Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Καισαριανή / Τα άβολα ντοκουμέντα για τους ιδεολογικούς απογόνους των συνεργατών των ναζί

 


της Φωτεινής Λαμπρίδη

Λίγες φωτογραφίες – ντοκουμέντα της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών τον Δεκέμβρη του 1944 στην Καισαριανή, ήταν αρκετές για να προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης και δάκρυα.

Η σιωπή των εικόνων είπε πολλά περισσότερα από όσα πασχίζουμε να εξηγούμε και να αναλύουμε συχνά με αφορμή διάφορα προτάγματα.

Δεν προκάλεσαν ωστόσο συγκίνηση σε όλους και όλες παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τεράστιο ιστορικό ντοκουμέντο της εκτέλεσης από ναζί 200 αγωνιστών που έπεσαν για αυτή την πατρίδα, γι’ αυτόν τον λαό.

Τα «μετρημένα» και σιωπηλά στελέχη μιας κυβέρνησης που επιδίδεται συχνά σε αντικομμουνιστικά ντελίρια που άργησαν να βγάλουν ανακοινώσεις και διεκδίκησαν υπό την πίεση φορέων και κομμάτων τα τεκμήρια, οι νεοδημοκράτικοι λογαριασμοί που έσπευσαν να αμφισβητήσουν τη γνησιότητας τους και οι φασιστές που βεβήλωσαν το μνημείο των πεσόντων στο Σκοπευτήριο, με διαφορετική ένταση ο καθένας, άνοιξαν πάλι το παράθυρο να φανεί από που αιμορραγεί αυτή η πληγή που ονομάζουν «εθνικό διχασμό».

Μια πληγή που στην πραγματικότητα ονομάζεται «διαχρονική ατιμωρησία των ιδεολογικών απογόνων των ελλήνων συνεργατών των ναζί» που όχι απλά την έβγαλαν καθαρή αλλά στελέχωσαν και το μετεμφυλιακό κράτος.

Από αυτή την ατιμωρησία του καθόλου ευκαταφρόνητου αριθμού δωσιλόγων, αντλούν το θράσος τους οι ιδεολογικοι απόγονοι τους που διαστρεβλώνουν την ιστορία και βανδαλίζουν μνημεία και είναι μια καλή ευκαιρία αυτή να θυμίσουμε δύο εξαιρετικά βιβλία: Το «Οι δίκες των δωσίλογων» 1944-1949 (Εκδόσεις Πόλις) του Δημήτρη Κουσουρή και «Οι Δωσίλογοι» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) του Μενέλαου Χαραλαμπίδη.

Η σε βάθος μελέτη της ιστορίας των δωσιλόγων κάνει κατανοητό ποιοι ενοχλήθηκαν από το περήφανο βλέμμα των ανθρώπων που πήγαιναν ευθυτενείς, με θάρρος και το τραγούδι στο στόμα κοιτάζοντας ευθύβολα τον εχθρό στα μάτια, προς τον θάνατο. Είναι εκείνοι που ακόμα υποφέρουν από το γεγονός ότι οι 200 ήρωες ήταν κομμουνιστές. Αυτοί γράφουν τα σχόλια μίσους για τα ντοκουμέντα αυτά, αυτοί που με τα νεύρα σπασμένα πήγαν να βανδαλίσουν το μνημείο. Αυτοί μούδιασαν μπροστά στα αδιάψευστα στοιχεία μιας αταλάντευτα γενναίας αναμέτρησης με το θηρίο του ναζισμού.

Η έρευνα των ιστορικών Δημήτρη Κουσουρή και Μενέλαου Χαραλαμπίδη αποκαλύπτει ότι ο δωσιλογισμός στην Ελλάδα δεν ήταν ένα περιθωριακό φαινόμενο, αλλά ένα φαινόμενο με μαζικά χαρακτηριστικά.

Όπως επισημαίνει ο Κουσουρής, χιλιάδες Έλληνες συνεργάστηκαν με τις ιταλικές και τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ο δωσιλογισμός δεν περιοριζόταν σε ιδεολογική ταύτιση. Ήταν συχνά μια σχέση συμφέροντος, κατά την οποία οι εμπλεκόμενοι αποκόμιζαν προσωπικά οφέλη, ενώ ζημίωναν την Ελλάδα και τον εθνικό αγώνα.

Η έκταση του φαινομένου αποτυπώνεται και στα στοιχεία των διώξεων μετά την Απελευθέρωση. Από τις 15.000 καταγγελίες στην Αθήνα, μόλις 2.200 έφτασαν στο ακροατήριο.

Συνολικά, το 85% των υποθέσεων αρχειοθετήθηκε και πολλοί δωσίλογοι ενσωματώθηκαν στο νέο κράτος που συγκροτήθηκε υπό την αιγίδα των δυτικών συμμάχων, λόγω του αντικομμουνιστικού τους προσανατολισμού.

Διέθεταν οικονομική ισχύ και διασυνδέσεις, γεγονός που τους επέτρεψε να αποφύγουν την τιμωρία. Στην πράξη, καταδικάστηκαν κυρίως οι οικονομικά ασθενέστεροι, «τα μικρά ψάρια», ενώ οι ισχυρότεροι παρέμειναν στο απυρόβλητο.

Η ατιμωρησία αυτή δεν ήταν απλώς μια αποτυχία της δικαιοσύνης. Ήταν μια πολιτική επιλογή που διαμόρφωσε το μεταπολεμικό κράτος. Όπως σημειώνει ο Κουσουρής, αρκετοί από τους δωσίλογους όχι μόνο επανεντάχθηκαν στην κοινωνία, αλλά έγιναν μέρος της πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Κάποιοι έφτασαν σε κορυφαίες θέσεις εξουσίας, ενώ οι οικογένειές τους ενσωματώθηκαν πλήρως στο πολιτικό σύστημα.

Ο δωσιλογισμός έγινε ένα ισχυρό ταμπού, που αποκρύφτηκε πίσω από το αφήγημα της εθνικής ενότητας και της αντικομμουνιστικής «αναγκαιότητας».

Η έρευνα του Μενέλαου Χαραλαμπίδη φωτίζει ακόμη πιο σκοτεινές πτυχές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει εντοπίσει, το 60-70% των Ελλήνων αντιστασιακών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς είχαν προηγουμένως συλληφθεί από ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας. Δηλαδή, οι εκτελέσεις δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της ναζιστικής κατοχής, αλλά και της ενεργού συμμετοχής ελληνικών κρατικών μηχανισμών. Ο Χαραλαμπίδης εισάγει τον όρο «ελληνική κατοχή» για να περιγράψει τη δράση των ελληνικών ταγμάτων ασφαλείας, τα οποία λειτουργούσαν ως προέκταση του γερμανικού στρατού κατοχής.

Όπως είπε σε συνέντευξη του στο tvxs, η συνεργασία αυτή δεν ήταν μια περιθωριακή παρέκκλιση. Ξεκίνησε από την πρώτη ημέρα της Κατοχής, με τη συγκρότηση της κυβέρνησης Τσολάκογλου, και επεκτάθηκε σε όλο τον κρατικό μηχανισμό. «Ένα σημαντικό τμήμα της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής ελίτ συνεργάστηκε ενεργά με τον κατακτητή, συχνά πριν ακόμη οργανωθεί η αντίσταση. Η συνεργασία δεν ήταν απάντηση στη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων. Αντιθέτως, προηγήθηκε και συνέβαλε στη διάλυση της κοινωνικής συνοχής».

Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ πλήρως. Τα αρχεία των σωμάτων ασφαλείας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, κατά παράβαση της διεθνούς πρακτικής που προβλέπει το άνοιγμά τους μετά από 30 χρόνια. Η αποσιώπηση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Είναι μια μορφή θεσμικής λήθης, που εμποδίζει την κοινωνία να αναμετρηθεί με το παρελθόν της.

Η ατιμωρησία των δωσίλογων είχε βαθιές συνέπειες. Όπως επισημαίνει ο Χαραλαμπίδης, η μη απονομή δικαιοσύνης δημιούργησε μια διαχρονική δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο κράτος και τη δικαιοσύνη. Η αίσθηση ότι οι συνεργάτες του κατακτητή όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά επιβραβεύτηκαν, άφησε ένα τραύμα που παραμένει ανοιχτό.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η βεβήλωση του μνημείου της Καισαριανής αποκτά μια βαθύτερη σημασία. Δεν πρόκειται για μια απλή πράξη βανδαλισμού. Οι ιδεολογικοί απόγονοι των δωσίλογων δεν εμφανίζονται σε ένα ιστορικό κενό. Εμφανίζονται σε μια κοινωνία που δεν αναμετρήθηκε πλήρως με το παρελθόν της, που δεν απέδωσε δικαιοσύνη και που επέτρεψε τη διατήρηση μύθων και αποσιωπήσεων. Αποθρασύνονται δε περισσότερο με τις πλάτες της διεθνούς της ακροδεξιάς που ενδυναμώνεται.

Η Καισαριανή είναι ένας τόπος μνήμης, αλλά και ένας τόπος ευθύνης. Κι όσοι δεν αντιμετωπίζουν τη γνώση της ιστορίας σαν μια ακαδημαϊκή άσκηση αλλά σαν μια πολιτική και ηθική αναγκαιότητα, ειδικά σε μια εποχή που τα φαντάσματα του ναζισμού επιστρέφουν, καταλαβαίνουν πολλά.

Οι ανατριχιαστικές φωτογραφίες απευθύνουν μηνύματα προς πολλούς και διαφορετικούς αποδέκτες, όπως κάνουν πάντα όλα τα αντικείμενα που ενεργοποιούν την ιστορική μνήμη. Στην αριστερά υπενθυμίζουν την αναγκαιότητα επανάκτησης μιας γενναιότητας και άλλων αξιών που κινδυνεύουμε να απωλέσουμε πλήρως βυθισμένοι στην ηττοπάθεια.

Στους απογόνους των συνεργατών των ναζί, τα ντοκουμέντα υπενθυμίζουν πως υπάρχει πάντα κάτι πιο ισχυρό από τη δύναμη της εξουσίας και τη μπότα του κατακτητή: αυτή η άσβεστη φλόγα στα μάτια των ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν για έναν καλύτερο κόσμο, που δεν ενεργούν για το συμφέρον τους. Τους υπενθυμίζουν κάτι ακόμα όμως. Πως ανά πάσα στιγμή, η φωνή της ζώσας μνήμης μπορεί να ακουστεί πιο ηχηρά και να τους ξεμπροστιάσει. «Δεν είστε οι πατριώτες όπως λέτε. Είστε οι πατριδοκάπηλοι, οι προδότες συνεργάτες των ναζί, οι φασίστες».

TVXS


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Μην πετάξουμε μαζί με τα απόνερα και το μωρό

 


του Αντιλιάν Κοτζάι

Η υπόθεση Παναγόπουλου δημιουργεί αισθήματα αποστροφής και απώθησης προς την κοινωνία, σχετικά με την έννοια του συνδικαλισμού, σε μία συγκυρία, όπου έτσι και αλλιώς το συνδικαλιστικό κίνημα είναι την τελευταία δεκαπενταετία βαθιά τραυματισμένο.

Όμως, θέλει μεγάλη προσοχή, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος μαζί με τα απόνερα να πετάξουμε και το παιδί, δηλαδή την χρησιμότητα του συνδικαλισμού.

Είναι αλήθεια ότι σε κάθε επίπεδο οι δομές εκπροσώπησης των πολιτών πάσχουν και αυτό αποτυπώνεται και στο υψηλότερο επίπεδο, που είναι το πολιτικό σύστημα, το οποίο αντί να ενσωματώνει πολίτες, τους οδηγεί τα τελευταία χρόνια στην αποχή και την αδράνεια.

Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά ο βασικότερος είναι η κρατικοποίηση των κομμάτων.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αντί τα κόμματα να είναι δυνάμεις μετασχηματισμού, ενσωματώνουν τα κελεύσματα του κράτους, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται από τα αιτήματα της κοινωνίας.

Κρατικοποίηση του συνδικαλισμού

Το ίδιο πρόβλημα που υπάρχει με τα «κρατικά κόμματα» ή τα «κόμματα καρτέλ» ισχύει και στην περίπτωση του συνδικαλισμού, καθώς τις τελευταίες δεκαετίες η ΓΣΕΕ και μία σειρά από οργανώσεις γραφειοκρατικοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία «ελίτ», της οποίας τα συμφέροντα αυτονομήθηκαν από αυτά των εργαζομένων.

Σε αυτό το πλαίσιο οι εργαζόμενοι απομακρύνονται από τις συλλογικές διαδικασίες και οι αντιπολιτικές τάσεις γιγαντώνονται.

Αυτό το είδαμε και στην εποχή της κρίσης, όπου οι συντηρητικές δυνάμεις σπίλωναν την έννοια του συνδικαλισμού, πατώντας ακριβώς σε αυτές τις παθογένειες των τελευταίων δεκαετιών.

Σε αυτή την κοινωνική βάση βρίσκει εύφορο έδαφος και η ακροδεξιά.

Το αίτημα, η επιστροφή στην κοινωνική βάση

Για αυτό και πλέον χρειάζεται ένας ριζικός επαναπροσδιορισμός της έννοιας του συνδικαλισμού και των συλλογικών διαδικασιών, που θα έχει στο επίκεντρο τον κοινωνικό έλεγχο των δομών εκπροσώπησης.

Όσο οι συσχετισμοί στο συνδικαλιστικό κίνημα δημιουργούνται με «οργανώσεις φαντάσματα» και από μηχανισμούς που ενεργοποιούνται μόνο όταν υπάρχει κάλπη, τόσο θα βαθαίνει η κρίση εμπιστοσύνης των εργαζομένων.

Πλέον, πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για την οικονομική αναπαραγωγή αυτών των δομών, διότι όπως έλεγε και ένας καθηγητής στο πανεπιστήμιο, «πες μου πώς αναπαράγεται με υλικούς όρους μία οργάνωση για να σου πω από ποιόν ελέγχεται».

Κουτί Πανδώρας

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Οι νεκροί μετανάστες της Χίου είναι δική μας τραγωδία

 


της Άσπας Πανωμερίτη

 

Από τους νεκρούς των Τεμπών, των εργατριών της Βιολάντα, των οπαδών του ΠΑΟΚ, στους πνιγμένους μετανάστες της Χίου, ο θάνατος και το βίωμά του φέρουν τον ίδιο ακριβώς πόνο.

Πλέον οι ημέρες και οι βδομάδες μετριούνται σε τραγικά περιστατικά με τελευταίο τον φρικτό θάνατο που βρήκαν οι μετανάστεςστη Χίο. Όλα αυτά τα συμβάντα πάντα έχουν στο επίκεντρο ανθρώπους καθημερινούς. Από τα Τέμπη που 57 νέοι άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, ως τις εργάτριες της Βιολάντα και το τροχαίο των οπαδών του ΠΑΟΚ, θρηνούμε την ανθρώπινη ζωή και το πόσο βίαια μπορεί να χαθεί από την μια στιγμή στην άλλη.

Όλες οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν μια κοινή συνισταμένη: Άνθρωποι της διπλανής πόρτας έχασαν την ζωή τους εξαιτίας μιας σειράς λαθών.

Ωστόσο, συνειδητά ή ασυνείδητα έχουμε ξεχάσει τους 500 νεκρούς μετανάστες στο ναυάγιο της Πύλου, ένα από τα πιο πολύνεκρα ναυάγια στην ιστορία, ξεχνάμε ότιδήποτε δεν μπορούμε να ταυτιστούμε άμεσα. Αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα επειδή το θέτουμε ως «δεύτερης κατηγορίας θάνατο», αλλά πιθανά ο θάνατος ως βίωμα έχει να κάνει με την ταύτιση, με το πόσο κοντά αισθανόμαστε το γεγονός.

Στα ελληνικά νερά για άλλη μια φορά βρήκαν τραγικό θάνατο μετανάστες και μετανάστριες που έφυγαν από κάποιον πόλεμο, κάποια κτηνωδία, πιθανά για να περάσουν από την Ελλάδα στην Ευρώπη.Όπως αναφέρουν οι μέχρι τώρα πληροφορίες, ο απολογισμός είναι τουλάχιστον 15 νεκροί και 24 τραυματίες. Ωστόσο ο αριθμός αναμένεται να αυξηθεί καθώς κατά την διάρκεια της ημέρας θα ενταθούν οι έρευνες που διεξάγονταν κατά την διάρκεια της νύχτας.

Η επιχείρηση έρευνας και διάσωσης συνεχίζεται από θαλάσσης και αέρος με τη συμμετοχή πλωτών μέσων του Λιμενικού, ιδιωτικών σκαφών, διασωστών και ελικοπτέρου Super Puma, το οποίο πραγματοποιεί πτήσεις με θερμικές κάμερες για τον εντοπσμό τυχόν επιζώντων.

Η κυβέρνηση έχει επιλέξει μια πολύ σαφή μεταναστευτική πολιτική, την πολιτική των επαναπροωθήσεων και της Frontex. Αυτοί οι άνθρωποι, που έχουν και αυτοί οικογένεια και βιώνουν τον πόνο, τον θρήνο και την θλίψη, θαλασσοπνίγηκαν, ασφυκτιούσαν. Κάποιοι θα θρηνήσουν γι’ αυτούς.

Το συμβάν αυτό θα αποτελέσει είδηση για σήμερα, αλλά όχι γι’αύριο. Ο θάνατος των μεταναστών, που αποτελεί αποτέλεσμα μιας ταξικά και φυλετικά προσδιορισμένης πολιτικής είναι εξίσου σημαντικός με οποιοδήποτε άλλο περιστατικό θανάτου κρατικής αμέλειας και πολιτικής.

Να μην είναι απλά ένας τίτλος στις ειδήσεις,«τραγωδία με μετανάστες στην Χίο» και απλά μετά να ξεχαστεί, είναι όντως τραγωδία, ποτισμένη με ανθρώπινο πόνο και αίμα των κατατρεγμένων. Να μην γίνει η απώλεια συνήθεια μας, να σταθούμε στο γεγονός ότι 15 άνθρωποι σκοτώθηκαν στην θάλασσα, γιατί το βίωμα του θανάτου δεν έχει όρια, σύνορα ή μια μόνο ταυτότητα.

Κουτί Πανδώρας


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

«Το τζάμπα πέθανε» / Αν δεν μπορούμε να ζήσουμε με 800 ευρώ, πρόβλημά μας – Ο κυνισμός ως κυβερνητική γλώσσα

 


της Φωτεινής Λαμπρίδη

Τη φράση «το τζάμπα πέθανε», ακούσαμε από τη βουλεύτρια της ΝΔ Χριστίνα Αλεξοπούλου στο Mega, ως απάντηση στο πώς μπορούν να επιβιώσουν εκπαιδευτικοί με μισθούς 800 ευρώ εν μέσω στεγαστικής και διατροφικής ακρίβειας.

Υπενθυμίζεται ότι σε ανάρτησή της στο twitter το 2019, η κ. Αλεξοπούλου είχε αναδημοσιεύσει άρθρο της εκκλησιαστικής ιστοσελίδας romfea.gr σχετικά με την «προστασία του αγέννητου παιδιού», παίρνοντας ξεκάθαρη θέση κατά των αμβλώσεων.

Στα λεγόμενά της χθες, οι δημοσιογράφοι πάγωσαν, σταυροκοπήθηκαν, οι τηλεθεατές μουδιάσαμε, ωστόσο δεν ήταν η πρώτη φορά που στέλεχος της ΝΔ γίνεται προσβλητικό απέναντι στους πολίτες εκφράζοντας άκρως κυνικό λόγο. Μήπως τελικά δεν πρόκειται για «άστοχες στιγμές» αλλά για ενσυνείδητη πολιτική επιλογή;

Τα τελευταία χρόνια, στελέχη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζονται όλο και συχνότερα να απαντούν σε κοινωνικά αδιέξοδα με φράσεις που σοκάρουν όχι μόνο για το περιεχόμενό τους, αλλά για την ψυχρότητα με την οποία εκφέρονται. Από το  «αν ο κ. Καραμανλής έλεγε ότι υπάρχει θέμα ασφάλειας στα τρένα, δεν θα έμπαινε κανείς» του Άδωνι Γεωργιάδη μέχρι τα όσα ακούστηκαν πρόσφατα στην εξεταστική για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ ο λόγος της εξουσίας στη χώρα μετατοπίζεται από τη διαχείριση προβλημάτων στη σχεδόν επιδεικτική αδιαφορία για αυτά.

Πεινάτε. Ε, και; Κατηγορούμαστε για διαπλοκή και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Ε, και; Κατηγορούμαστε πως κλονίζουμε το κράτος δικαίου ελέγχοντας της Δικαιοσύνη. Ε, και; Στο τέλος της ημέρας, όπως θα πει η κυβερνητική προπαγάνδα, ο Μητσοτάκης θα εγγυηθεί τη σταθερότητα.

Η κυβέρνηση αυτή έχει ωφελήσει το κεφάλαιο όσο καμία άλλη στη μεταπολιτευτική περίοδο. Φορολογικές ελαφρύνσεις για μεγάλες επιχειρήσεις, απορρύθμιση της εργασίας, αποδυνάμωση συλλογικών συμβάσεων, εκτόξευση της επισφαλούς απασχόλησης, δημόσιο χρήμα σε λίγους και ισχυρούς, παντελής απονεύρωση ελεγκτικών μηχανισμών. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, η στέγη γίνεται απρόσιτη, η καθημερινότητα για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ασφυκτική.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κυνισμός δεν είναι ένα λάθος. Λειτουργεί ως εργαλείο. Ένα εργαλείο που επιδιώκει να μετατοπίσει το πρόβλημα από τη δομή στην ατομική ευθύνη. Αν δεν βγαίνεις με 800 ευρώ, φταις εσύ. Τι θέλεις να σου δώσουμε τσάμπα σπίτι; Αν δεν βρίσκεις σπίτι, δεν προσπάθησες αρκετά. Αν εξαντλείσαι, «έτσι είναι η ζωή δύσκολη». Ο κυνικός λόγος απονομιμοποιεί το κοινωνικό αίτημα πριν καν διατυπωθεί πλήρως.

Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα σοκ. Ένα σοκ που παραλύει, προκαλεί τα μουδιάσματα που προανέφερα. Όταν η εξουσία μιλά χωρίς κανένα ίχνος ενσυναίσθησης, σπάει ένα άγραφο κοινωνικό συμβόλαιο: ότι, έστω και προσχηματικά, θα προσποιηθεί πως μας κατανοεί, μας ακούει, έχει ευθύνη να μας φροντίσει.

Αυτό το σπάσιμο του συμβολαίου δεν είναι τυχαίο όπως δεν είναι και η τυχαία η επιθετικότητα στελεχών στα ΜΜΕ (δείτε Βούλτεψη και Γεωργιάδη), σε συνθήκες που προστάζουν τουλάχιστον ταπεινότητα από την πλευρά της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση έχει κάνει την επιλογή της επίδειξης ισχύος «μπορούμε να το πούμε έτσι, και δεν θα μας συμβεί τίποτα»;

Το ερώτημα είναι αν ο κυνισμός είναι συνειδητή στρατηγική ή αποτέλεσμα αποθράσυνσης εξαιτίας της απόστασης της κυβέρνησης από την κοινωνία και της πεποίθησης πως τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετούν νυχθημερόν θα διασφαλίσουν την ισχύ τους.

Η απάντηση ίσως βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία, πρόκειται για μια εξουσία που αισθάνεται ισχυρή, πολιτικά θωρακισμένη, με θεσμούς, ΜΜΕ και οικονομικά συμφέροντα σε ευθυγράμμιση. Από την άλλη, ο κυνισμός λειτουργεί και πειθαρχικά όμως.

Δηλαδή εκπαιδεύει την κοινωνία στη χαμηλή προσδοκία, στην αποδοχή του «there is no alternative» (δεν υπάρχει εναλλακτική λύση). Εδώ οι ευθύνες της αντιπολίτευσης για την αποθράσυνση της κυβέρνησης είναι μεγάλες.

Το πυρ που ανοίγουν τα κυβερνητικά στελέχη κάθε φορά επιστρατεύοντας τον κυνισμό, φαίνεται να προσανατολίζεται σε μία κοινωνική – επαγγελματική ομάδα, ενώ στην πραγματικότητα είναι απέναντι σε όλη την κοινωνία.

Η κ. Αλεξοπούλου, με το «το τζάμπα πέθανε», δεν απευθύνεται μόνο στους εκπαιδευτικούς. Απευθύνεται σε όλους: εργαζόμενους – ες, νέους ες, άνεργους. Τους λέει ότι η εποχή των δικαιωμάτων έχει τελειώσει και ότι όποιος δεν αντέχει, περισσεύει. Είναι μια ωμή ταξική δήλωση, ειπωμένη χωρίς φόβο, σχεδόν με περηφάνια.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τέτοιες δηλώσεις προσβάλλουν. Προφανώς και προσβάλλουν. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουν να περνούν ως «ατυχείς εκφράσεις» ή αν θα αναγνωριστούν ως αυτό που είναι: η κανονικοποίηση ενός λόγου που νομιμοποιεί την κοινωνική βία. Γιατί όταν η εξουσία μιλά κυνικά, δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα. Την διαμορφώνει.

Και τότε, το «το τζάμπα πέθανε» παύει να είναι απλά μια προειδοποίηση. Γίνεται πολιτική.  Γίνεται επίθεση προς όλες και όλους. Ας μην ξεχνάμε όμως, πως οι μεγαλύτερες ασκήσεις κυνισμού έγιναν πάνω στις ζωές των προσφύγων. Όταν ο σημερινός υπουργός μετανάστευσης έλεγε πως «χωρίς νεκρούς δεν μπορούμε να έχουμε επιτυχημένη φύλαξη συνόρων», όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδεχόταν τα θανατηφόρα pushbacks στο CNN. Κάποτε θα ερχόταν και η σειρά μας να ακούσουμε πως αν δεν μπορούμε να ζήσουμε με 800 ευρώ, είναι πρόβλημα μας γιατί «το τζάμπα πέθανε».

TVXS