Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Η πολιτική στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς της



Συντάκτης: Γιάννης Μπαλαμπανίδης*
Η πιο φιλόδοξη προσπάθεια ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς μετά την κατάρρευση του 2012 ξεκίνησε κάπως παράδοξα. Οχι τόσο λόγω του πρωθύστερου να εκλεγεί ο ηγέτης προτού αποφασιστούν τα χαρακτηριστικά του νέου φορέα, όσο επειδή η πολιτική αντιπαράθεση της προεκλογικής εκστρατείας εξαρχής εγκλωβίστηκε στο θέμα της ηλεκτρονικής ψήφου.
Οι υπέρμαχοί της ισχυρίζονται ότι όσο πιο ανοιχτή η διαδικασία τόσο λιγότερο ελέγξιμη από τους κομματικούς μηχανισμούς. Επιχείρημα διόλου ανυπόστατο, στο οποίο όμως εύλογα αντιτάσσεται ότι η επιλογή της ηγεσίας ενός πολιτικού χώρου απαιτεί μια στοιχειώδη σχέση του εκλογέα με τον χώρο αυτό, ένα μίνιμουμ, αν όχι ένταξης, τουλάχιστον δέσμευσης.
Πόσο λογικό είναι να έχουν λόγο για κορυφαία ζητήματα ενός κόμματος οι περαστικοί ή οι οπαδοί αντίπαλων παρατάξεων; Ακόμη και στην εποχή της απο-υλοποιημένης κοινωνικής μας συνύπαρξης, ο πολιτικός δεσμός δεν μπορεί παρά να είναι κατ' αρχήν ενσώματος, να προϋποθέτει κόπο και χρόνο, κάτι παραπάνω έστω από ένα like στον υπολογιστή.
Το κυριότερο, καμία ηλεκτρονική ψηφοφορία δεν μπορεί να επουλώσει δεσμούς εκπροσώπησης που έχουν διαρραγεί, όπως συνέβη ανάμεσα στην ελληνική σοσιαλδημοκρατία και το κοινωνικό της ακροατήριο. Μοιάζει εν προκειμένω ένας υπερμοντέρνος «λαϊκισμός» να κατασκευάζει έναν μυθολογικό, αν και high tech, «λαό» της προοδευτικής παράταξης, που βρίσκεται κάπου εκεί έξω και περιμένει ένα νεύμα, ένα ψηφιακό poke στην πλάτη, για να κινητοποιηθεί.
Το κεντροαριστερό στοίχημα, ωστόσο, θα κερδηθεί, αν κερδηθεί, με πολιτικά και όχι τεχνικά μέσα. Στον βαθμό που στη ζήτηση του πραγματικού «λαού» για πολιτική αντιπροσώπευση θα προσφέρει πειστικές απαντήσεις σε όσες απορίες συμμερίζεται ολόκληρη η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία: τι υπερασπίζεται, πώς ακριβώς το υπερασπίζεται και σε τι αυτό διαφέρει αφενός από τη ριζοσπαστική Αριστερά, που σάρωσε τον χώρο στ’ αριστερά του Κέντρου, χωρίς ωστόσο ακόμη να παγιώνεται, και αφετέρου από τη συντηρητική παράταξη, ο αρχηγός της οποίας εξαπέλυσε πρόσφατα μια μείζονα ιδεολογική πρόκληση με τη δήλωσή του ότι οι ανισότητες είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης.
Πρόκληση που οφείλει κανείς να την πάρει στα σοβαρά, καθόσον είναι μια συνεκτική πολιτική ιδέα που αντικατοπτρίζει τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ της Αριστεράς, που θεωρεί ότι οι ανισότητες είναι κοινωνικές και ως τέτοιες εξαλείψιμες, και της Δεξιάς, για την οποία οι ανισότητες είναι φυσικές, άρα ανεξάλειπτες.
Ιδέα που έρχεται από παλιά, για παράδειγμα από τον στοχαστή του αντι-Διαφωτισμού, Ζοζέφ Ντε Μεστρ, ο οποίος, στο επιχείρημα του Ρουσό ότι η ανισότητα δεν είναι ίδιον της «φυσικής κατάστασης» αλλά παράγεται εντός κοινωνίας («Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους», Σύγχρονη Εποχή, 1999), απαντούσε ότι «έτσι ήταν πάντα», η εγκαθιδρυμένη τάξη πραγμάτων είναι εκ φύσεως άνιση.
Αλλά και ιδέα που, έκτοτε, επικαιροποιήθηκε και εμπλουτίστηκε, λ.χ. με τη χειρονομία με την οποία η Μάργκαρετ Θάτσερ απαντούσε στις κατηγορίες για αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων επί διακυβέρνησής της: τεντώνοντας το αριστερό χέρι κάπως χαμηλότερα από το δεξί για να απεικονίσει την αναπόφευκτη απόσταση-ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων, η οποία μπορεί είτε να μικραίνει αλλά προς τα κάτω, όπως κάνει η Αριστερά, προτιμώντας να κάνει τους «φτωχούς φτωχότερους», είτε να μεγαλώνει, αλλά παράγοντας περισσότερο πλούτο και ευκαιρίες για όλους, πλούσιους και φτωχούς.
Ο θόρυβος περί ηλεκτρονικής ψήφου επισκιάζει τα ουσιώδη στρατηγικά διλήμματα, την ώρα που για την Κεντροαριστερά ανοίγονται δύο εξίσου ορθολογικές επιλογές επιβίωσης. Η μία περιγράφει τη μετεξέλιξή της σε ένα μεταρρυθμιστικό («ανοιχτό») Κέντρο, διαθέσιμο να συνάπτει προγραμματικές συμφωνίες με έναν δεξιότερο εταίρο.
Η άλλη επιχειρεί να τραβήξει σαφείς διαχωριστικές γραμμές από τη συγκατοίκηση με τη συντηρητική παράταξη, που μάλλον δικαίως θεωρείται ότι στοίχισε στο ΠΑΣΟΚ ήδη από την κυβέρνηση Παπαδήμου· ο δρόμος αυτός περνά αναπόφευκτα από την αναβάπτιση στη διάκριση Αριστερά-Δεξιά, υπό τον όρο ότι θα λογαριαστεί με θεμελιώδη φυσιογνωμικά ζητήματα όπως το παραπάνω περί ανισότητας, που δεν αρκεί από μόνο του εάν δεν απαντηθεί ταυτόχρονα το ερώτημα πώς θα παραχθεί νέος πλούτος, με προστασία του κόσμου της εργασίας, σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας (για αυτή τη δύσκολη αλλά επιτακτική άσκηση, βλ. Ξ. Κοντιάδης, «Η σοσιαλδημοκρατία σήμερα», Πόλις).
Σύντομα θα γνωρίζουμε περισσότερα για την έκβαση αυτής της πολιτικής και διόλου τεχνικής διαμάχης. Το επίδικο δεν είναι μόνο η διαφυγή από τη βαριά σκιά της συντηρητικής επικυριαρχίας, όπως λ.χ. απέτυχαν να κάνουν ο Μάρτιν Σουλτς και το SPD, οδηγώντας το αλλοτινό καμάρι της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σε νέο ιστορικό χαμηλό, αλλά κυρίως εάν υπάρχει απάντηση στο ερώτημα «ανανέωση ή αναπαλαίωση;».
Αν μπορεί δηλαδή να υπάρξει μια νέα ιδεολογική-προγραμματική σύνθεση ικανή να λυγίσει πραγματιστικά από την άλλη το ραβδί της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής που έχει εν πολλοίς απομείνει λυγισμένο προς τη μεριά του Τρίτου Δρόμου και του σοσιαλφιλελευθερισμού, σε μια πολύ διαφορετική όμως πια εποχή.
*πολιτικός επιστήμονας
EFSYN

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου