Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018

Ο πρόσφυγας Χριστούλης


παιδί, πρόσφυγας

της Μαργαρίτας Ικαρίου
Γεννήθηκα με το χρώμα της σκούρας σοκολάτας. Όσο κι αν ο κόσμος αγαπά τη σοκολάτα, μάλλον αποστρέφεται το χρώμα της. Αλλιώς δεν εξηγείται το γιατί, δεν έφερε κανείς μπαλόνια χρωματιστά στη μαμά μου, όταν ο γιατρός ξετύλιξε το λώρο από το κορμάκι μου. Η πρώτη μου κραυγή στον κόσμο, λιγοστά ακούστηκε στο Χώρο Ταυτοποίησης Προσφύγων του ακριτικού νησιού. Σκεπάστηκε από τον ήχο της δυνατής βροχής πάνω στη στέγη από ντυμένο με νάιλον, χαρτόκουτο.
Δεν με περίμεναν τόσο νωρίς. Βιάστηκα, λένε, να ξεπροβάλλω το μουτράκι μου κι έτσι, το κρύο με υποδέχτηκε βάναυσα. Φωνές μαζί, τρεχαλητά, ήχοι από γλώσσες ξένες. Καυγάδες, ψίθυροι, λυγμοί. Γκριμάτσες, φάτσες, κλάμα. Χαρές δεν είδα, μήτε ευχές. Αυτή η γέννηση, καμιά δεν είχε αξία… 
Σκοτάδια πίσσα γύρω μου. Ούτε άστρο, πάνωθέ μου. Μάγοι, δώρα δεν έφεραν. Παχνί, δεν έχει. Μήτε άχυρο, ούτε ανάσα από αρνάκι. Σκουπίδια μόνο και ποντίκια…
Στον ουρανό του μελλούμενου χιονιά, μήτε ένα αγγελάκι δε φτερουγίζει. Το κρύο τρυπώνει ανάμεσα στα ξεπαγιασμένα μέλη μου να κλέψει όση απέμεινε ζεστασιά. Πριν λίγο, κάτι γυναίκες βλοσυρές, μάλωναν τη μαμά μου. Τη σκούπιζαν, την ένιβαν, μα δεν την αγαπούσαν. Με έδειχναν, σαν να ήμουν ένα γατί, που νιαούριζε φροντίδας.
Πατέρα, έχω; Δεν τον είδα. Γύρω μου άνθρωποι, πολλοί. Πάρα πολλοί άνθρωποι, που απλά υπάρχουν. Κινούνται, φιλονικούν, μιλάνε, σπρώχνονται. Μαζεμένοι γύρω από αυτοσχέδιες φωτιές, με σακούλες σκουπιδιών για πανωφόρια. Ο αέρας σπρώχνει το χιονόνερο σε πρόσωπα γεμάτα απόγνωση, ίσως κι απελπισία. Ο μεγάλος χορός των αργόσυρτα ηττημένων. Ανάμεσά τους, πρόσωπα λευκά και βλοσυρά, που μυρίζουν σαν λύκοι τον αέρα. 
Με βλέπουν, μα… δε με κοιτούν. Δε θέλουν να με δούνε. Δεν είχα λόγο να βρεθώ στης γης τούτης τη φλούδα… Ποιος είμαι; Πούθε έρχομαι και ποια είν’ η γενιά μου; 
Μια νιφάδα μαύρου χιονιού είμαι, που έπεσε κάποια νύχτα του χειμώνα σε μια προχειροφτιαγμένη σκηνή μιας προσφυγούπολης, που κείτεται στις παρυφές μιας πόλης που κοιμάται. Δυο κόσμοι που χωρίς να το ζητήσουν, δίχως να το θελήσουν, καλούνται να συνυπάρξουν. Μπλέκονται, σαν άχυρα και φύλλα που κυλούν στα βουρκωμένα νερά της βροχής, για να καταλήξουν στη θάλασσα, βορά στα αδηφάγα ευρωπαϊκά ψάρια. 
«Εγκλωβισμένοι» και «έγκλειστοι». Κι οι δυο πλευρές γεμάτες υποψίες, με τις διαφορές να βρυχώνται και ένα διοχετευμένο έντεχνα ρατσισμό να απειλεί τον ανθρωπισμό. Με συρματοπλέγματα αγκαθωτά προς την Ευρωπαϊκή γη της Επαγγελίας. Με υποσχέσεις αντί για αποφάσεις. Τέτοιες, που να κρατούν δέσμιους ανθρώπους της ανάγκης, ώστε να «κρύβονται» σε γκετο. Τέτοιες, που να χαϊδεύουν τα αυτιά των τοπικών κοινωνιών που υφίστανται όλες τις συνέπειες της υπερδιογκωμένης αριθμητικά προσφυγικής κρίσης.
Τα λένε όλοι γύρω μου… Βοούν, μα και βογκάνε. Άλλοι από δω, άλλοι από κει, άλλοι απελπισμένοι, άλλοι γεμάτοι από θυμό και άλλοι από μίσος.
Κι εγώ… είμαι ένας μικρός μελαμψός Χριστούλης, που απόψε γεννήθηκε στην παγωνιά της απόρριψης. Μια μαύρη νιφάδα χιονιού που θα λιώσει πάνω στο τροφαντό μάγουλο του σύγχρονου Ηρώδη.
EFSYN

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου