Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Μνημόνια και λείψανα



Το ζήτημα της υποδοχής των λειψάνων της Αγίας Ελένης δεν θα έπρεπε να απασχολεί την Αριστερά απλώς ως ένα ακόμη σκανδαλώδες σύμπτωμα της οπισθοδρομικής κατάστασης στην οποία εξακολουθεί να ευρίσκεται μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας με τη συμβολή και τη συνευθύνη της πολιτικής ηγεσίας της χώρας και —ακόμα χειρότερα— της ίδιας της Αριστεράς.
του Κύρκου Δοξιάδη*
Αντιγράφω από άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» της Παρασκευής 12 Μαΐου (σ. 18): «…Όπως διαβάζουμε στη “Δημοκρατία” (2/4), “πολλοί μητροπολίτες και θεολόγοι σε ανεπίσημες συνομιλίες τους εκφράζουν τη θεολογική αντίθεσή τους στην πρακτική να περιάγονται ανά την επικράτεια ιερά λείψανα και εικόνες ευκαίρως-ακαίρως, με ʻπανηγυρικόʼ και αντιεκκλησιαστικό τρόπο, εκφράζουν, δε, το φόβο μήπως δημιουργηθεί αρνητική εντύπωση στο χριστεπώνυμο πλήρωμα από τον τρόπο επικοινωνιακής παρουσίασης της έλευσης των λειψάνων της Αγίας Ελένης, κάτι που ίσως ενεργοποιήσει και αντιεκκλησιαστικά ανακλαστικά στο αριστερό πολιτικό φάσμα…”»
«…πολλοί μητροπολίτες και θεολόγοι σε ανεπίσημες συνομιλίες τους…». Αν είναι ακριβής η πληροφορία, σημαίνει κάτι αρκετά ενδιαφέρον. Αξιωματούχοι της Εκκλησίας και θεολόγοι προβληματίζονται και συζητούν σοβαρά για κάποιο ζήτημα που τους αφορά, κατά τρόπο που λαμβάνει υπ’ όψη ταυτόχρονα θεολογικές, ιδεολογικές και επικοινωνιακές πλευρές.
Το ζήτημα της υποδοχής των λειψάνων της Αγίας Ελένης δεν θα έπρεπε να απασχολεί την Αριστερά απλώς ως ένα ακόμη σκανδαλώδες σύμπτωμα της οπισθοδρομικής κατάστασης στην οποία εξακολουθεί να ευρίσκεται μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας με τη συμβολή και τη συνευθύνη της πολιτικής ηγεσίας της χώρας και —ακόμα χειρότερα— της ίδιας της Αριστεράς. Αν και όντως αποτελεί σκανδαλώδες θεσμικό ατόπημα από τη σκοπιά των αρχών του Διαφωτισμού και του κοσμικού κράτους, μάλλον οφείλουμε να προβληματιστούμε λίγο και για την καθαρά πολιτική πλευρά του ζητήματος. Η Εκκλησία στην Ελλάδα —και όχι μόνο— είναι μια πολιτική δύναμη.
Ηγεμονική δύναμη
Πρώτα απ’ όλα, από τη σκοπιά της αλτουσεριανής θεωρίας, η Εκκλησία είναι ένας Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους. Στην Ελλάδα μάλιστα, όπου δεν έχει συντελεστεί ο διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας, είναι «του Κράτους» και με τη στενή έννοια. Ενώ, σύμφωνα με τον Λουί Αλτουσέρ, αυτό δεν είναι απαραίτητο προκειμένου να επιτελεί την ιδεολογικοπολιτική λειτουργία του Κράτους με την ευρεία έννοια: την αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής, ήτοι του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι στην Ελλάδα την εν λόγω αναπαραγωγή ο θρησκευτικός Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους (ΙΜΚ) τη διεκπεραιώνει σε αγαστή συνέργεια με τον πολιτικό ΙΜΚ: τα πολιτικά κόμματα, την κυβέρνηση, τους θεσμούς του πολιτεύματος…
Ως θεσμός εξουσίας όμως, η Εκκλησία έχει και τη δική της αυτοτελή δυναμική. Τουλάχιστον από την εποχή του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου κι έπειτα, η Εκκλησία της Ελλάδας «εκσυγχρονίστηκε», υπό την έννοια ακριβώς ότι άρχισε να ασκεί πολιτική όχι μόνο με την ευθεία ανάμιξη σε πολιτικά ζητήματα, αλλά και υπό την έννοια ότι προσαρμόστηκε στις σύγχρονες συνθήκες άσκησης ιδεολογικής εξουσίας, που σημαίνει: πολιτικό μάρκετινγκ, προσηνής και ολίγον «τρέντυ» δημόσια εικόνα των θρησκευτικών ηγετών, και —το κυριότερο— χάραξη μακρόπνοης στρατηγικής για την επίτευξη ιδεολογικής ηγεμονίας στην κοινωνία εν γένει.
Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως την εν λόγω ηγεμονία η Εκκλησία την έχει σε μεγάλο βαθμό επιτύχει. Έχει κατορθώσει να εισχωρήσει κατά τρόπο οργανικό στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων όλων των γενεών, και όχι μόνο των «θρησκόληπτων», παρεμβαίνοντας συμβουλευτικά και καθοδηγητικά στην προσωπική τους ζωή, στον τρόπο σκέψης τους, ακόμα και στην ψυχαγωγία τους. Η δυνατότητα του τωρινού Αρχιεπισκόπου να καθαιρεί υπουργούς Παιδείας που δεν είναι της αρεσκείας του (ως προς τη στάση τους στο μάθημα των θρησκευτικών και όχι μόνο) δεν είναι παρά μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ενός «παγόβουνου» που περιλαμβάνει την ικανότητα κινητοποίησης κόσμου προς επίτευξη των πολιτικών της στόχων.
Στρατηγικό δίλημμα
Ποιοι είναι λοιπόν οι πολιτικοί στόχοι της Εκκλησίας; Προσδίδοντας μια ευρύτητα στην αλτουσεριανή έννοια της αναπαραγωγής, θα λέγαμε πως είναι η συμβολή στην αναπαραγωγή του υπάρχοντος κοινωνικού καθεστώτος εν γένει, που συνίσταται μεταξύ άλλων στην διατήρηση και ενίσχυση της δικής της ιδεολογικής κυριαρχίας. Εδώ, όμως, φαίνεται πως προκύπτει ένα στρατηγικό δίλημμα της Εκκλησίας ως προς την επικοινωνιακή της πολιτική, που μάς αποκαλύπτεται και στις σχετικές πληροφορίες που παρέθεσα στην αρχή. Φοβάται πως, αν δώσει υπερβολική έμφαση στο μάρκετινγκ του εύκολου εντυπωσιασμού με την εμπορευματοποίηση των «θαυματουργών λειψάνων» και άλλα ευτελή μακάβρια, θα απολέσει την ευκαιρία που της παρέχεται στον προνομιακό τομέα της ιδεολογικής της αρμοδιότητας: ότι δηλαδή, κατά την εποχή των μνημονίων, η Εκκλησία καλείται να προσφέρει συναισθηματική και πνευματική παρηγοριά απέναντι στην οικονομική αθλιότητα και στην πολιτιστική ασφυξία που αυτά προξενούν. Σύμφωνα άλλωστε με τα λόγια του νεαρού Μαρξ, η θρησκεία αποτελεί «το θυμικό ενός άκαρδου κόσμου» και «το πνεύμα μη πνευματικών καταστάσεων». Υπό αυτήν ακριβώς την έννοια είναι και «το όπιο του λαού»1. Τις ευτελέστερες «ναρκωτικές ουσίες» τις παρέχουν αποτελεσματικότερα τα ΜΜΕ και τα «Survivor».
* Ο Κύρκος Δοξιάδης είναι καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Σημείωση
1. Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840: Μια ανθολογία (επιλογή-μετάφραση: Θανάσης Γκιούρας), Αθήνα: ΚΨΜ, 2014, σ. 148.
εποχή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου