Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Εξωτερική πολιτική στα... κουτουρού

 

Στην πρόσφατη έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ για την Τουρκία δεν αποφασίστηκαν κυρώσεις  αλλά εκφράστηκε ένα ακόμη ευχολόγιο για μείωση της έντασης στην ανατολική Μεσόγειο. Δηλαδή, ο Ρ. Τ. Ερντογάν πέτυχε αυτό που ήθελε, να μην τιμωρηθεί για την τουρκική παραβατικότητα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και την κυπριακή ΑΟΖ ώστε να διαπραγματευτεί με το Βερολίνο ελεύθερα αυτά που τον ενδιαφέρουν: Την απελευθέρωση των θεωρήσεων (βίζα), μια νέα συμφωνία για το προσφυγικό με περισσότερα κονδύλια για τη χώρα του, αναβάθμιση της τελωνειακής σύνδεσης ΕΕ - Τουρκίας.

Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πανηγύριζε βαφτίζοντας το φιάσκο εθνική επιτυχία. Η χώρα μας έχασε μια μοναδική ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο που θα υποχρέωνε τον Ρ. Τ. Ερντογάν να εγκαταλείψει τις προκλήσεις και την αναθεωρητική στρατηγική του. Παράλληλα, δημιουργήθηκε ατμόσφαιρα εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων με τις διαρροές από το Μέγαρο Μαξίμου να κάνουν λόγο ακόμη και για επικείμενη απευθείας επικοινωνία Μητσοτάκη - Ερντογάν.

Το μήνυμα που πήρε η Άγκυρα είναι ότι το Καστελόριζο και η Κύπρος είναι μακριά για την ΕΕ και ότι Αθήνα και Λευκωσία δεν ακούγονται από τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο. Και αποθρασύνθηκε. Εγκαταλείποντας το σχέδιο επανέναρξης των διερευνητικών επαφών έστειλε το Ορουτς Ρεις ξανά στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Χθες βράδυ υπήρχαν ενδείξεις ότι γίνεται πόντιση καλωδίων για την πραγματοποίηση ερευνών, ενώ το δραματικό ερώτημα είναι αν το τουρκικό σκάφος, που συνοδεύεται από πολεμικά, θα πλησιάσει στα 12 ναυτικά μίλια από ελληνικό νησί προκαλώντας στρατιωτική απάντηση από ελληνικής πλευράς, δηλαδή θερμό επεισόδιο.

Αυτά ενώ δεν ξέρουμε αν υπάρχει μηχανισμός αποκλιμάκωσης της έντασης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ όπως είχε ανακοινωθεί από τον γγ της Συμμαχίας Γ. Στόλτενμπεργκ χωρίς να υπάρξει επιβεβαίωση, διάψευση ή οποιοδήποτε σχόλιο από την κυβέρνηση. Δεν ξέρουμε επίσης τι συζητείται από τους συμβούλους του πρωθυπουργού και του Τούρκου προέδρου Ε. Σουρανή και Ι. Καλίν και τι συζητήθηκε στην τελευταία τους επικοινωνία πριν το Ορούτς Ρέις αποπλεύσει από την Αττάλεια.

Οι ώρες είναι κρίσιμες και παρόλα αυτά ο πρωθυπουργός δεν κρίνει σκόπιμο να ενημερώσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τη Βουλή ούτε ασφαλώς να προσπαθήσει για τη χάραξη εθνικής στρατηγικής και τη διαμόρφωση εθνικού μετώπου.

Αν το έκανε, θα είχε να ωφεληθεί ακούγοντας την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στην Κρήτη και σε νησιά του ανατολικής Μεσογείου, προκειμένου να ασκηθεί πίεση στον Ρ. Τ. Ερντογάν που δείχνει ανεξέλεγκτος και επικίνδυνα απρόβλεπτος.

Ο Γερμανός ΥΠΕΞ Χ. Μάας επισκέφθηκε την Αθήνα και την Λευκωσία, όχι την Αγκυρα, για να στείλει ένα συμβολικό μήνυμα αποδοκιμασίας της τουρκικής συμπεριφοράς που προσβάλλει το διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, αυτό που μας είπε επί της ουσίας είναι αυτό που θα έλεγε και στην Τουρκία: Ώρα για διάλογο. Είναι το ίδιο μήνυμα που στέλνει και η Ουάσιγκτον μέσα σε ωραίες διατυπώσεις αλληλεγγύης προς τη χώρα μας.

Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, το θέμα είναι αν ο διάλογος θα ξεκινήσει μετά από θερμό επεισόδιο ή όχι. Ο Κυρ. Μητσοτάκης, δρέποντας δημοσκοπικές δάφνες, προφανώς αισθάνεται την αυτοπεποίθηση ότι "θα του βγει". Ωστόσο, στη διπλωματία και τη γεωπολιτική τα προβλήματα δεν λύνονται με «λίστες Πέτσα». Για κακή του τύχη. Και δική μας.

TVXS

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

Τουλάχιστον, ας μας ενημερώσει ο Στόλτενμπεργκ...

Ο γ.γ. του ΝΑΤΟ Γ. Στόλτενμπεργκ θα βρίσκεται σήμερα στην Αγκυρα και αύριο στην Αθήνα, Η παρουσία του στην περιοχή προφανώς συνδέεται με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας για τη δημιουργία μηχανισμού αποφυγής θερμού επεισοδίου στην ανατολική Μεσόγειο.

Όμως το περιεχόμενο της συμφωνίας, εδώ και ημέρες, παραμένει στο σκοτάδι. Η κυβέρνηση, με ιδιοκτησιακή αντίληψη για τη χώρα, όχι απλώς δεν ενημερώνει τη Βουλή και τους πολίτες αλλά ούτε καν θεωρεί ότι πρέπει να δικαιολογήσει τη στάση απόκρυψης και παραπλάνησης που έχει υιοθετήσει. Είναι ενδεικτικό ότι σχετικές συζητήσεις ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία στο ΝΑΤΟ πραγματοποιούνταν για τρεις εβδομάδες, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη να διαψεύδει αρχικά ακόμη και την ύπαρξη διαλόγου.

Η δημιουργία ενός στρατιωτικού μηχανισμού αποτροπής εμπλοκών ο οποίος θα ενεργοποιείται σε περιόδους ελληνοτουρκικής κρίσης ανακοινώθηκε από τον ίδιο τον  γ.γ του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ, ο οποίος δεν ακολούθησε την επικοινωνιακή μέθοδο του Μεγάρου Μαξίμου: Συσκότιση και δημιουργία σύγχυσης.

Στην Ελλάδα οι "νεοφιλελεύθεροι" χρηματοδοτούνται από το κράτος. Εμείς... από εσάς ! Στήριξε την ανεξαρτησία του tvxs.gr, κάνοντας κλικ εδώ.

Από την ανακοίνωση του ΝΑΤΟ μάθαμε ότι «μετά από μια σειρά τεχνικών συναντήσεων μεταξύ των Στρατιωτικών Αντιπροσώπων της Ελλάδας και της Τουρκίας στα κεντρικά γραφεία του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, ιδρύθηκε την Πέμπτη (1 Οκτωβρίου 2020) ένας διμερής στρατιωτικός μηχανισμός αποκλιμάκωσης. Ο μηχανισμός έχει σχεδιαστεί για τη μείωση του κινδύνου ατυχημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο. Περιλαμβάνει τη δημιουργία ανοιχτής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, για τη διευκόλυνση της αποκλιμάκωσης της έντασης στη θάλασσα ή στον αέρα».

Η κυβέρνηση έχει την τύχη να υπάρχει απέναντί της μια αξιωματική αντιπολίτευση που δεν φορά φουστανέλες και τσαρούχια. Αυτό το πλεονέκτημα, όμως, αντί να την οδηγεί σε περισσότερη σοβαρότητα, στα θέματα εξωτερικής πολιτικής τουλάχιστον, μεγιστοποιεί την αλαζονεία και την αίσθηση παντοδυναμίας της, με αποτέλεσμα να περιφρονεί τους κώδικες του κοινοβουλευτισμού και να δυναμιτίζει κάθε συνθήκη εθνικής συνεννόησης.

Ακόμη και η άρνηση της ΕΕ να αποφασίσει κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής και η ελληνική/κυπριακή υποχώρηση παρουσιάστηκαν από την κυβέρνηση ως μεγάλη εθνική επιτυχία και αγνοήθηκαν, προκλητικά, τα ερωτήματα που τέθηκαν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. «Ο αέρας και η θάλασσα» που αναφέρονται στην ανακοίνωση του ΝΑΤΟ δεν είναι οικογενειακή κληρονομιά του Κυρ. Μητσοτάκη ούτε state of mind όπως έλεγε το αξέχαστο καλοκαιρινό σποτ.

Αφού λοιπόν δεν υπάρχει κυβέρνηση και κυβερνητικός εκπρόσωπος για να πληροφορηθούμε οι «κοινοί θνητοι» για το περιεχόμενο της συμφωνίας, ας μας ενημερώσει, τουλάχιστον, ο Γ. Στόλτενμπεργκ τι αποφασίστηκε μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας στο ΝΑΤΟ. Εξάλλου έχει αποδειχτεί πιο ειλικρινής.

TVXS

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

Μη γνώτω η Αριστερά τι ποιεί η Δεξιά…


του Γιάννη Μυλόπουλου
Εδώ και σχεδόν ένα μήνα, το τουρκικό ερευνητικό πλοίο Oruc Reis, με συνοδεία τουρκικών πολεμικών, πλέει στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου και παραβιάζει συστηματικά τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, εκτελώντας ερευνητικές μετρήσεις εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Την παραβίαση παραδέχθηκε ακόμη και ο αποπεμφθείς, ακριβώς επειδή παραδέχθηκε την αλήθεια, σύμβουλος ασφαλείας του πρωθυπουργού Αλέξανδρος Διακόπουλος.
Να σημειωθεί ότι η συστηματική παραβίαση από πλευράς των τούρκων αφενός και η μη αποτροπή των τουρκικών πλοίων από ελληνικής πλευράς αφετέρου, δημιουργεί τετελεσμένα σε βάρος μας που επιβαρύνουν τη θέση μας όσον αφορά στην ελληνικότητα της υφαλοκρηπίδας των νησιών μας.
Τετελεσμένα σε βάρος μας δημιουργεί ακόμη και η εσπευσμένη και βιαστική συμφωνία που υπογράψαμε με την Αίγυπτο για τον καθορισμό της ΑΟΖ μεταξύ των δύο κρατών, στην οποία κάναμε δύο υποχωρήσεις που δικαιολογούν και διευκολύνουν τις τουρκικές διεκδικήσεις:
Αφενός αναγνωρίσαμε μειωμένη επήρεια της Κρήτης και αφετέρου αφήσαμε εκτός οριοθέτησης την αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή στη Ρόδο και το Καστελόριζο.

Κι ενώ αυτά τα σοβαρά συμβαίνουν στο Αιγαίο εν μέσω θέρους, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να πείσει τους Ευρωπαίους εταίρους και συμμάχους μας να συγκληθεί Συμβούλιο Κορυφής εξ αιτίας της κρισιμότητας της κατάστασης στο Αιγαίο. Γεγονός που είναι ενδεικτικό για το κενό στρατηγικής συμμαχιών που χαρακτηρίζει την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Τούτων δοθέντων, έρχεται σαν κεραυνός εν αιθρία η είδηση από το ΝΑΤΟ:
Μαθαίνουμε λοιπόν εξωδίκως, από τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Γενς Σόλτενμπεργκ και όχι από ελληνική επίσημη πηγή, ότι η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε με την Τουρκία «να ξεκινήσουν τεχνικές συνομιλίες στο ΝΑΤΟ για τη δημιουργία μηχανισμών αποφυγής συγκρούσεων και ατυχημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο».
Την ανακοίνωση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ διέψευσε αμέσως η ελληνική κυβέρνηση, η οποία δια της διαψεύσεως ουσιαστικά επιβεβαίωσε τις μυστικές συνομιλίες με την Τουρκία. Καθώς διέρρευσε στον τύπο ότι η συμφωνία δεν ήταν η άνευ όρων έναρξη τεχνικών διαπραγματεύσεων, όπως επιμένουν οι Τούρκοι, αλλά υπό τον όρο ότι πρώτα θα αποχωρήσουν τα τουρκικά πλοία από την επίμαχη περιοχή.
Το αίτημα της Ελλάδας, αν πράγματι υπήρξε εγκαίρως, είναι λογικό. Με τη σκανδάλη στον κρόταφο ουδείς αποδέχεται να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις.
Η επιβεβαίωση της ελληνικής θέσης «να σταματήσουν οι προκλήσεις για να ξεκινήσουν οι συζητήσεις», όπως τη διατύπωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το πρωί της Παρασκευής 4 Σεπτεμβρίου είναι ασφαλώς σε θετική κατεύθυνση.
Αλλά γιατί την θέτει εκ των υστέρων, αφού ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ ανακοίνωσε τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων;
Με αυτά δεδομένα, εγείρονται μια σειρά ερωτήματα προς την ελληνική κυβέρνηση, τα οποία χρήζουν άμεσων απαντήσεων.
  1. Συζητά πράγματι η ελληνική κυβέρνηση με την τουρκική για το επίμαχο ζήτημα; Κι αν ναι για πόσον καιρό;
  2. Γιατί η ελληνική κυβέρνηση διεξάγει μυστική διπλωματία; Τι φοβάται και δεν έχει ενημερώσει κανέναν πολιτειακό και πολιτικό παράγοντα της χώρας, ούτε και το κοινοβούλιο, για τη διεξαγωγή αυτών των διαπραγματεύσεων; Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν διαπιστώνεται ότι τούρκοι, αλλά και γερμανοί και Νατοϊκοί αξιωματούχοι δημοσιοποιούν συνεχώς ότι γίνονται διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία ρήτρα μυστικότητας.
  3. Ποιες θέσεις υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση σε αυτές τις διαπραγματεύσεις; Είναι θέσεις γνωστές και συμφωνημένες με τον ελληνικό λαό, όπως αυτός εκπροσωπείται από το πολιτικό σύστημα και το ελληνικό κοινοβούλιο;
  4. Η πρόεδρος της ελληνικής Δημοκρατίας και οι πολιτικοί αρχηγοί είναι ενημερωμένοι για τη μυστική διπλωματία που διεξάγει η κυβέρνηση Μητσοτάκη;
  5. Υπάρχει εθνική στρατηγική στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία; Αυτή τη στιγμή διακυβεύονται μείζονα εθνικά ζητήματα, το βάρος των οποίων προφανώς και δεν μπορεί και δεν πρέπει να σηκώσει μόνη της μια μονοκομματική κυβέρνηση. Χρειάζεται ευρύτερη εθνική συνεννόηση για δύο λόγους: Και για να υπάρχει ενιαίο εσωτερικό μέτωπο, αλλά και γιατί η στρατηγική στη διαπραγμάτευση με την Τουρκία προφανώς πρέπει να είναι διαχρονική και να δεσμεύει και τις επόμενες κυβερνήσεις, μετά την οψέποτε λήξη της θητείας της παρούσας.
  6. Αν, ό μη γένοιτο, η επιθετική πολιτική της Τουρκίας οδηγήσει σε εθνική συμφορά, είτε με τη μορφή θερμού επεισοδίου, είτε με τη μορφή δημιουργίας τετελεσμένων στο Αιγαίο, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη; Μήπως τότε θα είναι αργά για εκ των υστέρων συνεννόηση και εξασφάλιση συναίνεσης;
  7. Έθεσε, πράγματι, εγκαίρως η ελληνική κυβέρνηση τον όρο της απομάκρυνσης των τούρκων από την ελληνική υφαλοκρηπίδα για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις; Αν ναι, τότε γιατί δεν το ανακοινώνουν επίσημα, καταγγέλλοντας τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ που παραβίασε μονομερώς, πριν ακόμη ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις, την εύλογη ελληνική απαίτηση;
  8. Τι νόημα έχει η εκ των υστέρων, μετά τη Νατοϊκή ανακοίνωση της έναρξης των διαπραγματεύσεων, υποβολή όρων από την πλευρά του έλληνα πρωθυπουργού; Και πως αυτή η απαίτηση θα ληφθεί υπόψη αφού ήδη η ελληνική κυβέρνηση, όπως δηλώνει ο Νατοϊκός αξιωματούχος, αποδέχθηκε τις συνομιλίες άνευ όρων;
Επειδή το παρελθόν της κυβέρνησης Μητσοτάκη εδώ και 14 μήνες δεν παρέχει εγγυήσεις μιας ενεργητικής, δραστήριας, μαχητικής και πολύπλευρης εξωτερικής πολιτικής, αλλά αντίθετα έχει δώσει δείγματα μιας πολιτικής αδρανούς, παθητικής, με καθυστερημένα αντανακλαστικά και συχνά υποχωρητικής, χωρίς συνεκτικό ιστό, χωρίς στόχευση και χωρίς εθνικό σχεδιασμό, η απάντηση στα ερωτήματα είναι εξόχως χρήσιμη και επείγουσα για τα εθνικά μας συμφέροντα.
Οι στιγμές για την Ελλάδα είναι κρίσιμες και υπερβαίνουν τις μεταξύ μας πολιτικές διαφορές.
Το «μη γνώτω η Αριστερά τι ποιεί η Δεξιά», παρά το γεγονός ότι στην τρέχουσα πολιτική καθημερινότητα αποτελεί συνήθη πρακτική της Δεξιάς, στην παρούσα φάση που διακυβεύονται μείζονα εθνικά ζητήματα δεν εξυπηρετεί ούτε τις εθνικές επιδιώξεις και τα εθνικά μας συμφέροντα, ούτε όμως και την έτσι κι αλλιώς μυωπική πολιτική αντίληψη της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Αλέξης Τσίπρας, έχει δηλώσει και το έχει αποδείξει, ότι είναι πρόθυμος να δώσει στήριξη σε μείζονα ζητήματα ευρείας εθνικής σημασίας, σε αντίθεση με ό,τι ο ίδιος ο Μητσοτάκης έκανε όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Άρα η συγκυρία στο εσωτερικό της χώρας είναι ιδανική για απόκτηση μιας εθνικής συναίνεσης και ενός εθνικού σχεδίου απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα.
Στο δικό μας κενό σχεδιασμού και την έλλειψη στρατηγικής πατά η Τουρκία. Ας μην το διευρύνουμε άλλο.
Αν δεν σταματήσει άμεσα η ελληνική κυβέρνηση να ασκεί μυστική διπλωματία σε μείζονα και εθνικής σημασίας ζητήματα και αν δεν υπάρξει προσπάθεια από πλευράς της για απόκτηση εθνικής συναίνεσης και χάραξη εθνικής στρατηγικής, η ευθύνη για την οποιαδήποτε «στραβοτιμονιά» θα βαρύνει αποκλειστικά την κυβέρνηση της ΝΔ με τρόπο καθοριστικό και ανεξίτηλο.
tvxs

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

Ευτυχώς που ανήκουμε στη Δύση!



Είναι τεράστιες οι ευθύνες της... δημοκρατικής Δύσης για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα σε πολλές περιοχές του πλανήτη
του Τάσου Παππά
O κυβερνητικός εκπρόσωπος μετά τη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ έκανε λόγο για «ενεργή και ασύμμετρη απειλή κατά της ασφάλειας της χώρας». Ποιος είναι ο δράστης, κατά τον κ. Πέτσα; «Η μετακίνηση αυτή, κατευθύνεται και ενθαρρύνεται από την Τουρκία. Οι ενέργειες αυτές γίνονται κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την κοινή δήλωση Ευρωπαϊκής Ενωσης-Τουρκίας». Πρόκειται λοιπόν για εχθρική ενέργεια από μια χώρα που ανήκει στον ΟΗΕ, στο ΝΑΤΟ, έχει σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση και συμφωνία μαζί της για το προσφυγικό.
Τι κάνει η Ευρωπαϊκή Ενωση; Απλώς δηλώσεις συμπαράστασης. Συγκαλεί έκτακτη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών την Παρασκευή, όπου το βασικό θέμα είναι η κρίση στη Συρία και παρεμπιπτόντως το προσφυγικό. Τόση αλληλεγγύη! Τι κάνει το ΝΑΤΟ, με δεδομένο ότι μια χώρα-μέλος του απειλεί μια άλλη χώρα–μέλος του; Το σύνηθες. Συστάσεις για αυτοσυγκράτηση και καλεί τις δύο πλευρές να τα βρουν. Δακρύζεις από τη συγκίνηση για τη συμπαράσταση!
Τι κάνουν οι ΗΠΑ; Ο,τι και το ΝΑΤΟ. Αποφεύγουν να αποδοκιμάσουν τη συμπεριφορά του μεγάλου και χρήσιμου συμμάχου (Τουρκία) και ζητούν από τον προβλέψιμο σύμμαχο (Ελλάδα) να κινηθεί με ψυχραιμία. Πάλι καλά που αναγνωρίζουν στη χώρα μας το δικαίωμα να προστατεύει τα σύνορά της. Η σύγχρονη εκδοχή του Πόντιου Πιλάτου!
Τι κάνει η ελληνική κυβέρνηση; Βολοδέρνει. Ο επικεφαλής της, παρά το γεγονός ότι η αντιπολίτευση του ζητά να απαιτήσει σύνοδο κορυφής και να συγκαλέσει συμβούλιο πολιτικών αρχηγών, σφυρίζει αδιάφορα. Καλλιεργεί το έδαφος για να καρπίσουν ακροδεξιές λογικές και διεκδικεί να γίνει ο πολιτικός που θα συνδέσει τ’ όνομά του με την άλωση της παράταξής του από την ακροδεξιά πτέρυγα και την επιστροφή της Χρυσής Αυγής. Αρνείται επίσης να προχωρήσει σε αποσυμφόρηση των νησιών επικαλούμενος την κοινή δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας, την οποία οι Βρυξέλλες αδυνατούν να προστατεύσουν και ο Ερντογάν την έχει γράψει στα παλαιότερα των πολυτελών υποδημάτων του. Και την ίδια ώρα όλοι εκείνοι που στο πρόσφατο παρελθόν χαρακτήριζαν ευρωσκεπτικιστική, αντιδυτική και αριστερίστικη κάθε κριτική στην Ε.Ε. και τις ΗΠΑ, έχουν βγει στα κεραμίδια και εκτοξεύουν κατάρες εναντίον της Ευρώπης και της μητρόπολης του υποτίθεται ελεύθερου κόσμου. Καλώς τους κι ας άργησαν.
Είναι τεράστιες οι ευθύνες της... δημοκρατικής Δύσης για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα σε πολλές περιοχές του πλανήτη - από εκεί όπου έρχονται οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. Ξεκίνησαν έναν πόλεμο πριν από 19 χρόνια στο Αφγανιστάν και τώρα αποχωρούν ταπεινωμένοι, όπως έγινε και στο Βιετνάμ. Αφήνουν πίσω τους μια διεφθαρμένη διοίκηση και ενισχυμένους τους χειραγωγούμενους από το Πακιστάν Ταλιμπάν. Μπούκαραν στο Ιράκ για να εξοντώσουν τον Σαντάμ και η χώρα σήμερα μοιάζει με ερειπιώνα. Ανέτρεψαν τον Καντάφι γιατί δεν ήταν δημοκράτης (κι ας έπαιρναν μεγαλόσχημοι πολιτικοί της μίζες απ’ αυτόν) και σήμερα διαπραγματεύονται σε μια διαλυμένη χώρα με αρχηγούς συμμοριών μισθοφόρων.
Επιχείρησαν να εξοστρακίσουν τον Ασαντ από τη Συρία, έβαλαν τη χώρα σε εμφύλιο, έφεραν τη Ρωσία στο προσκήνιο και προκάλεσαν μαζικά κύματα προσφύγων. Τέτοιες επιτυχίες. Ανέχονται τους εκβιασμούς του Ερντογάν στη Συρία, στη Λιβύη, στο προσφυγικό γιατί έχουν δουλειές με την Τουρκία και γιατί δεν θέλουν να ρίξουν τον Τούρκο πρόεδρο στην αγκαλιά του Πούτιν. Κλείνουν τα σύνορά τους για να μην εισπράξουν τις συνέπειες των δικών τους ολέθριων πολιτικών κι ας υπάρχει συμφωνία για ποσόστωση. Και η Ελλάδα; Ευτυχώς που ανήκουμε στη Δύση, ευτυχώς που είμαστε μέλος της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας, ευτυχώς που συμμετέχουμε στο ΝΑΤΟ. Ευτυχώς είμαστε ασφαλείς!

Ανάγωγα 

Επικαλούμαστε το Διεθνές Δίκαιο για την Κύπρο. Συμφωνούμε όμως με την ενέργεια των ΗΠΑ να δολοφονήσουν τον Ιρανό αξιωματούχο Σουλεϊμανί σε τρίτη χώρα, που συνιστά ωμή παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Επικαλούμαστε το Διεθνές Δίκαιο για να καταγγείλουμε τον Ερντογάν που στέλνει πρόσφυγες και μετανάστες στα σύνορα. Σταματάμε όμως τη διαδικασία ασύλου, που συνιστά παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, σύμφωνα με την Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ. Σουρωτήρι το Διεθνές Δίκαιο και με δική μας ευθύνη.
efsyn

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Στο μυαλό του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε



Ενώ η προηγούμενη γενιά πολιτικών ηγετών καθόρισε απόλυτα την εξωτερική πολιτική της με βάση τον στόχο της πλήρους ενσωμάτωσης της Γερμανίας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ, μια νέα γενιά, αντιπροσωπευτικό δείγμα της οποίας είναι ο Β. Σόιμπλε, δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τη θεμελιώδη και απόλυτη πίστη της στις αξίες του γερμανικού εθνικισμού
του Κώστα Μελά
Οι περισσότεροι παρατηρητές της σύγχρονης γερμανικής σκηνής επισημαίνουν ότι μετά την ενοποίηση της Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας άλλαξε ο τόνος της πολιτικής κουλτούρας της χώρας. Άρχισαν να εμφανίζονται εκ νέου προβληματισμοί και θέματα που είχαν ξεχαστεί μετά τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν την ήττα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κυρίως επανήλθαν στο προσκήνιο οι συζητήσεις που είχαν αναπτυχθεί την περίοδο της δεκαετίας του 1920, το κύριο περιεχόμενο των οποίων ήταν προσανατολισμένο στις γερμανικές εθνικοεπαναστατικές παραδόσεις.
Η γοητεία που ασκούν ξανά οι γερμανικές εθνικοεπαναστατικές παραδόσεις από τη δεκαετία του 1920 είναι σύμπτωμα ενός ευρύτερου πολιτιστικού αναπροσανατολισμού. Συνδέεται, κατά πρώτο και κύριο λόγο, με τη γερμανική ταυτότητα. Την επαύριον της ενοποίησης, το κυρίαρχο ερώτημα ήταν «Τι σημαίνει γερμανικός;», ερώτημα που αποτελούσε ταμπού κατά το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου αν εξαιρέσουμε κάποια περιθωριακά στοιχεία της Ακροδεξιάς.
Βεβαίως, σήμερα τουλάχιστον, το γερμανικό ζήτημα φαίνεται να μη συνδέεται τόσο με τα παραδοσιακά θέματα της machtpolitik και της realpolitik, τα οποία έχουν βρει μια λύση(;) με την ένταξη της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και στο πολιτικοοικονομικό πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης. Συνδέεται κατά πρώτο και κύριο με τη γερμανική ταυτότητα. Προκρίνεται η συζήτηση σε πολιτιστικό επίπεδο.
Όμως, πριν αναφερθούμε σε αυτά τα ζητήματα, θεωρούμε σκόπιμο να πούμε δυο λόγια για τον τρόπο που οι Γερμανοί, ιστορικά, αντιλαμβάνονται τη realpolitik. Η αναφορά δεν είναι τυχαία, όπως θεωρούμε ότι θα δειχθεί στη συνέχεια.
Στη ρίζα της realpolitik βρισκόταν ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής εθνικής ιδεολογίας, που μπορεί να συνοψιστεί στα εξής: «Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι, η μόνη ρεαλιστική θέση είναι ότι η πολιτική βασίζεται στην αχαλίνωτη χρήση βίας. Συγκεκριμένα, η διεθνής πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Διότι, παρά τις ωραίες λέξεις που μπορεί να μεταχειρίζονται οι ξένοι πολιτικοί ηγέτες, την κρίσιμη ώρα βασίζονται κι αυτοί στην ισχύ τους για να πραγματοποιήσουν τους πολιτικούς τους σκοπούς. Και τη χρησιμοποιούν δίχως αναστολές, όπως και οι Γερμανοί. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Γερμανοί είναι πιο ειλικρινείς» (Νόρμπερτ Ελίας, “Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας”, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).
Η παραπάνω άποψη βρίσκεται πολύ κοντά στην ιστορική πραγματικότητα. Εκεί, όμως, που χρειάζεται να σταθούμε είναι η λέξη «ειλικρινείς». Ενώ η εθνική πίστη των Γερμανών στη realpolitik συνδεόταν με την πίστη τους στον πόλεμο και στη χρήση της ένοπλης ισχύος ως έσχατο μέσο για την επίλυση συγκρούσεων μεταξύ των εθνών και έδειχναν ιδιαίτερη ευαισθησία στον ρόλο που έπαιζε η φυσική βία, δεν έδειχναν ανάλογη ευαισθησία για τους περιορισμούς στην άσκηση της υπέρτερης ισχύος, την οποία συνεχώς υπερτιμούσαν ως προς τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητά της, πιστεύοντας ότι πάντοτε θα λειτουργούσε υπέρ τους. Αυτή τη μονομέρεια των αντιλήψεών τους την ονόμαζαν ειλικρίνεια.
Αρνούνταν κατηγορηματικά να «ντύσουν» την ωμή βία με τη λεγόμενη «μαλακή ισχύ» ώστε να παραχθεί η ισχύς με τη σύγχρονη έννοια, κάτι που, κυρίως οι Αγγλοσάξονες, αλλά και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη, το έχουν αναγάγει σε υπέρτατη τέχνη. Η απουσία «μαλακής ισχύος», σε συνδυασμό με την άτεγκτη προτεσταντική ηθική τους στην ουσία μετέτρεπαν τη γερμανική realpolitik σε ένα επικίνδυνο μείγμα κυνικού ρομαντισμού και άτεγκτης πορείας προς το πεπρωμένο.
Ας επανέλθουμε τώρα στα ζητήματα που ανέκυψαν μετά την ενοποίηση και αφορούν την εκ νέου αναζήτηση της γερμανικής ταυτότητας. Συζήτηση που αποτελούσε ταμπού κατά το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου.
Η συζήτηση γίνεται στη βάση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της γερμανικής κοινωνίας και επιδιώκεται να δειχθεί ότι αυτή η ιδιαιτερότητα ισχύει μέχρι και σήμερα. Η πολιτιστική στροφή που έχει επισυμβεί στη Γερμανία προκαλεί αναπόφευκτη διάζευξη με τη, μέχρι την ενοποίηση, πολιτική πρακτική, προαναγγέλλοντας μια διαφορετική πολιτική αντίληψη στις γερμανικές ελίτ. Οι συζητήσεις για τη γερμανική ταυτότητα μοιραία λαμβάνουν χώρα σε ένα πλαίσιο στο οποίο τον πρώτο ρόλο έχουν παλιές ιδέες, που αποπνέουν συντηρητισμό και αντιδραστικό εθνικισμό. Ιδέες που, παρακάμπτοντας εντέχνως την περίοδο του ναζισμού, θέλουν να ξαναγυρίσουν στις ιερές παραδόσεις της δεύτερης αυτοκρατορίας (τις οποίες κατέστρεψαν οι ναζί ως μικροαστοί). Η συντηρητική αυτή αντίληψη έχει απλώσει την επιρροή της σ’ ένα ευρύ φάσμα πολιτικών και διαμορφωτών της κοινής γνώμης.
Παράλληλα, ο γερμανικός εθνικιστικός ιδεαλισμός στηρίζει την αποτελεσματικότητα της οικονομίας, αλλά και στηρίζεται από αυτή. Στηρίζει την υπέρμετρη «ωμή βία» με την οποία επιβάλλουν, εκεί που μπορούν, την οικονομική τους λογική, η οποία συνάδει με μερκαντιλιστκά πρότυπα (το εθνικό οικονομικό συμφέρον είναι πρώτιστο) και με τη σειρά της στηρίζεται στη δύναμη που παρέχει η οικονομική ισχύς.
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αποτελεί την επιτομή αυτών των αντιλήψεων. Ενώ η προηγούμενη γενιά πολιτικών ηγετών καθόρισε απόλυτα την εξωτερική πολιτική της με βάση τον στόχο τής πλήρους ενσωμάτωσης της Γερμανίας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ, μια νέα γενιά, αντιπροσωπευτικό δείγμα της οποίας είναι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τη θεμελιώδη και απόλυτη πίστη της στις αξίες του γερμανικού εθνικισμού.
Τώρα είναι γνωστό ότι στην Ιστορία της Γερμανίας οι συζητήσεις για τη γερμανική ταυτότητα καθορίστηκαν από τη διάχυτη και εγγενή αντίληψη της γερμανικής κοινωνίας περί της ιδιαιτερότητάς της σε σχέση με τη Δύση. Δεν πρόκειται, όπως λανθασμένα πολλές φορές αναφέρεται, περί απλού ιδεολογήματος, αλλά για συγκεκριμένο περιεχόμενο που πήρε το κυρίαρχο πολιτιστικό υπόδειγμα σε πλήρη αλληλεξάρτηση με τις ιδιαίτερες αναπτυξιακές διαδικασίες της γερμανικής κοινωνίας. Υπό αυτή την άποψη, η συγκεκριμένη αντίληψη, ως δομικό στοιχείο του συλλογικού φαντασιακού της γερμανικής κοινωνίας, αποτελεί μέρος της πραγματικότητάς της. Συνεπώς, χρειάζεται ως τέτοια να ληφθεί υπόψη και ως τέτοια να ενταχθεί σε μια συλλογιστική αντιμετώπισης.
Από ιστορική άποψη, λοιπόν, οι συζητήσεις αυτές παραπέμπουν στην εικόνα της Γερμανίας που ακολουθεί τον δικό της δρόμο. Έτσι, το ζήτημα με τη γερμανική πολιτική της ταυτότητας είναι ότι τα βασικά σημεία αναφοράς της, τόσο ιστορικά όσο και πολιτισμικά, διαπνέονται από το ήθος της γερμανικής εξαίρεσης. Αναπόφευκτα, λοιπόν, όταν τίθενται σήμερα εκ νέου ζητήματα που αφορούν την εξέλιξη της γερμανικής εθνικής ταυτότητας, είναι δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να αποφευχθεί η χρήση της εθνοκεντρικής φρασεολογίας των παλιότερων συζητήσεων για τη γερμανική ταυτότητα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή του αναγνώστη. Το πρόβλημα δεν είναι η γερμανική ιδιαιτερότητα. Άλλωστε, όλοι οι λαοί έχουν τις ιδιαιτερότητές τους, που ανιχνεύονται σε ολόκληρη την ιστορική διαδρομή τους, παρά τις ισοπεδωτικές επιδράσεις που έχει επιφέρει η νεωτερικότητα, κύρια συνιστώσα της οποίας αποτελεί το καπιταλιστικό σύστημα. Το ζήτημα είναι γιατί η γερμανική ιδιαιτερότητα διάκειται τόσο εχθρικά στις υπόλοιπες εθνικές ιδιαιτερότητες, που προσπαθεί ουσιαστικά να τις απαλλοτριώσει, να τις υποτάξει, να τις υποδουλώσει και εν τέλει να τις εξαφανίσει.
Ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Γερμανών τα οποία έχουν θεωρηθεί επικίνδυνα (ισχυρή δόση επιθετικότητας και καταστρεπτικότητας) οφείλονται περισσότερο σε μια τάση που έχει ενσταλαχτεί στους Γερμανούς, όχι μόνο από την παράδοση συμπεριφορών τους, αλλά και από τη συνδυαστική επίδραση των επαναλαμβανόμενων ιστορικών βιωμάτων, της εκπαίδευσης και της προπαγάνδας στην τάση τους, σε κρίσιμες καταστάσεις, όταν γινόταν επίκληση του υπερμεγεθυμένου ιδεατού «εμείς» τους, να ενεργούν στο όνομα της Γερμανίας τόσο τυφλά όσο το απαιτούσε το υψηλό ιδανικό τους, δηλαδή αδιαφορώντας γι’ αυτό που οι άλλοι αποκαλούσαν «σκληρή πραγματικότητα», δίχως να λογαριάζουν τις συνέπειες για τους υπόλοιπους και για τους εαυτούς τους. Στον βωμό της ιδεατής Γερμανίας τα πάντα φαίνονταν δυνατά και επιτρεπτά.

Ο πατριωτισμός - εθνικισμός των Γερμανών είναι κατά βάση ρομαντικός. Και γι’ αυτό επικίνδυνος

Τώρα, η μελέτη της Ιστορίας δείχνει ότι όλες οι προσπάθειες έχουν αποτύχει, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές στην ίδια τη Γερμανία, αλλά και στις υπόλοιπες χώρες. Πάντοτε υπήρξε η περίοδος μεγάλης μεγέθυνσης της ισχύος της, υπερακοντίζοντας το εθνικό αίσθημα της ιδιαιτερότητάς της, για να ακολουθήσει η υπερτίμηση της ισχύος της και τελικά να επέλθει η καταστροφή. Η Ιστορία των Γερμανών είναι μια Ιστορία των άκρων. Έχει τα πάντα εκτός από τη μεσότητα. Εδώ και χίλια χρόνια οι Γερμανοί έχουν ζήσει τα πάντα εκτός από την κανονικότητα... Το μόνο κανονικό στοιχείο της γερμανικής Ιστορίας είναι οι βίαιες μεταβολές (A.J.Taylor, “The course of German History”, εκδ. Hamish Hamilton).
Δεν θα ήταν παράλογος ο παραλληλισμός ότι και σήμερα η Γερμανία ακολουθεί την ίδια λογική με το παρελθόν, αυτή τη φορά στο πεδίο της οικονομίας. Η ρήση του Walter Rathenau «Η οικονομία καθορίζει τη μοίρα μας» φαίνεται ότι αποτελεί το μότο των νέων πολιτικών και επιχειρηματικών γερμανικών αρχηγεσιών, τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας 1950.
Η τρομακτική ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την ενοποίηση της χώρας, παρά τις επίμονες, αλλά ατελέσφορες προσπάθειες της Γαλλίας να θέσουν πολιτικούς φραγμούς ελέγχου (Κώστας Μελάς, “Από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση”) οδήγησαν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και εκεί τελείωσαν όλα. Η πρόταξη της οικονομικής ισχύος της Γερμανίας δικαιολογήθηκε με βάση την ιδιαιτερότητά της (το γνωστό: “Κάν' το όπως η Γερμανία”), στην οποία, όμως, προσέδιδαν οικουμενικά, ή τουλάχιστον ευρωπαϊκά, χαρακτηριστικά και καλούσαν τις υπόλοιπες χώρες να μιμηθούν το συγκεκριμένο πρότυπο. Γνώριζαν(ουν) σαφέστατα ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί (κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες), αλλά το προέτασσαν για να αναδείξουν τη δικιά τους ισχύ και την αδυναμία των άλλων επιδιώκοντας να τους μειώσουν ηθικά, σύμφωνα με το προτεσταντικό δόγμα, αλλά επί της ουσίας να επιβάλλουν εντελώς λανθασμένα μέτρα τα οποία εξουθενώνουν τις οικονομίες των υπολοίπων χωρών, αλλά μακροπρόθεσμα υποσκάπτουν συστηματικά τη δική τους οικονομική ισχύ. Προσοχή, οι μηχανισμοί που υποσκάπτουν την οικονομική ισχύ της Γερμανίας δεν είναι μόνο οικονομικοί (όπως πολλές φορές έχει υποστηριχθεί), αλλά πρωτίστως είναι λόγοι πολιτικοί και ως γνωστόν η Γερμανία, ως πολιτικό υποκείμενο, ταλανίζεται από απίστευτο αριθμό λανθασμένων επιλογών και πρακτικών.
Τίποτα δεν δείχνει καλύτερα τον μη ρεαλιστικό χαρακτήρα της γερμανικής realpolitik από τους γερμανικούς πολεμικούς στόχους τον προηγούμενο αιώνα. Μολονότι οι ηγετικές ομάδες της Γερμανίας στους δύο παγκόσμιους πολέμους διέφεραν σημαντικά ως προς την κοινωνική τους καταγωγή, οι πολεμικοί τους στόχοι ήταν ουσιαστικά οι ίδιοι: αποσκοπούσαν στη δημιουργία μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, πιθανώς με κάποιες υπερπόντιες κτήσεις. Στην πράξη, δεν ήταν παρά μια γερμανική αποικιοκρατική αυτοκρατορία στην Ευρώπη και πέραν αυτής.
Έχει σημασία να αναφέρουμε (ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στα σημερινά σχέδια της Γερμανίας, όπως αυτά εκφράζονται από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε) ότι το σχέδιο στην περίπτωση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εκτός από την άμεση προσάρτηση περιοχών, κυρίως στα ανατολικά, απέβλεπε στη σύσταση μιας κεντροευρωπαϊκής ένωσης αποτελούμενης από τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Δανία και την Αυστροουγγαρία, με την Ιταλία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία ως συνδεδεμένα μέλη. Πολλά εδάφη στην Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας και μεγάλων τμημάτων της Ρωσίας, προορίζονταν να αποτελέσουν απλώς και μόνο αποικίες. Οραματίζονταν, επίσης, την επέκταση της γερμανικής αποικιακής αυτοκρατορίας στην Αφρική, στον Ειρηνικό Ωκεανό, αλλά και στη Μέση Ανατολή. Η σημερινή πολιτική ηγεσία της Γερμανίας παρακάμπτει τη ναζιστική περίοδο για πολλαπλούς λόγους, αλλά επανέρχεται ποικιλοτρόπως στο αυτοκρατορικό παρελθόν της χώρας της.
Το μη ρεαλιστικό και των δύο Παγκοσμίων Πολέμων ήταν, ακόμα και σε περίπτωση νίκης της Γερμανίας στο πεδίο του πολέμου, η απόλυτη αδυναμία ενός λαού με πληθυσμό 60 - 70 εκατομμύρια να μπορέσει να επιβληθεί, πολιτικά και οικονομικά, σε ευρωπαϊκούς πληθυσμούς αναπτυγμένων εθνικών κρατών μεγέθους 450 - 500 εκατομμυρίων. Η αφέλεια των γερμανικών πολιτικών ηγεσιών εδραζόταν στο ότι φτάνει να κερδίσει τον πόλεμο και όλες οι χώρες θα ήταν έτοιμες να δεχτούν τη γερμανική κυριαρχία. Επί της ουσίας, τα σχέδια των πολιτικών ελίτ στερούνταν ρεαλισμού και αντίληψης της πραγματικότητας. Ο τρόπος που ονειρευόταν να επιβληθούν στους ευρωπαϊκούς λαούς δεν θα ήταν αποτελεσματικός ούτε για υπανάπτυκτες χώρες της Αφρικής.
Αν πράγματι έχουμε εισέλθει, κατά κάποιον τρόπο, στο μυαλό του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, κάτι που σημαίνει ότι έχουμε αντιληφθεί την ουσία του σχεδίου του, το πρόβλημα που ανακύπτει είναι ο τρόπος αντιμετώπισής του. Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Γίνονται περισσότερο περίπλοκα, αλλά και ενδιαφέροντα. Αποκτούν πρόσθετο ενδιαφέρον, διότι συνδέονται άμεσα με το υπάρχον μόρφωμα της Ε.Ε. και σαφέστατα με την προοπτική του.
Την προσήλωση της Γερμανίας στον στόχο των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» διεκήρυξε ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ κατά την υπογραφή της Συνθήκης των Τεσσάρων συν Δύο (3.10.1990) για την επανένωση των δύο Γερμανιών. Η άποψη του Χέλμουτ Κολ ότι η γερμανική και η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος έχει τεθεί για καλά στις ελληνικές καλένδες.
Αυτό που διαφαίνεται με σχετική ακρίβεια είναι ότι υπάρχουν χώρες σήμερα στην Ε.Ε. που δεν «χωρούν» στο σχέδιο Σόιμπλε για μια ένωση υπό την απόλυτη κυριαρχία της Γερμανίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η πρώτη και ισχυρή χώρα που βρίσκεται σε αυτή την κατηγορία. Βεβαίως, η Βόρεια Ιρλανδία, ως κομμάτι του αγγλοσαξονικού κόσμου, και έπονται οι τρεις χώρες της Μεσογείου: Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα. Οι γνωστές προτάσεις του Σόιμπλε προς την Ελλάδα για «προσωρινή» αποχώρηση από το ευρώ αποτελούν αποχρώσες ενδείξεις της συγκεκριμένης άποψης.
Η μέχρι το πρόσφατο παρελθόν τακτική της Γαλλίας για πολιτικό έλεγχο της οικονομικής ισχύος της Γερμανίας μέσω δημιουργίας διαφόρων γραφειοκρατικών μηχανισμών και συγκεκριμένων θεσμών (από την ΚΑΠ μέχρι την ΕΚΤ) έχει αποτύχει με βάση τα σημερινά αποτελέσματα. Η γερμανική οικονομική ισχύς έχει μετατραπεί και σε πολιτική ισχύ έχοντας δημιουργήσει θεσμικό πλαίσιο που την εξυπηρετεί, συμμαχίες προθύμων χωρών που την ακολουθούν και αποδυνάμωση των ισχυρών χωρών της Ε.Ε. (Γαλλία, Ιταλία) που διστάζουν ή αδυνατούν να προβάλλουν αντιρρήσεις σοβαρού περιεχομένου στην πορεία της ένωσης. Ο λόγος είναι ένας και μοναδικός: ο φόβος για τη «νομιμοποιημένη» ανάδυση ενός ανεξέλεγκτου γερμανικού επιθετικού ιδεαλιστικού εθνικισμού μέσω της αποδυνάμωσης ή και τελικά της διάλυσης της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., η αντιμετώπιση του οποίου σχεδόν θα είναι αδύνατη από κάθε χώρα ξεχωριστά.
Ο φόβος είναι υπαρκτός και δεδομένος. Δείχνει με σαφήνεια ότι η προβαλλόμενη αντίληψη αντιμετώπισης του γερμανικού ιδεαλιστικού εθνικισμού με άμεση αντιπαράθεση με οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό εθνικισμό είναι ατελέσφορη. Εδώ εντάσσεται και η ανιστόρητη αντίληψη της αποχώρησης της Ελλάδας από την Ε.Ε. ως στρατηγική επιλογή για την αντιμετώπιση της πληθώρας των υπαρκτών προβλημάτων μας κατά μόνας. Όλοι όσοι φαντασιώνονται ότι η αποχώρηση της χώρας από την Ε.Ε. θα σταματήσει με μαγικό τρόπο την εκδήλωση των υπαρχόντων εθνικισμών οι οποίοι λαμβάνουν διάφορες μορφές (από οικονομική μέχρι γεωπολιτική πλευρά) απατώνται. Εξάλλου, η Ελλάδα έχει πικρή πείρα από την εχθρότητα της Γερμανίας από την περίοδο του χαμένου πολέμου του 1897 και τη σαφή υποκίνηση της Τουρκίας προκειμένου να ικανοποιηθούν τα γερμανικά συμφέροντα (μεταξύ άλλων, και οι Γερμανοί ομολογιούχοι) με την επιβολή στη συνέχεια του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.
Ο οικονομικός έλεγχος πολύ νωρίς συσχετίστηκε από τους μελετητές της εποχής με τα αίτια του πολέμου. Θεωρήθηκε δηλαδή ότι η Γερμανία, προεξοφλώντας την ελληνική ήττα, εξώθησε σε πόλεμο -την Ελλάδα έμμεσα με πράκτορες, την Τουρκία άμεσα- ώστε να εξαναγκαστεί η Ελλάδα να δεχτεί τον έλεγχο. «Ως εκρίθη η μάχη του Δομοκού, η Γερμανία ήρξατο να ομιλή περί ελέγχου» γράφει ο Α. Ανδρεάδης (“Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, Τόμος ΙΔ).
avgi

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Δεν είναι οι πρόσφυγες - είναι οι αξίες μας!



του Γιώργου Μουργή
Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές βρισκόταν σε εξέλιξη στις Βρυξέλλες η κοινή Σύνοδος Κορυφής των ευρωπαϊκών χώρων με την Τουρκία για την εξεύρεση κοινής και αποδεκτής λύσης του προσφυγικού ζητήματος.
Η προσπάθεια ώστε οι χώρες τις Ευρώπης να αποφύγουν την ανάληψη της κύριας ευθύνης, καθώς και τα οικονομικά ανταλλάγματα που θέτει η Τουρκία, ακόμα και η απαίτηση για επίσπευση των διαδικασιών της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, βρίσκουν τη χώρα μας σχεδόν μόνη, με τα σύνορα κλειστά και το ΝΑΤΟ μαζί με τη FRONTEX περίπου να αλωνίζουν στο Αιγαίο, στο όνομα της εξωτερικής φύλαξης των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με άγνωστες προς το παρόν τις μελλοντικές επιπτώσεις για την εθνική κυριαρχία της ίδιας μας της χώρας. Η Ιστορία, δυστυχώς, διδάσκει ότι όπου έβαλε το χεράκι της η Βορειοατλαντική Συμμαχία με στρατιωτικές δυνάμεις τα θεμελιώδη κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών που δήθεν προσπάθησε να βοηθήσει απομειώθηκαν. Το ΝΑΤΟ βάζει τα δικά του συμφέροντα πάνω απ’ όλα, θέτοντας εν αμφιβόλω τα κυριαρχικά δικαιώματα ακόμα και των συμμάχων που το απαρτίζουν.
Οι ηγέτες της Ευρώπης περί άλλα τυρβάζουν και δεν ενδιαφέρονται διόλου, από τη στιγμή που η καυτή πατάτα της παρουσίας του ΝΑΤΟ βρίσκεται μακριά από τα δικά τους χωράφια · θαλάσσια ή χερσαία.
Την ίδια στιγμή ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι επί της ουσίας η επικείμενη συμφωνία, ακόμα κι αν αυτή δεν καταλήξει σε μια ολοκληρωμένη λύση, έχει νομικά κενά βάσει της συμφωνίας της Γενεύης άλλα και των αρχών του Ευρωπαϊκού Δίκαιου για τους πρόσφυγες πόλεμου ή τους οικονομικούς πρόσφυγες-μετανάστες. Ωστόσο, είναι γνωστό τοις πάση ότι δεκάδες ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (αν στην πράξη έχουμε ένα νέο για το προσφυγικό, μετά τη συμφωνία) πετιούνται επί χρόνια στον κάλαθο των αχρήστων, συνολικά από όλους.
Η εμπλοκή της Αριστεράς, ή η Αριστερά της «εμπλοκής»;
Λίγες μέρες πριν, στο δικό μας συμβούλιο πολιτικών αρχηγών, η τελική κοινή απόφαση που εκδόθηκε έβαλε συνολικά ζητήματα που ακόμα και υπό το πρίσμα της ανάγκης επείγουσας επίλυσης του προσφυγικού προβλήματος δεν είναι εύκολο να ξεπεραστούν από την Αριστερά και το πολιτικό της ακροατήριο.
Η αναφορά, για παράδειγμα, στη «θωράκιση της ασφάλειας του ελληνικού λαού» δημιουργεί ερωτήματα από μόνη της. Από πότε, αλήθεια, κινδυνεύουμε ή πότε οι προσφυγικές ροές έθεσαν σε κίνδυνο ποιους και ποια ασφάλεια; Τα ίδια ερωτήματα προκύπτουν και από την αναφορά σε κλειστά κέντρα κράτησης, από τον προσδιορισμό της έννοιας του παράτυπου μετανάστη, από την επιλογή επαναπροώθησης και από τον διαχωρισμό των προσφύγων σε υποκατηγορίες, διαδικασία που δεν συνάδει με το διεθνές δίκαιο, τη στιγμή μάλιστα που δεν έχει ανασταλεί το δικαίωμα αιτήματος πολιτικού ασύλου. Έντονο προβληματισμό προκαλεί, βεβαίως, και το όλο σκηνικό της ανακοπής των προσφυγικών ροών από τις νατοϊκές δυνάμεις. Η παρουσία των δυνάμεων αυτών, μάλιστα, ενισχύεται καθώς ο ευρύτερος τομέας δράσης τους και ο επιχειρισιακός τους έλεγχος δεν υπόκεινται σε κανέναν περιορισμό, ένθεν και εκείθεν του Αιγαίου.
Η κατάσταση είναι δύσκολη στη διαχείρισή της από τη ριζοσπαστική αριστερά, δεδομένων των κλειστών συνόρων και των εγκλωβισμένων προσφύγων στη χώρα μας, γεγονός που προφανώς ικανοποιεί και βολεύει την υπόλοιπη Ευρώπη. Το μονομερές και αυθαίρετο κλείσιμο συνόρων, σε συνδυασμό με το ξενοβοφικό ακροδεξιό κρεσέντο από τις χώρες του Βίσεγκραντ και τις απειλές για αποπομπή της Ελλάδας από τη Συνθήκη Σέγκεν, επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αθετεί αποφάσεις και συμφωνηθέντα, αδιαφορώντας για το ότι όχι μόνο η Ελλάδα αλλά και καμμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί μόνη της να αντιμετωπίσει τέτοιες προσφυγικές ροές. Καθώς φαίνεται, η πολιτική/οικονομική βούληση των επικυρίαρχων της Ευρώπης μπαίνει πάνω από τις ανθρώπινες αξίες της αλληλεγγύης και του ουμανισμού, αξίες που για αυτούς αποτελούν μόνο πολιτισμικό καταναλωτικό προϊόν, επιδιώκοντας να μετατρέψουν την Ελλάδα σε ένα ευρωπαϊκό στρατόπεδο προσφύγων· οικονομικών ή πολέμου.
Φράχτης αξιοπρέπειας ενάντια στη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα
Μπροστά σε αυτή την ξεδιάντροπη υποκρισία -και ενώ η «Ευρώπη συνεδριάζει»- από άκρη σε άκρη τη χώρας μαςένας ολόκληρος λαός στήνει το δικό του γαϊτανάκι αλληλεγγύης και ανθρωπιάς.
Η εμπειρία που απέκτησαν οι δομές κοινωνικής αλληλεγγύης σε κάθε γειτονιά, όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης από το 2009, ουσιαστικά έθεσε το κίνημα που διαμορφωνόταν σε εγρήγορση. Η εθελοντική παρουσία ανθρώπων ολημερίς και ολονυχτίς στις ακτές των νησιών μας έσωσε χιλιάδες ζωές. Το ίδιο η παρουσία στα κέντρα και στις πύλες υποδοχής, μέχρι τα σημεία διέλευσης των συνόρων.
Η εφιαλτική κατάσταση στην Ειδομένη σήμερα, με πάνω απο 13.000 ψυχές εγκλωβισμένες, καθώς και οι χιλιάδες πρόσφυγες στο λιμάνι του Πειραιά, στο Ελληνικό, στα Διαβατά, στο Κιλκίς, στη Λέσβο και σε άλλα νησιά του Αιγαίου εύκολα θα μπορούσε να ξεφύγει, όπως προειδοποιεί η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ.
Το παράδειγμα της Κυριακής στο Σύνταγμα, όπου χιλιάδες συμπολίτες μας συνέρρευσαν καταθέτοντας στην κυριολεξία από το υστέρημά τους τη δική του βοήθεια, χτίζοντας έναν απαράμιλλο «φράχτη» με είδη πρώτης ανάγκης για τους πρόσφυγες, είναι η δική μας απάντηση στην ξενοφοβική, ρατσιστική, αντιανθρώπινη στάση που κρατούν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες. Το ίδιο και η παρουσία εκατοντάδων αλληλέγγυων συνανθρώπων μας που προσφέρουν με τη βοήθεια, την παρουσία και τη ζεστασιά τους καθημερινά. Μακριά από τα στημένα σόου του βαρδινογιαννισμού, των ρασοφόρων, και κάθε τηλεοπτικού μελοδράματος. Η αλληλεγγύη δεν αποτελεί τηλεοπτικό προϊόν, βορά στην τηλεθέαση και την επιδειξιομανία.
Αν, τελικά, η Ευρώπη λειτουργεί χωρίς κανένα αξιακό ανθρωπιστικό κριτήριο αλλά με βάση μόνο τα τραπεζικά συμφέροντα ή τις αγορές, η απάντηση είναι ότι ούτε την φανταστήκαμε ούτε περιμέναμε να την καταντήσουν έτσι. Το παράδειγμα της δικής μας κοινωνίας (στην καθοριστική της πλειονότητα, γιατί πάντα υπάρχουν και οι τραγικές εξαιρέσεις της κρατούσας δεξιάς ή ακροδεξιάς) και η ανιδιοτελής της προσφορά αποτελούν παρακαταθήκη για ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο. Μέσα σε ’μάς επιβιώνουν οι υψηλές αξίες της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού.
Ίσως, τελικά, νιώσουμε μετά τη Σύνοδο Κορυφής στο πετσί μας τι θα πει «Ευρώπη-φρούριο».  Ωστόσο, η δική μας μισή καρδιά βρίσκεται στη σκέψη για αυτή την καθημαγμένη ελληνική κοινωνία, ενώ η ίδια αυτή κοινωνία βάζει ολόκληρη την καρδιά της προσφέροντας τα αυτονόητα σε όλους όσους καλοδεχούμενα φιλοξενούμε εδώ.
Για τους άλλους, που διαμορφώνουν πολιτικές μέσα από τη νεοφιλελεύθερη λογική των «θεσμών», η καθημερινή δράση απλά θα απαντά -στοχοποιώντας την υποκρισία σε κάθε αναφορά του ευρωπαϊκού ιδεώδους- με το καυτό σύνθημα πρώτης γραμμής: «Θα γίνουμε όσα φοβόσαστε!»
tvxs

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Ο πιο δύσκολος Μάρτης στην ιστορία της Ελλάδας.



Του Στέλιου Κούλογλου
"Για την Ελλάδα, ο  Μάρτης θα είναι ο πιο δύσκολος μήνας της πρόσφατης ιστορίας της", μου έλεγε πριν από 15 μέρες ένας ανώτατος αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης:  από τις κατηγορίες που ξεκίνησαν τρεις μήνες πριν ότι η Ελλάδα δεν προστατεύει τα σύνορα της Ευρώπης μέχρι τις τελευταίες για τα hot spot,  οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ ήξεραν ότι το σχέδιο "Ελλάδα- αποθήκη ψυχών" ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Με την εξαίρεση τις καθυστερήσεις στα hot spot, που απλώς έδωσαν προσχήματα για κατηγορίες, η  ελληνική κυβέρνηση το πάλεψε αλλά η μάχη ήταν άνιση: Το προσφυγικό δεν κατάφερε να ελέγξει ούτε η Μέρκελ. Πρόκειται για την την πρώτη μεγάλη ήττα, στην κατά τα άλλα άνετη και τυχερή, πολιτική καριέρα της.
Θα κοστίσει πολύ ακριβά στην άλλοτε Ενωμένη Ευρώπη αυτή η απίστευτη υπαναχώρηση από τις ιδρυτικές της αρχές. Η συνθήκη της Γενεύης για το άσυλο-που προβλέπει ατομική εξέταση κάθε προσφυγής κι όχι συλλογική απόρριψη ομάδων σε εθνική ή θρησκευτική βάση- η συνθήκη Σένγκεν, οι αποφάσεις κορυφής για την κατανομή των προσφύγων, η όποια αλληλεγγύη είχε απομείνει, όλα έχουν γίνει κουρέλια. Ήδη σήμερα ο πρωθυπουργός της Τσεχίας δήλωσε ότι, σε περίπτωση επικράτησης του brexit στο επερχόμενο δημοψήφισμα στην Μεγ. Βρετανία, θα εξέταζε και η χώρα του το ενδεχόμενο αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια πολιτική και ήθική κρίση που ξεκίνησε από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν, με αφορμή την λιτότητα, η Ελλάδα και οι άλλες χώρες του νότου από την ηγεμόνα του Βερολίνου, μετατρέπεται πλέον σε γενικευμένη αποσταθεροποίηση μιας Ένωσης που δεν ενδιαφέρεται παρά για τον παρά: o πολύς "είναι η εφαρμογή ηλίθιε" Σόιμπλε, γιατί άραγε δεν αντιδρά όταν τα κράτη μέλη καταπατούν την μια μετά την άλλη αποφάσεις και συμφωνίες;
Το θέμα βέβαια δεν είναι πλέον να κλαίμε την ασθενή που αργοπεθαίνει, τουλάχιστον με την σημερινή της μορφή, αλλά να απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα: Και τώρα τι κάνουμε; Η Ελλάδα μετατρέπεται αναπόφευκτα σε "πάρκινγκ προσφύγων" και θα παραμείνει για κάμποσο διάστημα. Ακόμη και αν προχωρήσει το σχέδιο ΝΑΤΟ, που τορπιλίζει ήδη η Τουρκία στη πράξη, το προσφυγικό δεν μπορεί να εναποτεθεί στα στρατά. Ούτε στα νατοϊκά, ούτε όμως πέρα από τις έκτακτες ανάγκες, και στα ελληνικά.
Το πρώτο είναι να διαφυλάξουμε τις πανανθρώπινες και ευρωπαϊκές αξίες, όπως κάνουν στα νησιά τους τελευταίους μήνες και όπως έχει κάνει η Ελλάδα κι άλλες φορές στην ιστορία της. Η αξιοθαύμαστη στάση των κατοίκων των νησιών, των πολιτών και των εθελοντών σε όλη την Ελλάδα, έχει αναβαθμίσει την εικόνα της χώρας ,μετά από χρόνια συκοφαντίας. Και για αυτόν το λόγο, οι πρόσφυγες πρέπει να τύχουν ανθρώπινης μεταχείρισης, σύμφωνα με τους διεθνείς νόμους. Στους αντίποδες των ξενοφοβικών αντιδράσεων σε όλη την Ευρώπη, για την ελληνική συμπεριφορά πρέπει να ενημερωθεί όλος ο πολιτισμένος κόσμος. Και αυτό πρέπει να γίνει, επιτέλους, συστηματικά.
Το δεύτερο είναι ότι η χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει δύο κρίσεις ταυτόχρονα. Αδυνατισμένη από την μακρόχρονη οικονομική κρίση, η Ελλάδα δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνη της το πάρκινγκ των προσφύγων. Πρέπει να ζητηθεί γενναία οικονομική βοήθεια. Και αν η Τουρκία συνεχίζει να αθετεί τις συμφωνίες-παίζοντας και ύποπτα παιχνίδια όπως προχθές με το Καστελόριζο- τότε τα 3 δις που προβλέπονται στις σχετικές συμφωνίες πρέπει να έρθουν στην Αθήνα, όχι να πέσουν στην μαύρη τρύπα της Άγκυρας. Ο πιο δύσκολος Μάρτης στην ιστορία της χώρας πρέπει να αντιμετωπιστεί με εμμονή στις ανθρωπιστικές αξίες, ψυχραιμία και ρεαλισμό.
tvxs

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Αμφιβολίες για τη συμμαχική επιχείρηση



«Όμως, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς πώς είναι δυνατόν τρία ή τέσσερα πολεμικά πλοία, των οποίων οι αξιωματικοί δεν έχουν γνώση της δαιδαλώδους ακτογραμμής και των χιλιάδων βραχονησίδων, να μπορέσουν να συνεισφέρουν ουσιαστικά στην πάταξη των δικτύων των διακινητών, περιπολώντας μάλιστα από τη Λέσβο ώς το Καστελόριζο» 
του Σωτήρη Ρούσσου *
Η ΝΑΤΟϊκή επιχείρηση καλείται να επιτελέσει τρεις αποστολές: να ενισχύσει τις ακτοφυλακές της Ελλάδας και της Τουρκίας στην αντιμετώπιση των διακινητών και των δικτύων τους, να επαναπροωθεί τους πρόσφυγες που βρίσκονται καθ’ οδόν προς τις ελληνικές ακτές και να επιτηρεί και να ενημερώνει για τη συμπεριφορά των ελληνικών και τουρκικών αρχών στην αντιμετώπιση των προσφυγικών ροών.
Υπάρχει, επίσης, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, το αίτημα του Ελληνα πρωθυπουργού προς τη Γερμανίδα καγκελάριο, οι ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις να επιχειρούν μόνο σε τουρκικά και βέβαια διεθνή ύδατα.
Η αποστολή της ενίσχυσης των ακτοφυλακών στην αντιμετώπιση των διακινητών είναι από τις πλέον σημαντικές.
Ομως, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς πώς είναι δυνατόν τρία ή τέσσερα πολεμικά πλοία, των οποίων οι αξιωματικοί δεν έχουν γνώση της δαιδαλώδους ακτογραμμής και των χιλιάδων βραχονησίδων, να μπορέσουν να συνεισφέρουν ουσιαστικά στην πάταξη των δικτύων των διακινητών, περιπολώντας μάλιστα από τη Λέσβο ώς το Καστελόριζο.
Αν, μάλιστα, οι τουρκικές Αρχές συνεχίζουν να επιδεικνύουν την ίδια αβελτηρία στην καταδίωξή τους, τότε η ΝΑΤΟϊκή επιχείρηση δεν πρόκειται να αποδώσει.
Η επαναπροώθηση των προσφύγων στην Τουρκία είναι ένα πολύ λεπτό σημείο. Βέβαια δεν αναμένει κανείς ότι ο ΝΑΤΟϊκός στολίσκος θα επιβάλει την επαναπροώθηση στις τουρκικές Αρχές.
Μέχρι σήμερα η Τουρκία έχει πρακτικά αρνηθεί την επαναπροώθηση μεγάλου αριθμού προσφύγων. Μπορεί, μάλιστα, κάθε φορά να αμφισβητεί αν οι πρόσφυγες αυτοί περισυνελέγησαν στα τουρκικά χωρικά ύδατα και να θέτει προσκόμματα.
Για να υλοποιηθεί πραγματική επαναπροώθηση χρειάζεται μια πολύ σημαντική αλλαγή στην τουρκική πολιτική και αυτή δεν θα συμβεί μόνο με τη ΝΑΤΟϊκή παρουσία, αλλά με πολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα του «ανατολίτικου παζαριού».
Η παρουσία της ΝΑΤΟϊκής δύναμης θα δίνει σαφέστερη εικόνα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για το ποιος πραγματικά συμβάλλει στην αντιμετώπιση των δικτύων των διακινητών.
Αλλά το Βερολίνο, το Παρίσι και οι Βρυξέλλες δεν πάσχουν από πληροφόρηση για την κατάσταση που επικρατεί με τους διακινητές τόσο στην Τουρκία όσο και στην Ελλάδα, αφού λαμβάνουν συνεχή ενημέρωση από τη Frontex και από τις υπηρεσίες τους.
Τέλος, καθώς δεν είναι ακόμη γνωστό αν η ΝΑΤΟϊκή δύναμη θα επιχειρεί μόνο στα τουρκικά χωρικά ύδατα, είναι πολύ πιθανό να εμπλακούμε και πάλι σε σχοινοτενείς διαπραγματεύσεις εντός ΝΑΤΟ για τα επιχειρησιακά όρια και τελικά για κυριαρχικά δικαιώματα.
Δημιουργούνται, λοιπόν, σημαντικές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της ΝΑΤΟϊκής επιχείρησης.
Φαίνεται ότι αποτελεί ή μια ακόμη προσχηματική κίνηση των δυτικο-ευρωπαϊκών κρατών για να πείσουν τις κοινωνίες τους ότι κάνουν το παν για να ανακόψουν τις προσφυγικές ροές ή προοίμιο για μεγαλύτερη ανάμειξη του ΝΑΤΟ στο συριακό ζήτημα με βάση την προστασία των προσφύγων.
Μπορεί, όμως, να συμβαίνουν και τα δύο.
* Αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr
efsyn