Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Όταν οι κολοσσοί εκλιπαρούν για κρατική βοήθεια



του Βαγγέλη Βιτζηλαίου
Η κατάρρευση του ταξιδιωτικού ομίλου Thomas Cook, έπειτα από 178 χρόνια δραστηριότητας, πέρα από τις δραματικές συνέπειες βραχυπρόθεσμα για τους χιλιάδες ταξιδιώτες που τον εμπιστεύθηκαν και μεσοπρόθεσμα για τους 21.000 εργαζομένους τους που χάνουν τις θέσεις εργασίας τους, επαναφέρει το δίλημμα της κρατικής διάσωσης ιδιωτικών εταιρειών.
Πριν από την κατάρρευση, η χρυσοπληρωμένη ηγεσία του ομίλου -που έπαιρνε μπόνους ακόμη και λίγο πριν από την καταστροφή- ζήτησε επίσημα από τη βρετανική κυβέρνηση την παροχή στήριξης ύψους 150 εκατ. στερλινών. «Πρόκειται για μία πραγματιστική λύση ώστε να διασφαλιστεί το μέλλον της επιχείρησης και να μπει σε ένα σταθερό χρηματοδοτικό βηματισμό» δήλωνε τον Ιούλιο ο διευθύνων σύμβουλος της Thomas Cook Πίτερ Φανκχάουζερ, προσθέτοντας ότι «το πικρό χάπι είναι ότι πρέπει να απογοητεύσουμε σ’ αυτό το σχέδιο τους υπάρχοντες μετόχους, οι οποίοι ήταν πολύ πιστοί σε εμάς τα τελευταία χρόνια». Ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον αρνήθηκε το ενδεχόμενο της παροχής στήριξης, επικαλούμενος «έναν ηθικό κίνδυνο στην περίπτωση μελλοντικών τέτοιων εμπορικών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες». Το χρέος του ομίλου ανέρχεται στα 1,7 δισ. ευρώ λίρες και έτσι ενδεχόμενη στήριξη, σύμφωνα με αναλυτές, απλώς θα καθυστερούσε το μοιραίο αποτέλεσμα.
Το αίτημα αυτό έφερε αυτομάτως στη μνήμη την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε το 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers στις ΗΠΑ, με τη σειρά διασώσεων από το κράτος τραπεζών και εταιρειών. Εκείνη τη χρονιά δόθηκε πακέτο ύψους 85 δισ. δολαρίων για τη διάσωση του ασφαλιστικού κολοσσού AIG, με τον τότε υπουργό Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών Τίμοθι Γκάιτνερ να υπερασπίζεται την ενεργοποίηση του πακέτου στήριξης, αφού, όπως τόνισε, μια ενδεχόμενη κατάρρευση της ασφαλιστικής εταιρείας θα είχε ισχυρότερο αντίκτυπο στην αμερικανική οικονομία από αυτόν της Lehman Brothers. Εκτός από την AIG, δισεκατομμύρια δολάρια δόθηκαν, μεταξύ άλλων, για την αυτοκινητοβιομηχανία General Motors (50 δισ. δολάρια, με την αμερικανική κυβέρνηση να χάνει τελικά 11,2 δισ.), την Bank of America (45 δισ. δολάρια) και τη Citigroup (επίσης 45 δισ. δολάρια).
Οι παραπάνω περιπτώσεις προσφέρουν διαρκή και σημαντικά διδάγματα. Όταν το «αόρατο χέρι» της αγοράς παραμένει... αόρατο και αδύναμο να βοηθήσει, εταιρείες - κολοσσοί στρέφονται για τη διάσωσή τους στο κρατικό χρήμα. Το κράτος, από απόλυτος εχθρός σε ιδεολογικούς όρους, εμπόδιο προς την ελεύθερη άσκηση επιχειρηματικότητας και εξασφάλισης όσο το δυνατόν υψηλότερου κέρδουςκ μετατρέπεται σε σανίδα σωτηρίας. Στην εποχή της ευμάρειας, φυσικά, οι επιχειρηματικοί κολοσσοί δεν μοιράζονται τα κέρδη τους, ενώ αντίθετα σε κατάσταση κρίσης και λίγο πριν από το χείλος του γκρεμού εκλιπαρούν για να μοιραστούν τις οικονομικές ζημίες τους ζητώντας κρατική χείρα βοηθείας.
* Ο Βαγγέλης Βιτζηλαίος είναι συντονιστής της Μονάδας Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ [www.enainstitute.org]
avgi

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου