Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Τα πολλά πρόσωπα της βαρβαρότητας



"Δεν πρέπει όμως ούτε να κρυβόμαστε ούτε να μετράμε τάχα ψύχραιμα τα λόγια μας: βαρβαρότητα είναι, καραμπινάτη βαρβαρότητα των τύποις πεπολιτισμένων, και όσα χυδαία έγιναν επίσης στο Διαδίκτυο από ομοεθνείς των θυμάτων που δεν χαλάλισαν ούτε μισό δάκρυ ούτε μισή στιγμή περίσκεψης, για να δείξουν έτσι ότι συμμετέχουν στο κοινό πένθος."
του Παντελή Μπουκάλα
Β​​αρβαρότητα η δολοφονία ανθρώπων, και μάλιστα παιδιών, στο όνομα κάποιου Αλλάχ-Βάαλ· ο μακελάρης, είτε σαν μαριονέτα του Χαλιφάτου έδρασε είτε αυτοσχεδίασε, διάλεξε τον στόχο του, μια συναυλία με νεανικό κοινό, για να πολλαπλασιάσει τη θλίψη και τη φρίκη, υιοθέτησε δηλαδή μια μέθοδο γνησίως ναζιστική. Βαρβαρότητα και οι αβυσσαλέα χαιρέκακοι πανηγυρισμοί του ISIS στο Διαδίκτυο, η εφιαλτικά διαδηλούμενη χαρά για τον θάνατο οκτάχρονων και δεκάχρονων. Και κτήνη να τους χαρακτηρίσουμε, πάλι τίποτε δεν θα πούμε.
Δεν πρέπει όμως ούτε να κρυβόμαστε ούτε να μετράμε τάχα ψύχραιμα τα λόγια μας: βαρβαρότητα είναι, καραμπινάτη βαρβαρότητα των τύποις πεπολιτισμένων, και όσα χυδαία έγιναν επίσης στο Διαδίκτυο από ομοεθνείς των θυμάτων που δεν χαλάλισαν ούτε μισό δάκρυ ούτε μισή στιγμή περίσκεψης, για να δείξουν έτσι ότι συμμετέχουν στο κοινό πένθος. Ενα πένθος που δεν θα μπορούσαν βέβαια να το αναδείξουν οι κοινοτοπίες συμπόνιας που ακούστηκαν για μια φορά ακόμα από τα επίσημα χείλη. Μεταμορφωμένο σε φόβο, το πένθος αυτό τρώει την καρδιά όλων των κατοίκων του Μάντσεστερ, του Λονδίνου, του Βερολίνου, των Βρυξελλών, του Παρισιού, της Κωνσταντινούπολης, και μόνο ενδόμυχα συλλαβίζεται: «Θα μπορούσε να είναι και το δικό μου παιδί εκεί...». Αυτό είναι άλλωστε η τρομοκρατία κι εκεί αποσκοπεί η τυφλότητα των επιθέσεών της: στη γενίκευση του φόβου. Το μυαλό των ανθρώπων θέλει να τσακίσει σκοτώνοντας.
Ποια η μεταμοντέρνα, τεχνολογική βαρβαρότητα, όπως τη συνόψισαν ελληνικές ιστοσελίδες και εφημερίδες, αντλώντας στοιχεία από αντίστοιχες ξένες, πρωτίστως αγγλικές; Μετά την έκρηξη που προκάλεσε τον θάνατο 22 ανθρώπων, κυρίως παιδιών και εφήβων, στην αίθουσα συναυλιών, πολλοί γονείς, δαρμένοι από τον τρόμο, πανικόβλητοι, αναζητούσαν απεγνωσμένα τα παιδιά τους και με τους παραδοσιακούς τρόπους (στα νοσοκομεία, στις εφημερίδες ή στην αστυνομία) αλλά και διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αναρτούσαν τη φωτογραφία τους, έδιναν τα τηλέφωνά τους για συνεννόηση, εκλιπαρούσαν τους πάντες, δηλαδή τον καθέναν ξεχωριστά, να τους βοηθήσουν. Αρκετοί χρήστες του τουίτερ και του φέισμπουκ όμως βρήκαν την ευκαιρία να μεταμορφωθούν σε όρνια ή ύαινες, αν και φοβάμαι ότι το ζωικό βασίλειο θα είχε πολλούς λόγους να διαμαρτυρηθεί για όσα του καταλογίζουμε εμείς τα αυτοθαυμαζόμενα έμφρονα δίποδα για να νιώσουμε ανώτερα.
Υβρίζοντας τους νεκρούς, αταύτιστους ακόμα και άταφους, και περιφρονώντας σκαιά τον πόνο όσων έψαχναν τους δικούς τους, δήλωναν διά του λογαριασμού τους, ψεύτικα και παραπλανητικά –αλλά και χαιρέκακα–, ότι αναζητούν τον τάδε ή την τάδε φίλο ή συγγενή τους.
Μέχρι και τη φωτογραφία ενός παιδιού από διαφήμιση ρούχων χρησιμοποίησαν για να συγκινήσουν ή τη φωτογραφία τυχαίων «youtubers», που είδαν ξαφνικά τον εαυτό τους «αγνοούμενο». Ποιος ο άθλιος στόχος τους; Αντιγράφω, μια και μιλάω για έναν κόσμο στον οποίο δεν τυχαίνει να μετέχω και του οποίου το ιδιόλεκτο δεν πολυκατέχω: «Για να πάρουν “κλικ” και να μεγαλώσουν τον αριθμό όσων τους ακολουθούν, με retweets». Ή «για να δείξουν ότι έχουν πολλούς followers». Και να ικανοποιήσουν έτσι το τρισάθλιο εγώ τους, ικανό και πρόθυμο να σιτιστεί ακόμα και με τον θάνατο των άλλων, ας είναι και παιδιά.
Η αρρώστια, το πάθος για πολλούς followers και retweeters, για ακόλουθους και αναμεταδότες, είναι αρκετά γνωστό τα τελευταία χρόνια, και όχι μόνο στους ψυχιάτρους και τους ψυχολόγους. Είναι γνωστό και για την ψυχική του υπόσταση, αλλά και για τις οικονομικές παραμέτρους του ή τις πολιτικές πτυχές του. Αίφνης, ο πολυφολουεράς, που είναι εντελώς διαφορετικό πλάσμα και από τον αξιαγάπητο και από τον φιλέταιρο, θα μπορούσε να διεκδικήσει ένα κάποιο μερίδιο σε οποιαδήποτε αγορά· να χρησιμοποιήσει δηλαδή τους κατά φαντασίαν ή κατά δήλωση ακολούθους του σαν πειστήριο διεισδυτικότητας στο πλήθος, μήπως και εκμισθωθεί έτσι η δημοτικότητά του από τυχόν ενδιαφερόμενους, ανθρώπους ή μηχανισμούς, διαφημιστικούς και εμπορικούς. Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα με πολιτικούς και κόμματα που κατασκευάζουν ακολούθους και διογκώνουν τον σχετικό κατάλογο ώστε να δείξουν ότι έχουν ρεύμα, ότι σαρώνουν, άρα οφείλουμε να τους σεβόμαστε και να τους ανταμείβουμε με αξιώματα. Δεν πάνε μέρες που αποκαλύφθηκε ότι αρκετοί πλαστοί λογαριασμοί εμφανίζονται σαν να ανήκουν σε πιστούς followers της Ν.Δ. συνολικά και ορισμένων στελεχών της ειδικότερα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλων χρωματισμών κόμματα και πολιτικοί δεν κάνουν ακριβώς το ίδιο). Και λίγο παλιότερα είχε γίνει γνωστό ότι πολιτικοί της κατηγορίας των τηλεθορυβοποιών και ραδιοφωνασκούντων στήνουν και χορογραφούν ολόκληρη ακολουθία... ακολούθων, ώστε να πείσουν εχθρούς και φίλους ότι θριαμβεύουν. Το πιο πιθανό είναι ότι όλοι αυτοί οι κατασκευαστές δημοτικότητας γυρνάνε τον καθρέφτη τους από την ανάποδη όταν βρίσκονται μπροστά του, μην τύχει και κατοπτριστεί το ψεύδος τους στη σωστή επιφάνεια και νιώσουν γελοίοι. Και καταρρεύσουν. Και μείνει η Ελλάδα μόνη κι έρμη, δίχως αυτούς και την πλαστή πλην αυτοδιαφημιζόμενη αξιοσύνη τους.
Στην περίπτωση του Μάντσεστερ όμως και του μακελειού, τα πράγματα είναι τρισχειρότερα. Εφιαλτικά. Την ώρα του πανικού και του πένθους, την ώρα που υποτίθεται ότι όλοι γίνονται ένα, λιωμένοι από τον ίδιο καημό, κάποια ανθρωπάρια, που μπορεί και να εμφανίζονται στο περιβάλλον τους σαν χρηστοί πολίτες, επινοούν αγνοούμενους και κλαίνε με την ειλικρίνεια κροκόδειλου –ή πτωματοφάγου φώκιας– για λίγα κλικ ή «λάικς»· για να ποζάρουν σαν αγαπητοί και να εξαργυρώσουν υλικά την εικονική αγάπη των άλλων. Αλλοι μεταμορφώνουν σε χαμένους και αναζητούμενους κάποιους δικούς τους για να τους εκδικηθούν, δημοσιεύοντας για παράδειγμα τη φωτογραφία κάποιου ή κάποιας που δεν ανταποκρίθηκε στις ερωτοτροπίες τους και γράφοντας ότι συγκαταλέγεται στους αγνοούμενους.
Αλλοι, τέλος, εκμεταλλεύονται λυκότροπα την αναμπουμπούλα, το μέγα σοκ, απλώς για να παίξουν το παιχνίδι της πιο βαριάς και προσβλητικής αναλγησίας, παγερά αδιάφοροι για τη συμφορά των διπλανών τους, πάντως σίγουροι για την ψυχοπνευματική ανωτερότητά τους έναντι των καθαυτό βαρβάρων-δολοφόνων.
Ποια από τις τρεις κατηγορίες αμοραλιστών ή νεοτεράτων (οι φιλακόλουθοι, οι φιλέκδικοι ή οι φιλοπαίγμονες) δικαιούνται τα περισσότερα ντισλάικ, τα περισσότερα αναθέματα, τα περισσότερα σιχτιρίσματα, για να το πούμε με μια λέξη που την καταλαβαίνουν οι πάντες, ας το κρίνει ο αναγνώστης.
καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου