής, των δικαιωμάτων μας και των σχέσεων ανάμεσα στις εξουσίες. Σήμερα είναι η Εταιρεία που αναλαμβάνει να διεκδικήσει την αναίρεση της διάκρισης των εξουσιών, όχι «το Κόμμα». Η Εταιρεία είναι το νέο «Κόμμα», το «Κόμμα» του νέου «1984». 
Η Εταιρεία διεκδικεί να ρυθμίζει (μέρος στην αρχή) της ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών και της ελεύθερης εγκατάστασης. Η οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου το αναγνωρίζει, αλλά για πολλές εταιρείες σεκιούριτι κάτι τέτοιο είναι χαλάκι στη είσοδο του σπιτιού. Η Εταιρεία αναγνωρίζει τυπικά, συχνά υποκριτικά, το δικαίωμα της ισότητας, αλλά δεν θα διστάσει ως κολοσσός να συντρίψει ένα (1) μόνο άτομο και μάλιστα ανίσχυρο, προκειμένου να εισπράξει τα οφειλόμενα ψίχουλα ή να παραδειγματίσει το κοινωνικό σύνολο.
Η Εταιρεία διεκδικεί να ρυθμίσει το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και ελευθερίας του Τύπου. Για την Εταιρεία μπορείς να πεις καλά λόγια, μπορείς να την εκθειάσεις, αλλά δεν μπορείς να την κατηγορήσεις, όπως έγινε πρόσφατα με εταιρεία - μεγαλομπακάλη στην Ελλάδα. Μπορείς πεις ότι παράγει άριστες υπηρεσίες ή προϊόντα αλλά όχι σκουπίδια. Το δικαίωμα της κριτικής προς την Εταιρεία αναγνωρίζεται μόνο αν η κριτική είναι ευνοϊκή για την Εταιρεία. Σε αντίθετη περίπτωση θα κατηγορηθείς για συκοφαντία (οι στρατιές δικηγόρων της καραδοκούν), γιατί όχι και για δολιοφθορά της ελεύθερης οικονομίας, της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας του τόπου. Η απόσταση μέχρι την εσχάτη προδοσία όλο και μικραίνει. Στην πραγματικότητα,  με τον τρόπο αυτό καταργείται το δικαίωμα άσκησης κριτικής σε έναν αυξημένης οικονομικής και κοινωνικοπολιτικής σημασίας φορέα. Ή, ακόμα χειρότερα, το δικαίωμα της κριτικής εξαντλείται στην υποχρέωση της κολακείας προς την Εταιρεία, τους ανθρώπους της, κυρίως προς την ηγεσία της, και τα προϊόντα ή υπηρεσίες που παράγει. Άλλωστε η κοινωνία της αγοράς είναι μια κοινωνία της κολακείας («ο πελάτης έχει πάντα δίκιο»), όπου ο εργαζόμενος ή ο πολίτης οφείλει να έχει πολλά προσωπεία, να ζει τη ζωή του σαν ηθοποιός στη σκηνή δηλαδή, αλλά όχι πρόσωπο. Αν έχει και το ίσως και να στοχοποιηθεί.  Αυτό είναι το συστημικό μπούλινγκ που δεν θεωρείται τέτοιο αλλά κάτι σαν φυσικός νόμος.
Θεωρητικά, κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να προσφεύγει στη δικαιοσύνη. Αλλά δεν έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα να πληρώνουν στρατιές δικηγόρων και συνεπώς να βρουν το δίκιο τους. Για το λόγο αυτό, η Εταιρεία, εκτός άλλων, αναδεικνύεται σε νομικό Δαυίδ και το σχετικό δικαίωμα καταργείται στην πράξη. Με τον τρόπο αυτό η δικαιοσύνη δεν γίνεται απλά ταξική. Γίνεται κυνικά ταξική.
Σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν επιτρέπεται η δουλεία. Ωστόσο η κρίση οδήγησε δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους στην Ελλάδα ή σε άλλες χώρες της ΕΕ, σε εκχώρηση της ελευθερίας τους στην Εταιρεία έναντι εργασίας και επιβίωσης.  Θεωρητικά, κάθε ένας έχει το δικαίωμα να μετέχει στην πολιτική και να εκλέγει την κυβέρνηση της χώρας του ή και να εκλέγεται. Όμως σε πολλές περιπτώσεις αν δεν στο επιτρέψει η Εταιρεία, αυτό δεν ισχύει. Την περίοδο του ελληνικού δημοψηφίσματος το 2015, καθώς και την περίοδο των εκλογών Ιανουαρίου 2015, καταγράφηκαν πολλά περιστατικά  «ανταρσίας» της Εταιρείας απέναντι στην πολιτική τάξη, υποδεικνύοντας ή και επιβάλλοντας επ’ απειλή απολύσεως την πολιτική επιλογή που η Εταιρεία ήθελε να κάνουν οι εργαζόμενοι.
Η Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου λέει ότι καθένας έχει το δικαίωμα να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το επάγγελμά του. Η Εταιρεία διεκδικεί το δικαίωμα, με διάφορα επιχειρήματα, που σε κάθε περίπτωση είναι σαθρά και πέρα από τη Διακήρυξη και το Σύνταγμα, να καθορίζει αυτή με διάφορους τρόπους, τη δομή των επαγγελμάτων στη χώρα. Επίσης η ίδια Διακήρυξη πρεσβεύει ότι κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα δίκαιης και ικανοποιητικής αμοιβής, που να εξασφαλίζει σε αυτόν και την οικογένειά του συνθήκες ζωής άξιες στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η Εταιρεία, αν δεν βήξει όταν της διαβάσεις το παρόν άρθρο 23, παρ. 3 της Διακήρυξης, επικαλείται την ανταγωνιστικότητα και την ελευθερία της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η Εταιρεία διεκδικεί να γίνει ο διαχειριστής της δημόσιας περιουσίας του κράτους ή άλλου δημόσιου φορέα όχι μόνο όταν ιδιωτικοποιηθεί, συνήθως σε τιμή πώλησης χαμηλότερη από την αξία της, αλλά ακόμα και αν παραμείνει τυπικά δημόσια. Η Εταιρεία θα εφαρμόσει εκεί, στη δημόσια περιουσία, τους, συνήθως δυσμενείς για εργαζομένους και καταναλωτές,  ιδιωτικούς της όρους. Η έκταση του φαινομένου, ιδιαίτερα στις ΣΔΙΤ, στις οποίες ελάχιστες φωνές εναντιώνονται, δεν είναι καθόλου αμελητέα.  Στην πραγματικότητα η Εταιρεία θέλει ελάχιστη ή καθόλου δημόσια περιουσία και δημόσια αγαθά. Αν αυτά τα αγαθά τα χρειάζεται κάποιος ως πολίτης, ακόμα και ως εργαζόμενος, σύμφωνα με την Εταιρεία θα πρέπει να τα πληρώσει. Το πώς, με ποια χρήματα, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Γι’ αυτό η Εταιρεία στην πραγματικότητα συμπεριφέρεται σαν ακρίδα, που αφού εκμεταλλευτεί το δημόσιο πλούτο σε μια περιοχή, μετακινείται σε άλλη όταν έρθει η ώρα να αναπαραχθούν οι προϋποθέσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής (παιδεία, υγεία, δημόσια έργα κ.λπ.) που απαιτούν δημόσιες επενδύσεις και κοινωνική πολιτική. 
Αλλά και πέρα από όλα αυτά, η σταδιακή επικράτηση της Εταιρείας στη δημόσια σφαίρα γίνεται με πολλά εργαλεία, τα οποία άλλωστε μπορεί να τα αντέξει χρηματοδοτικά.  Το λόμπι είναι μια από αυτές τις πρακτικές. Σε ορισμένες χώρες και οργανισμούς, στην ΕΕ και αλλού, η προώθηση των συμφερόντων των διαφόρων ομάδων είναι δύσκολη έως αδύνατη χωρίς λόμπι. Η Εταιρεία δεν έχει μόνο το κύρος αλλά και τα χρήματα να το χρησιμοποιήσει. Έτσι με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια η Εταιρεία να διεκδικήσει με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας την ικανοποίηση των συμφερόντων της έναντι φορέων δημοσίου συμφέροντος. Όσον δε αφορά τον μεταξύ τους ανταγωνισμό εδώ «το μικρό ψάρι τρώει το μικρό». Πέρα από το λόμπι, η Εταιρεία, όπως προ είπαμε, μπορεί να εξασφαλίσει τη στήριξη μιας στρατιάς δικηγόρων και νομικών προκειμένου επιβάλει τις διεκδικήσεις και τις απόψεις της εναντίον τρίτων, ιδιαίτερα αν αυτοί είναι ομάδες με μικρή επιρροή ή ακόμα χειρότερα, μεμονωμένα άτομα, ακόμα κι αν είναι προβεβλημένα. Η Εταιρεία, προκειμένου να επιβληθεί έναντι ομάδων ή ατόμων στη δημόσια σφαίρα, μπορεί να χρησιμοποιήσει ήπια δύναμη – λ.χ. εμπάργκο ή απειλές. Η Εταιρεία, καθώς διαθέτει χρήματα, κύρος και δομές για στρατηγική επικοινωνία και δημόσιες σχέσεις, αλλά και προσβάσεις  σε πλείστα ΜΜΕ, μπορεί να χρησιμοποιήσει τους μηχανισμούς της δημοσιότητας για να «εξοντώσει» άτομα και ομάδες που αποτελούν εμπόδιο στο δρόμο της ακόμα και μικρά. Η Εταιρεία δεν ανέχεται τη διαφωνία και την αντίσταση, δεν ανέχεται τη δημοκρατία ως καθεστώς απαραβίαστων ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η Εταιρεία θέλει μια στρατιωτική οργάνωση όχι μόνο της ίδιας αλλά και της κοινωνίας, χωρίς όμως να πληρώσει το κόστος του «φαντάρου». Η Εταιρεία θέλει ότι ήθελε κάποτε ο φασισμός αλλά με τη χρήση ήπιας δύναμης. Η Εταιρεία είναι ήπιος φασισμός.
Για το λόγο αυτό, αν οι κοινωνίες δεν εγείρουν τις αξιώσεις τους για ελευθερία και δικαιοσύνη για όλους, η εξέγερση εναντίον του μεγάλου αδελφού της πολιτικής, του «Κόμματος» κατά Όργουελ, κινδυνεύει να καταλήξει σε έναν πλήρη ολοκληρωτισμό του μεγάλου αδελφού της οικονομίας, δηλαδή της Εταιρείας. Με άλλα λόγια ο μεγάλος αδελφός ίσως αποδειχθεί τελικά …μεγάλη και κατεξουσιαστική αδελφή, εν τέλει μια μέγαιρα.  
tvxs

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου