Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Τσίπρας ή Σαλβίνι: Αυτό είναι το στοίχημα



του Λευτέρη Στουκογιώργου
Η Ελλάδα και η Ιταλία εκτός της άριστης γειτνίασης, της κοινής Ιστορίας και του πολιτισμού έχουν και κοινά μακροχρόνια (τουλάχιστον εικοσαετίας) δομικά προβλήματα όπως υψηλό δημόσιο χρέος, αποτυχημένο αναπτυξιακό μοντέλο, υψηλά επίπεδα διαπλοκής και διαφθοράς, υψηλό δημοκρατικό έλλειμμα, μεγάλες ανισότητες, προβληματικό τραπεζικό τομέα, brain drain, υπογεννητικότητα, έλλειμμα υποδομών και κοινωνικού κράτους, γραφειοκρατικό και αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα. 
Η παγκόσμια κρίση και οι συνεχιζόμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές διέλυσαν κοινωνικοοικονομικά τις δύο χώρες. Η λιτότητα, μέσα σε κρίση, που πρότειναν οι Βρυξέλλες στην Ιταλία είναι βγαλμένη από τη βίβλο του νεοφιλελευθερισμού, που ακραία επιβλήθηκε στην Ελλάδα. Η άποψη του ΔΝΤ και του ευρωπαϊκού ιερατείου υπέρ των πολιτικών λιτότητας, ειδικά για χώρες υψηλού δημόσιου χρέους, αποδείχτηκαν καταστροφικές. Κύρια η Γερμανία είναι αυτή που επωφελήθηκε από την κρίση των δύο χωρών. Το σημερινό στρατηγικό αδιέξοδο της Ιταλίας θυμίζει το ελληνικό αδιέξοδο πριν το ’15.
Ωστόσο μεταξύ της Ελλάδας και της Ιταλίας υπάρχουν μεγάλες διαφορές.
Διαφορές Ελλάδας - Ιταλίας
Η Ιταλία έχει αδιαμφισβήτητα ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση από την Ελλάδα, ως μέλος του G8 και ως τρίτη σε μέγεθος οικονομία στην ΕΖ. Ανήκει στις χώρες «too big to fail», ένα Italexit θα ήταν εκθετικά πιο επικίνδυνο παγκόσμια, σε σύγκριση με το Grexit. Η Ιταλία επωφελήθηκε ουσιαστικά από την Ποσοτική Χαλάρωση, η ευρωπαϊκή επιτροπεία απαγόρευσε τη συμμετοχή της Ελλάδας. Η διάρθρωση του Ιταλικού Δημόσιου Χρέους δείχνει ότι μόνο το 32% ανήκει σε ξένους επενδυτές ( και 5% σε μη Ευρωπαίους). Αντίθετα στην Ελλάδα ανήκει αποκλειστικά σε ξένους και μεγάλο μέρος του στα κράτη μέλη της ΕΖ (μετά το καταστροφικό PSI και την υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο).
Η Ιταλία είναι απίθανο να ωθηθεί στα άκρα λόγω των ενδεχομένων κυρώσεων στο μέλλον. Άλλωστε υπήρξαν αντίστοιχες απειλές κυρώσεων των Βρυξελλών εναντίον χωρών της Α. Ευρώπης, αλλά άνευ ουσίας. Οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο όμως αντιμετώπισαν την Ελλάδα σαν ακραίο πείραμα του ordoliberalism, γνωρίζοντας σε βάθος ότι καταστρέφεται ο λαός της χώρας και όχι η πολιτικοοικονομική της ελίτ που ήταν υπεύθυνη για τη μεγαλύτερη ιστορικά οικονομική κρίση.
Η Ιταλία έχει ένα βιομηχανικό ιστό, που στη μεγαλύτερη κρίση της μεταπολεμικά, της επιτρέπει να αναπνέει, ενώ η Ελλάδα δεν είχε. Η Ελλάδα έχασε από την επιβολή των δύο μνημονίων το 25% του ΑΕΠ της (2010-14), μοναδικό παγκόσμιο φαινόμενο σε καιρό ειρήνης, εκτοξεύτηκε το Δημόσιο Χρέος της στο 181% του ΑΕΠ και η κοινωνία μάτωσε με 65 δισ. μέτρα! Η Ιταλία είναι σε soft επιτροπεία άρα σε ηπιότερο ρυθμό καταστροφής, μετά την κρίση του 2008.
Ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση
Υπάρχει επίσης μια βαθιά διαφορά στην πολιτική κατάσταση μεταξύ των δύο χωρών. Στην Ελλάδα η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ το ’15, σε γραμμή κόντρα στη λιτότητα, είχε ένα σαφή αριστερό προσανατολισμό, προερχόμενο από την ιστορία και τις θέσεις της Αριστεράς και την ενοποιημένη πολιτική και κινηματική δράση. Ήταν η πρώτη σύγκρουση στην Ευρώπη ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους, της Αριστεράς και του νεοφιλελευθερισμού, όπου συγκρούστηκαν όχι μόνο πολιτικές αλλά και οικονομικές θεωρίες. Στην Ιταλία η κυβέρνηση είναι αποτέλεσμα ενός πολιτικού αδιεξόδου. Ενός ακραίου συμβιβασμού μετά από τρίμηνη διαπραγμάτευση, μεταξύ ενός πολυσυλλεκτικού κόμματος σαν τους Πέντε Αστέρες, που έπαψε να είναι «αντισυστημικό» πριν ένα χρόνο και της ακροδεξιάς του Σαλβίνι με νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Το μίγμα είναι αλλοπρόσαλλο. Στο μεταναστευτικό και στο ζήτημα της ασφάλειας είναι χαοτική η διαφορά των δύο χωρών, μεταξύ δημοκρατίας και ακροδεξιάς πολιτικής.
Η Ελλάδα της εξάρτησης, υπό την σκέπη των Μεγάλων Δυνάμεων, υπάρχει από το 1827 μέχρι και σήμερα. Αν, αύριο αλλάξει τόσο το καλύτερο για όλους μας. Αυτό υλοποιεί στον βαθμό που είναι δυνατό και η κυβέρνηση του Αλ. Τσίπρα, παίζοντας στον άξονα και αναλύοντας, στην κατά Μπρεζίνσκι παγκόσμια σκακιέρα, τη λογική των πόλων. Η Ιταλία πάλι είχε μικρότερη εξάρτηση διαχρονικά, που όμως χειροτέρεψε την τελευταία εικοσαετία.
Σε μια συγκυρία ακραίας ύφεσης και αποπληθωρισμού, το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, πάλεψε και τελικά κατάφερε την έξοδο από τα μνημόνια με την κοινωνία όρθια. Η κυβέρνηση μετά από σκληρή διαπραγμάτευση πέτυχε την ελάφρυνση και τη βιωσιμότητα του Δημόσιου Χρέους. Για πρώτη φορά από το 2006, έχουμε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 1,4% το 2017, λόγω της σημαντικής ανάκαμψης των επενδύσεων και των εξαγωγών. Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το 2018 αναμένεται να φθάσει στο 2,3% και το ‘19 στο 2,5%. Η ανεργία αναμένεται να μειωθεί το 2018 κάτω του 18,4% (από 25,5% πριν τρία χρόνια), ενώ θεσμοθετήθηκε η αύξηση του κατώτατου μισθού. Στη φορολογία του 2019 ενδεικτικά έχουμε μείωση των φόρων για τις επιχειρήσεις, των εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών και τη μείωση του ΕΝΦΙΑ 30% για μεγάλο μέρος των πολιτών και σε μικρότερο ποσοστό για πολλούς ακόμα. Η κυβέρνηση έχει στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης.
Για την Ιταλία προβλέπεται μια ισχνή ανάπτυξη, 1,1% για το ’18 και 1% για το 2019, μη ικανή να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο, ενώ η Ελλάδα βλέπει «φως στο τούνελ». Η κυβέρνηση Κ5Α-Λέγκα στόχευσε, αρχικά τον Σεπτέμβρη, σε τρία σημεία σύγκρουσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για τον προϋπολογισμό. Μετά τη συμφωνία με τις Βρυξέλλες το κόστος των μέτρων αναπροσαρμόστηκε στα πολύ χαμηλά. Ο flat tax, το όνειρο της Λέγκα, που θα μεταμόρφωνε την Ιταλία σε ένα είδος φορολογικού παραδείσου, ευτυχώς, δεν υλοποιήθηκε. Θα μείωνε τη φορολογία του κεφαλαίου κατά 10 μονάδες και θα κατέβαζε τον φόρο για τα πολύ υψηλά εισοδήματα στο 15%. Παραμένει (με δύο συντελεστές πλέον) μια μεταρρύθμιση κοινωνικά άνιση, άδικη και φορολογικά αντιδραστική. Το «εισόδημα του Πολίτη» μειώθηκε στα 9 δισ., ως μια τρίμηνη μεταφορά εισοδήματος στις επιχειρήσεις για την απασχόληση των ανέργων, που φτάνει έως τους έξι μήνες για μακροχρόνια άνεργους και γυναίκες, καθώς και την επιδότηση των «απόλυτα φτωχών». Όσο για το συνταξιοδοτικό, μετά τη μείωση στα 6,7 δισ., δεν αναμένεται να επιφέρει ουσιαστική αλλαγή στον νόμο Φορνέρο που ήταν επιθυμία των Βρυξελλών .
Η Ακροδεξιά και η ιταλική κυβέρνηση
Οι τελευταίες εκλογές στην Ιταλία δημιούργησαν τη συγκυβέρνηση Κίνημα Πέντε Αστέρων (Κ5Α με 32,7%) και Λέγκα (17,4%). Ο Σαλβίνι όμως, (δημοσκοπικά σταθερά στο + 30%), είναι αυτός που έχει επιβάλλει την πολιτική ατζέντα. Οι ψηφοφόροι ψήφισαν τους Πέντε Αστέρες αλλά βρέθηκαν με leader τον ακροδεξιό Σαλβίνι. Το Κ5Α στέκεται αμήχανα, τακτικίστικα, χωρίς στρατηγική στο εσωτερικό αλλά και στο ευρωπαϊκό τοπίο . Ο Σαλβίνι ηγείται ενός κόμματος που ανήκει στη νέα «μαύρη διεθνή», στην επονομαζόμενη Alternative Right. Τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι ίδια με τις αρχές του ναζισμού/φασισμού και διαφέρουν στο ότι η νέα ακροδεξιά είναι νεοφιλελεύθερη, πέραν του προσωπείου της.
Το πλαίσιο σύγκρουσης του Σαλβίνι με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς τροφοδοτεί επικίνδυνα τους εθνικισμούς και τον εγγενή τους αντιευρωπαϊσμό. Υπό αυτό το πρίσμα, κάθε σύγκριση και ομοιότητα της πολιτικής Ελλάδας με Ιταλία, κινδυνεύει να συμβάλλει στην αύξηση του κινδύνου που λέγεται Ακροδεξιά και ευρωσκεπτικισμός. Για να υπάρξει βελτίωση στην Εσπερία, είναι ικανή και αναγκαία η δημιουργία μιας δικαιότερης και πιο ίσης Ευρώπης και σε αυτή την προσπάθεια η Ελλάδα του Aλ. Τσίπρα πρωτοστατεί!
αυγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου