Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύνταγμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύνταγμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Διακοσμημένο ψεύδος

του Παντελή Μπουκάλα

Ολα τα ’χε η αστυνομία, η φιλοσοφία τής έλειπε. Και ιδού που μετά τον Διαλεκτικό Υλισμό, από τον οποίο πέρασε μισό φεγγάρι και ο κ. Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ότε ήτο «κάθετος» σοσιαλιστής πασοκικού τύπου, μας προέκυψε ο Αδιάλλακτος Ξυλισμός.

Που έχει και το μανιφέστο του βεβαίως, με κρυπτικό τίτλο: Σχέδιο Διαχείρισης Δημόσιων Υπαίθριων Συναθροίσεων. Δύο τυπογραφικά το σύνολο. Ισως επειδή, αν κρίνουμε και από το μνημόνιο, που δεν πρόκαμε να το διαβάσει, έως εκεί θα φτάνει η αναγνωστική αντοχή του υπουργού ΠΡΟΠΟ. Ναι, πολύ καλύτερα να υποδεικνύεται το τρανό αξίωμά του με το αρκτικόλεξο. Ετσι δεν φαίνεται το σαδιστικά φενακιστικό «Προστασία του Πολίτη».

«Το 2021 η αστυνομία αλλάζει. Θα γίνει η ΕΛ.ΑΣ. του 21ου αιώνα. Εξωστρεφής, σύγχρονη, ευέλικτη, αποτελεσματική. Από τη στολή μέχρι την ψυχή», ανήγγειλε ο κ. Χρυσοχοΐδης με μεσσιανικό ενθουσιασμό. Τόσα επίθετα, «θετά παιδιά της συμμορφώσεως και του διακοσμημένου ψεύδους», για να θυμηθούμε τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Αλλά πουθενά το μοναδικό επίθετο που συνεχίζουμε να περιμένουμε από τα γεννητούρια της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, το 1974: δημοκρατική. 

Τη δημοκρατική αστυνομία περιμένουμε. Αυτήν που δεν θα ψηφίζει σε υψηλότατα ποσοστά οτιδήποτε το ακροδεξιό, της ναζιστικής Χρυσής Αυγής συμπεριλαμβανομένης. Αυτήν που δεν θα δέρνει ανελέητα και ανεξέλεγκτα. Δεν θα σκευωρεί έπειτα εναντίον των ξυλοκοπηθέντων, φορτώνοντάς τους «αντίσταση κατά της αρχής» και άλλα τινά, μόνο και μόνο για να τους ταλαιπωρεί μέχρις εξουθενώσεως στα δικαστήρια. Δεν θα σου κόβει πρόστιμο, τώρα με την πανδημία, επειδή σε βλέπει να κρατάς τον «Ριζοσπάστη», κι ας επιστρέφεις νομιμότατος από το νοσοκομείο, όπου έσπευσες εθελοντής αιμοδότης.

Το επίθετο «δημοκρατική» δεν το θυμήθηκε ο κ. Χρυσοχοΐδης. Θα το θεώρησε περιττό. Δεν είναι. Το Σύνταγμα δεν περιττεύει ποτέ. Ας αφαιρέσουν λοιπόν οι κατασκευαστές του Σχεδίου Διαχείρισης Δημόσιων Υπαίθριων Συναθροίσεων δυο-τρία σκιτσάκια από το μανιφέστο, που μοιάζει με καταστατικό εξωραϊστικού συλλόγου, κι ας βάλουν στη θέση τους χωρία του Συντάγματος εντός πλαισίου και με μεγάλα γράμματα: 

«Αρθρο 11: Oι Ελληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Αρθρο 5: Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Αρθρο 14: O Τύπος είναι ελεύθερος. H λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται». Με υποσημείωση: Οι αστυνομικοί συντάκτες δεν είναι συντάκτες της αστυνομίας.

Καθημερινή

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Με τις παλιές καλές «συνταγές της μαμάς»



του Παν. Δ. Παναγιώτου (Παν Παν)
Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι είναι βασικό και κρίσιμο στοιχείο για τον δημοκρατικό χαρακτήρα ενός πολιτεύματος. Δεν είναι «πολυτέλεια». Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «ενόχληση» και ως υπονόμευση της «κανονικότητας». Δυστυχώς αυτή η «κουλτούρα» προωθείται συστηματικά από τη Ν.Δ. και άλλα κέντρα επιρροής. Και εντάσσεται, βέβαια, σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο συρρίκνωσης και αποψίλωσης της δημοκρατίας.
Το Σύνταγμα και το ΣτΕ με αποφάσεις του αναγνωρίζουν ότι περιορισμοί και απαγορεύσεις είναι αποδεκτά μόνο όταν υπάρχει σοβαρός –και αιτιολογημένος– κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια ή περίπτωση υπέρμετρης διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής μιας πόλης.
Προφανώς, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος, το δικαίωμα της συνάθροισης δεν προϋποθέτει… άδεια, υποχρεωτική αναγγελία ή προληπτικό έλεγχο από την Αστυνομία. Ο κάθε εκτελεστικός νόμος του Συντάγματος, που ρυθμίζει την άσκηση ενός δικαιώματος, οφείλει με τη νομοθετική και διοικητική ρύθμιση που επιχειρεί να κατοχυρώνει το δικαίωμα, να διευκολύνει την άσκησή του και όχι να το υπονομεύει εμπράκτως, όπως κάνει ο σημερινός νόμος της Ν.Δ. Εμφανής στόχος του είναι ο περιορισμός των διαδηλώσεων.
Αντίθετα, θα 'πρεπε να προστατεύει τον διαδηλωτή, που δεν καταθέτει μόνο «γνώμη», αλλά ασκεί και «πίεση» προς την πολιτική εξουσία, προφανώς, με νόμιμα μέσα. Και να δημιουργεί σαφές πλαίσιο κανόνων συμπεριφοράς, λειτουργίας ορίων της Αστυνομίας, με βάση το συνταγματικό και το νομοθετικό δημοκρατικό περιβάλλον της χώρας. Δυστυχώς, ο νόμος της Ν.Δ. κάνει ό,τι μπορεί για να δυσκολέψει και να αποτρέψει την άσκηση του δικαιώματος. Σκεφτείτε μόνο την… αντικειμενική «αστική ευθύνη» του οργανωτή!
Δεν είναι τυχαίο ότι το σχέδιο νόμου κρίθηκε σε πολλά σημεία του αντισυνταγματικό από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, τη Συντονιστική Επιτροπή των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας και την Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Επίσης, αντίθετες στον νόμο είναι σχεδόν όλες οι συνδικαλιστικές και κοινωνικές ενώσεις. Ακόμα και η Γενική Συνομοσπονδία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η ΓΣΕΒΕΕ!
Και όλα αυτά συμβαίνουν όταν δεν υπάρχει κανένα «νομικό κενό» για την αντιμετώπιση φαινομένων βιαιοπραγιών, περιουσιακών καταστροφών, με ρίψη μολότοφ ή με άλλα μέσα άσκησης βίας. Και εν πάση περιπτώσει, διαφόρων παραβατικών και έκνομων συμπεριφορών, καθώς αντιμετωπίζονται από την κοινή ποινική νομοθεσία μας. Οχι μόνο επαρκώς αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και καθ’ υπερβολήν. Ακόμα και για τις διαδηλώσεις των 50 ατόμων υπάρχει ήδη από το 2013 σχετική ρύθμιση (για να μην πλήττεται το εμπορικό κέντρο), που μάλιστα έχει εφαρμοστεί από την αστυνομία σε αρκετές περιπτώσεις…
Αρα, γιατί αυτός ο συγκεκριμένος περιοριστικός εκτελεστικός νόμος του άρθρου 11 του Συντάγματος; Και γιατί αυτή η επιμονή; Εξάλλου, η αυταρχική κυβερνητική πολιτική της διάλυσης διαδηλώσεων με δυσανάλογα μέσα δεν εμποδίστηκε ποτέ από την έλλειψη του… εκτελεστικού του Συντάγματος νόμου! Το είδαμε και την περασμένη Πέμπτη.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια «έκτακτη» νομοθεσία, με σκοπό να «θωρακίσει» την κυβέρνηση από κοινωνικές διαμαρτυρίες εν όψει ενός «καυτού» φθινοπώρου και χειμώνα. Δεν νομοθετεί η κυβέρνηση «εν κενώ». Με «κάλυψη» την «αναστάτωση» που προκαλούν οι διαδηλώσεις και οι κινητοποιήσεις σε άλλες κοινωνικές ομάδες, επιχειρεί να εμφανίσει έναν εκτελεστικό νόμο «κοινής λογικής» και αποδοχής, που στην ουσία πλήττει τον πυρήνα του δικαιώματος της συνάθροισης. Ετσι εξοβελίζουν από τη δημοκρατική πολιτική ζωή του τόπου ό,τι θεωρούν ότι δεν χωράει στη δική τους προκατασκευασμένη συντηρητική και αυταρχική «κανονικότητα» που διεκδικεί μια ανύπαρκτη «αυθεντία» εξ ορισμού.
Φοβούμαι ότι πρόκειται για κάτι περισσότερο από μια αντισυνταγματική ρύθμιση του άρθρου 11 για το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, εάν συνδυαστεί και με το άρθρο 19 του νέου νόμου, με τον τίτλο «Διεύθυνση Πρόληψης της Βίας». Ιδρύεται μια νέα δομή-υπηρεσία, που υπάγεται απευθείας στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, της οποίας στόχος για πρώτη φορά γίνεται –με σκόπιμη ασάφεια προς τον παρόν– η «ριζοσπαστικοποίηση». Παραπέμπει στο «δόγμα Βορίδη». Δηλαδή μια παρέμβαση στους μηχανισμούς του κράτους ώστε να μην ξανάρθει η Αριστερά στην εξουσία σε καμία της μορφή.
Η ουσία και ο συνδυασμός των επιλογών αυτών είναι η προετοιμασία για μια πολύ σκληρή πολιτική σύγκρουση, λόγω κοινωνικής και οικονομικής πόλωσης. Εχει επίσης σοβαρά στοιχεία συρρίκνωσης της δημοκρατίας.
Ολα αυτά κάθε άλλο παρά αισιόδοξα είναι για τη χώρα και τους Ελληνες πολίτες, σε μια πολλαπλά κρίσιμη περίοδο. Κρίμα για τη στάση του ΚΙΝ.ΑΛΛ. και ορισμένων προσωπικοτήτων με προοδευτική ιστορική πορεία στον δημόσιο βίο. Αρνούνται με νομικές ακροβασίες και κατασκευές να δουν την πολιτική εικόνα της επιστροφής μιας σκληρής συντηρητικής Δεξιάς «νέας κοπής», που αξιοποιεί τις «παλιές καλές συνταγές της μαμάς»…
EFSYN

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Η επίθεση Θεοδωρικάκου στο Σύνταγμα και την Τοπική Αυτοδιοίκηση


του Στέφανου Καραμούτσιου
Μπορεί η απαγόρευση των διαδηλώσεων, η αστυνομική βία, η χειραγώγηση του τύπου να είναι σοβαρότατα θέματα και να απαιτούν την εγρήγορση κάθε δημοκρατικού πολίτη από την συντηρητική δεξιά μέχρι την ριζοσπαστική αριστερά όμως το ΜΕΓΑ ΘΕΜΑ για το οποίο υπάρχει απόλυτη σιωπή και ελάχιστοι πολίτες το γνωρίζουν είναι όσα θεσπίζονται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση χωρίς καμιά αντίδραση.
Γιατί στην Τοπική Αυτοδιοίκηση ο φασισμός συνάντησε τον σταλινισμό στο πρόσωπο ενός πρώην Κνίτη, του κ. Θεοδωρικάκου, ο οποίος από τη στιγμή που ανέλαβε το υπουργείο των Εσωτερικών και με το πρόσχημα της κυβερνησιμότητας έχει καταστρατηγήσει κάθε έννοια του συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης αλλά και του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας.
Το τελευταίο νομοθετικό τερατούργημα, μετά την εκ των υστέρων ακύρωση της λαϊκής ετυμηγορίας, είναι η θέσπιση διάταξης με την οποία τα κατώτερα θεσμικά όργανα του δήμου, όπως πχ οι Οικονομικές Επιτροπές, υπερισχύουν των υπέρτερων, που είναι τα δημοτικά συμβούλια, τις αποφάσεις των οποίων μπορεί να καταργούν!!! Αυτό συνέβη πρόσφατα στο δήμο Ιωαννίνων, όπου την απόφαση που πήρε το δημοτικό συμβούλιο για τον οδοφωτισμό ήλθε και την ακύρωσε η Οικονομική Επιτροπή του δήμου, ένα κατώτερο και διορισμένο από τον δήμαρχο όργανο.
Και όχι μόνο την ακύρωσε αλλά χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση πια του δημοτικού συμβουλίου υπέγραψε με την περιφέρεια σύμβαση να ανατεθεί ο οδοφωτισμός σε ιδιώτη. Και το ζήτημα δεν είναι, αν ο οδοφωτισμός γίνει από τον ιδιώτη ή από τον δήμο αλλά για το ποιος αποφασίζει γι αυτό. Αν η ουσιαστική κατάργηση του δημοτικού συμβουλίου, του ανώτερου οργάνου σε ένα δήμο, που είναι ένα όργανο αντίστοιχο της Bουλής  δεν συνιστά κατάφωρη παραβίαση κάθε έννοιας συνταγματικής νομιμότητας, τότε, άραγε, τι συνιστά συνταγματική εκτροπή; Δεν απομένει παρά να αποφασίζουν τα τανκς!
Ποτέ στην πολιτική ιστορία αυτού του τόπου δεν συνέβησαν τέτοιες εκτροπές, που αποτελούν θανάσιμο κτύπημα σε ένα από τα πιο σημαντικά βάθρα της δημοκρατίας που είναι η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Δεν χρειάζεται να αναλυθεί σε ποιους επικίνδυνους ατραπούς μπαίνουν οι δήμοι, όπου ιστορικά έχουμε φαινόμενα διαφθοράς και κακοδιοίκησης, όταν η αρμοδιότητα για μια σειρά από θέματα που έχουν άμεση σχέση με οικονομικά ζητήματα είναι στα χέρια ελάχιστων ανθρώπων, χωρίς κανέναν έλεγχο και δημοκρατική νομιμοποίηση.
TVXS

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Τότε δεν διάβαζαν τα μνημόνια, σήμερα δεν διαβάζουν το σύνταγμα


Η ψήφιση του νομοσχεδίου για τον περιορισμό των διαδηλώσεων από την κυβέρνηση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αναστέλλει αυτονόητες δημοκρατικές ελευθερίες που βρίσκονται στον πυρήνα του Συντάγματος και των διεθνών συνθηκών και συνδέεται άμεσα με το φόβο για τις επιπτώσεις της νέας φτωχοποίησης. 
Η ψήφιση μάλιστα από τα δύο κόμματα που κυριάρχησαν στο πολιτικό σκηνικό της μεταπολίτευσης υπενθυμίζει ότι οι λαϊκές αντιδράσεις για τη χρεοκοπία κλόνισαν ανεπανόρθωτα το πολιτικό κατεστημένο και οδήγησαν σε ανακατατάξεις. Μόλις η ομαλότητα επανήλθε στη χώρα και οι "νόμιμοι ιδιοκτήτες" στην εξουσία, ο νόμος μοιάζει με την εκδίκηση απέναντι στο λαϊκό παράγοντα που αμφισβήτησε την "ιδιοκτησία" τους και απέναντι στην Αριστερά που βρέθηκε στο προσκήνιο αντλώντας δύναμη από τους κοινωνικούς αγώνες, στους οποίους πρωταγωνίστησε. 
Ο περιορισμός του θεμελιώδους δημοκρατικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι, έχει την έννοια της περιφρούρησης της "εξουσίας" και της ιδεολογικής ηγεμονίας, αντιγράφοντας αυτούσιο το ανοσιούργημα της χούντας, από το 1971, όπως έχει διαπιστωθεί σε πλέον υψηλότατο επίπεδο, παραβιάζει τον "πυρήνα" των δημοκρατικών ελευθεριών του Συντάγματος.

Ο αρμόδιος υπουργός Μιχάλης Χρυσοχοϊδης είναι η πλέον εμφατική επιβεβαίωση του φόβου ενός παλιού πολιτικού προσωπικού που βρέθηκε στο περιθώριο λόγω των ευθυνών για τη χρεοκοπία και προσπαθεί να επανακάμψει ως προστάτης του δόγματος "νόμου και τάξης" σε μια υπερσυντηρητική κυβέρνηση. Μοιάζει να εκδικείται και προσωπικά την κοινωνία, που του έδειξε την έξοδο επειδή ψήφιζε χωρίς να διαβάζει τα μνημόνια, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει. Επανήλθε "από το παράθυρο" αλλά αυτή τη φορά φέρνει νομοσχέδια χωρίς να διαβάζει το... Σύνταγμα. 
Ακόμη χειρότερο, να επιχειρηματολογεί χαρακτηρίζοντας τα δικαιώματα "αναχρονισμούς" ή να περιγράφει ως νομικά επιλήψιμη τη "ριζοσπαστικοποίηση", με ουργουελική και μετεμφυλιακή αντίληψη. Έχει ήδη διαγράψει πορεία ενός χρόνου σκληρής καταστολής, αστυνομοκρατίας,  απρόκλητης κρατικής βίας, ειδικά σε βάρος των νέων, ακόμη και με αφορμή την πανδημία.  Από κοντά το ΚΙΝΑΛ, με την ίδια αγωνία και στέρηση για τις θέσεις εξουσίας που μάλιστα η ηγεσία επικαλείται τον Ανδρέα τη στιγμή που διαγράφει όλη του την κληρονομιά και ολοκληρώνει τη ρήξη του με τη δημοκρατική παράταξη. Η ταύτιση, παρά τα προσχήματα, με τις πιο αντιδραστικές θέσεις της ΝΔ, δεν μπορεί να κρύψει τον εκρηκτικό και αυτοκαταστροφικό ετεροκαθορισμό προς το ΣΥΡΙΖΑ.
Η δημοκρατική διολίσθηση, που συναντά τη σφοδρή αντίδραση του νομικού και δικαστικού κόσμου της χώρας, εκφράζει την αγωνία ενός πολιτικού συστήματος που παλεύει να διασωθεί ή να εδραιωθεί. Αν η κοινωνία αντιδρά, τόσο χειρότερο για τη δημοκρατία. 
TVXS

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Πρώτα το άλογο, μετά το κάρο

Γράφει ο Τάσος Παππάς

Πολλές προσδοκίες είχε καλλιεργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για τη συνταγματική αναθεώρηση. 
Πίστευε ή ήλπιζε (υπάρχει διαφορά) ότι θα μπορούσε να αλλάξει ορισμένες από τις βασικές κατευθύνσεις του πλαισίου εντός του οποίου λειτουργεί η κοινοβουλευτική (μετα)δημοκρατία:.. είτε προωθώντας νέες ρυθμίσεις πολύ πιο προοδευτικές από τις υπάρχουσες, είτε εμπλουτίζοντας κάποιες που κινούνται σε θολό τοπίο και «σηκώνουν» διάφορες ερμηνείες, είτε εξαλείφοντας τις πιο παρωχημένες που έχουν επιβιώσει στον καταστατικό χάρτη παρά την προφανή τους αναντιστοιχία με την εποχή.
Υποτίμησε τους συσχετισμούς και υπερεκτίμησε τη δύναμή του. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ κατώτερο των στόχων που είχε βάλει κι αυτό ήταν αναμενόμενο για κάθε παρατηρητή που δεν κάνει το λάθος να μπερδεύει την επιθυμία του με την πραγματικότητα. Δεν αρκεί να θέλεις κάτι, πρέπει και να μπορείς να το πετύχεις. Είναι η κλασική διαφορά ανάμεσα στον βολονταρισμό και τον ρεαλισμό.
Η θρησκευτική προσήλωση στη μία ή την άλλη επιλογή έχει δυσμενείς συνέπειες. Οταν καθοδηγείσαι από τον βολονταρισμό, διατρέχεις τον κίνδυνο να ηττηθείς κατά κράτος. Οταν υποκλίνεσαι δουλικά στον ρεαλισμό, μπορεί να χάσεις την ταυτότητά σου, να μεταλλαχθείς και να μετατραπείς σε άθυρμα.
Το ζητούμενο είναι η σωστή αναλογία, η οποία προκύπτει από μια σφαιρική ανάλυση της κατάστασης που επιδιώκεις να αλλάξεις και από την ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων που υπάρχουν και δημιουργούν ευκαιρίες, έχουν όμως και περιορισμούς. Πώς να το κάνουμε, δεν γίνεται να ξεκινήσει η διαδικασία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού μιας κοινωνίας από το Σύνταγμα. Σκόπιμη υπερβολή και εξηγούμαι: η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ περιείχε ορισμένες προοδευτικές θέσεις, τόσο όμως προοδευτικές και τόσο ριζοσπαστικές που δεν ήταν δυνατόν να αποκτήσουν συνταγματικό εκτόπισμα στη σημερινή φάση. Οι πολιτικοί και κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί δεν επέτρεπαν τομές μεγάλης έκτασης και βάθους.
Για παράδειγμα: η εισαγωγή και η ενίσχυση κοινωνικών δικαιωμάτων, η προστασία της εργασίας, η εγγύηση για αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, η απαγόρευση της ιδιωτικοποίησης του νερού και της ενέργειας, η θεσμική κατοχύρωση της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, η αναγνώριση της υποχρέωσης ίσης αμοιβής για ίση εργασία ανεξάρτητα από την ηλικία, είναι προτάσεις που ούτε η Δεξιά ούτε η Κεντροαντιαριστερά θα μπορούσαν να δεχτούν και να ψηφίσουν. Είναι κόντρα στις αντιλήψεις τους στο οικονομικό πεδίο και παράγουν, αν προωθηθούν, ένα κατά τη γνώμη τους ελευθεριάζον κλίμα με το οποίο διαφωνούν διαρρήδην γιατί υποτίθεται ότι πλήττει τις παραδόσεις.
Στα λόγια και οι δεξιοί και οι κεντροαντιαριστεροί είναι ούλτρα φιλελεύθεροι και ευρύχωροι, στην πράξη όμως είναι τελείως διαφορετικοί. Θα πει κάποιος ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδιζε τις εκλογές θα είχε την απαραίτητη δύναμη να αναθεωρήσει προς την κατεύθυνση που ήθελε το Σύνταγμα. Ναι, αυτό θα ήταν δυνατόν, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και βασικά άρθρα του Συντάγματος και νόμοι έχουν τυπική αξία και μπορούν να ερμηνευτούν με τέτοιο τρόπο ώστε να ακυρώνεται το περιεχόμενό τους.

Για παράδειγμα: Είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στον νόμο; Θεωρητικά ναι. Ρωτήστε όμως έναν απλό πολίτη που είχε διαφορές οικονομικού ή άλλου χαρακτήρα με κάποιον μεγαλόσχημο με άκρες στην πολιτική εξουσία και στις οικονομικές ελίτ αν βρήκε το δίκιο του στα δικαστήρια.
«Ολες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό» αναφέρει το άρθρο 1. Ισχύει κάτι τέτοιο; Ρωτήθηκε ο λαός όταν μπήκαμε στην ΕΟΚ; Ρωτήθηκε ο λαός όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ; Και, το κυριότερο, ρωτήθηκε ο λαός για το 1ο Μνημόνιο; Κατά τ’ άλλα, οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό. Συμπέρασμα: Προοδευτικές αλλαγές στο Σύνταγμα χωρίς την πίεση μαζικών κινημάτων δεν γίνεται να έχουμε. Τα κινήματα διεκδίκησης δίνουν το εναρκτήριο λάκτισμα, αυτά καλλιεργούν το έδαφος και έπεται η θεσμική κατοχύρωση. Πρώτα το άλογο, μετά το κάρο! Οχι ανάποδα.
efsyn

Σύνταγμα και διακρίσεις: εν δυο με το δεξί



του Κώστα Παπαϊωάννου*
Η καταψήφιση της αναθεώρησης του άρθρου 5 παρ. 2 του Συντάγματος για την απαγόρευση των διακρίσεων είναι μια ευκαιρία χαμένη. 
Υπενθυμίζεται πως στη σημερινή του μορφή το 5 παρ. 2 προβλέπει «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο».
Η πλειοψηφία της βουλής έκρινε ότι δεν χρειάζεται ρητή αναφορά σε άλλους λόγους διάκρισης, φύλο, αναπηρία, σεξουαλικό προσανατολισμό, ταυτότητα και χαρακτηριστικά φύλου. Ωστόσο, μια ανοιχτή θεώρηση μπορούσε να τείνει προς την κατεύθυνση της εναρμόνισης του Συντάγματος με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα για τα δικαιώματα του ανθρώπου και της διασφάλισης του μέγιστου δυνατού πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων όλων όσοι διαβιούν στην ελληνική επικράτεια. Υπενθυμίζεται πως στον σχετικό διάλογο είχαν κατατεθεί τέτοιες προτάσεις αναθεώρησης, όπως της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, «ώστε να διευρυνθεί η ήδη προβλεπόμενη απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων, κατά τρόπο που να περιλαμβάνει και την προστασία – επιπλέον των ήδη προβλεπόμενων λόγων διάκρισης – και από κάθε διάκριση λόγω χρώματος, αναπηρίας, ηλικίας, φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας φύλου ή χαρακτηριστικών φύλου, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, συμμετοχής σε εθνική μειονότητα, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης, σύμφωνα με τα διεθνή και τα ευρωπαϊκά πρότυπα για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου» (βλ. ΕΕΔΑ, Προτάσεις για την Αναθεώρηση του Συντάγματος 7 Φεβρουαρίου 2019).
Πώς το Σύνταγμα συνομιλεί με την κοινωνία
Μερικούς μήνες πίσω, τον Ιανουάριο 2019, η στάση της ΝΔ δια του Κ. Τασούλα, εισηγητή στην επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης, ήταν ότι το θέμα του σεξουαλικού προσανατολισμού καλύπτεται από τα όσα προβλέπει το 5.1 του Συντάγματος «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Είχε λοιπόν θεωρηθεί πλεονάζουσα η ρητή αναφορά στην προστασία δικαιωμάτων που απορρέουν από τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, που είχε προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Ο σχετικός προβληματισμός εστιάζεται σε δυο επίπεδα. Το ένα είναι ο επιθυμητός βαθμός προστασίας σε σχέση με πιθανές «περιπλοκές» που θα μπορούσε να δημιουργήσει η προταθείσα αναθεώρηση. Αναφέρομαι ειδικά σε πιθανές προσφυγές, επί παραδείγματι εναντίον των ενόπλων δυνάμεων και της Ελλαδικής Εκκλησίας, για διακρίσεις. Πιθανή «ανεπιθύμητη» περιπλοκή θα ήταν φυσικά και η προσφυγή κατά της απαγόρευσης του γάμου ομοφύλων. Εδώ, με γνώμονα τη συνείδησή του, ο κάθε βουλευτής έπρεπε να κάνει τις αναγκαίες επιλογές και σταθμίσεις.
Το άλλο επίπεδο είναι βέβαια το συμβολικό, διακηρυκτικό, παιδαγωγικό. Το πώς δηλαδή το Σύνταγμα συνομιλεί με την κοινωνία, πώς ο συνταγματικός νομοθέτης δίνει ή δεν δίνει ένα ισχυρό σήμα κατά των διακρίσεων. Κατά τη διαδικασία φαίνεται πως δεν επιχειρήθηκε να βρεθεί ο συνδυασμός εκείνος που θα επέτρεπε να διευρυνθεί το πεδίο απαγόρευσης των διακρίσεων με παράλληλες προβλέψεις για την απρόσκοπτη λειτουργία τομέων όπως οι ένοπλες δυνάμεις (σε σχέση επί παραδείγματι με την αναπηρία). Επελέγη η απλή μέθοδος της μη διεύρυνσης.
Φοβικό, στενόκαρδο, λάθος μήνυμα
Το μήνυμα που εκπέμπεται όμως είναι λάθος. Είναι μήνυμα φοβικό, στενόκαρδο. Το νομοθετικό μας σώμα αποστρέφει τα μάτια από την καθημερινή, βιωμένη πραγματικότητα πολλών χιλιάδων ανθρώπων που υφίστανται διακρίσεις, άλλοι επειδή είναι ΛΟΑΤΚΙ, άλλοι λόγω αναπηρίας ή καταγωγής ή για άλλον λόγο. Και οι διακρίσεις αυτές δεν είναι ψιλά γράμματα, δεν κινούνται στο επίπεδο κάποιας ιδιοτροπίας ή πολυτέλειας. Ξεκινούν από την παιδική ηλικία κάποιου, μπορεί να διαρκούν μέχρι το θάνατό του. Οι διακρίσεις, ο στιγματισμός, η βία, η διαφορετική μεταχείριση εκδηλώνονται στα πιο οικεία περιβάλλοντα, στο οικογενειακό, το σχολικό, στις σπουδές, στον στρατό, στην εργασία. Οι διακρίσεις και η ρητορική του μίσους είναι εκεί, τοξικές, στο δημόσιο λόγο, στα μέσα μεταφοράς, στα ΜΜΕ.
Η Βουλή επέλεξε κατά πλειοψηφία να αποστρέψει το βλέμμα. Επέλεξε να πει «προστατεύονται ήδη, αρκεί να μην προκαλούν τα χρηστά ήθη». Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς πώς ακούγεται αυτό σε μια κοινωνία εξόχως πατριαρχική και ανδροπρεπή, όπου ανθεί η βίαιη επιβολή της έμφυλης δύναμης, ο εθνοφυλετισμός και το νταηλίκι. Μια κοινωνία που δεν έχει καθόλου αναμετρηθεί με τον casual σεξισμό της καθημερινότητας και την απαξίωση του ανάπηρου σώματος.
Η πλειοψηφία της Βουλής έδωσε λάθος μήνυμα. Γιατί οι βουλευτές που καταψήφισαν είχαν την ευκαιρία να βοηθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Να ενισχύσουν τη θεσμική θωράκιση της καταπολέμησης των διακρίσεων, το πλαίσιο προστασίας για όσους παλεύουν καθημερινά για το σεβασμό στην προσωπικότητά τους. Δυστυχώς, όμως, κάναμε ένα βήμα πιο κοντά στην μισάνθρωπη ξενοφοβική περιχαράκωση που εκπέμπεται από την Ουγγαρία του Όρμπαν και την Ιταλία του Σαλβίνι. «Εις το όνομα του Θεού και της Οικογένειας». Και η ΝΔ έκανε ένα ακόμα βήμα προς τη μετάλλαξή της. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός της σύντομα θα αποτελεί κρύο ανέκδοτο.
* O Κ. Παπαϊωάννου είναι εκπαιδευτικός, πρ. Γενικός Γραμματέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πρ. Πρόεδρος ΕΕΔΑ
εποχη

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Νεοφιλελεύθεροι ναι, φιλελεύθεροι όχι, με τίποτα...

Όχι ότι θα ’πρεπε να περιμένει κανείς το σύνταγμα για να το διαπιστώσει. Όμως ο συνταγματικός χάρτης της χώρας παραείναι σοβαρή υπόθεση. Ώστε να περάσουν στο ντούκου οι εξόφθαλμοι πολιτικοί αναχρονισμοί τους οποίους επέβαλε τελικά η Ν.Δ.
του Βασίλη Πάικου
Αξίζει, στ’ αλήθεια, να μελετήσει κανείς με προσοχή τις θέσεις της Ν.Δ. επί της συνταγματικής αναθεώρησης. Όλα εκείνα που εισηγήθηκε, αλλά κι εκείνα που απέρριψε. Εκείνα που υπερψήφισε και που, μιας και διαθέτει την πλειοψηφία, τελικά θεσμοθετήθηκαν. Με τη συνδρομή και του ΚΙΝ.ΑΛΛ. στις περισσότερες των περιπτώσεων, μην ξεχνιόμαστε. Γιατί, βέβαια, το σύνταγμα και οι προβλέψεις του δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερες, επ’ ουδενί. Έχουν στίγμα και χρώμα και πρόσημο. Που εκφράζουν, αντιπροσωπεύουν και χαρακτηρίζουν ασφαλώς τους συντάκτες τους...
Πριν από περίπου τρία χρόνια ξεκίνησε η συνταγματική αναθεώρηση. Με πολλές φιλοδοξίες, με περισσότερες προσδοκίες και με όραμα. Ότι τουλάχιστον θα ανταποκριθεί, αυτή τη φορά, στα ώριμα αιτήματα της κοινωνίας. Και στις ανάγκες των καιρών. Για να καταλήξει σήμερα, με την ολοκλήρωσή της, πραγματική σκιά τους εαυτού της. Μια ισχνή, χλωμή, άτολμη, μίζερη, ακραία συντηρητική αναθεώρηση.
Για να καταγραφεί έτσι ως μια ακόμη χαμένη μεγάλη ευκαιρία. Μετά από κείνες του 2001 και του 2008. Ευκαιρία να εκσυγχρονιστεί, επιτέλους, ο καταστατικός χάρτης της χώρας. Συμπορευόμενος με τις αντικειμενικές απαιτήσεις της εποχής και των επιταγών της. Βλέπετε, όταν ξεκίνησε η αναθεωρητική διαδικασία, η πρωτοβουλία των κινήσεων, στην πρώτη, στην προ-αναθεωρητική Βουλή, ανήκε στην Αριστερά. Ενώ είναι η Δεξιά που ανέλαβε την ολοκλήρωσή της στη δεύτερη, στην αναθεωρητική Βουλή. Είναι κι αυτή μια από τις συνέπειες, ίσως η σοβαρότερη, ως προς το αρνητικό πολιτικό της βάρος, της ψήφου των Ελλήνων στις 7 Ιουλίου του 2019...
Και να πεις ότι η κυβερνώσα τότε Αριστερά προχώρησε σε ιδιαιτέρως τολμηρές, σε βαθιά ριζοσπαστικές τομές. Όπως θα της επέβαλλε το δικό της αξιακό σύστημα. Ούτε κατά διάνοια. Έτσι ώστε δέχτηκε γι’ αυτό, και εξακολουθεί να δέχεται, αυστηρή κριτική από μερίδα των στελεχών όσο κι από τον κόσμο της. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σεβάστηκε απολύτως την αρχή σύμφωνα με την οποία «η σύνταξη όσο και η αναθεώρηση του συντάγματος θα πρέπει να εκφράζει την ισορροπία των πολιτικών και των κοινωνικών δυνάμεων της χώρας τη συγκεκριμένη στιγμή».
Είναι εξάλλου το ίδιο το σύνταγμα που, καθώς προβλέπει την αναθεωρητική διαδικασία δοκιμαζόμενη σε δύο συνεχόμενες Βουλές, ζητά (απαιτεί) την αποτύπωση του συνδυασμού των -πιθανότατα διαφορετικών- συσχετισμών των πολιτικών και των κοινωνικών δυνάμεων. Με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του «αξιακού σκόντου» της Αριστεράς ότι, σε σχέση με τον ρόλο της Εκκλησίας στην πολιτειακή δομή, περιορίστηκε στην πρόταση για «ουδετερόθρησκο Κράτος». Αντί του πλήρους διαχωρισμού Πολιτείας - Εκκλησίας, στον οποίον πιστεύει...

Ακόμη και στο σύνταγμα;

Ε, λοιπόν, έρχεται σήμερα η Ν.Δ., με τη συνδρομή του ΚΙΝ.ΑΛΛ. της Φώφης Γεννηματά πάντα, αλλά και με την «ταυτοτικού χαρακτήρα» συμπόρευση με την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, να μην αφήσει τίποτε όρθιο. Τίποτε απολύτως. Σε σχέση με τον ρόλο της ελλαδικής Εκκλησίας διατηρεί στο ακέραιο το μεσαιωνικών αντιλήψεων δίδυμο σχήμα του «θρησκευόμενου κράτους και της πολιτευόμενης Εκκλησίας». Ενώ αρνήθηκε τη συνταγματική κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών σχεδόν στο σύνολό τους. Αρκεί να λογαριάσει κανείς ότι βρέθηκαν σήμερα 178 βουλευτές του ελληνικού Κοινοβουλίου που καταψήφισαν την απαγόρευση των διακρίσεων ανάμεσα στους πολίτες. Την απαγόρευση διακρίσεων λόγω φύλου, ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, ακόμη και την ίση αμοιβή για ίση εργασία ανεξαρτήτως ηλικίας.
Η σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία απέρριψε επίσης την καθολική πρόσβαση των πολιτών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Κι ακόμη τη συνταγματική δέσμευση ότι μονάχα μέσω των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ορίζεται ο κατώτατος μισθός. Και, φυσικά, ούτε λόγος για την κατοχύρωση του δημόσιου χαρακτήρα του νερού και της ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι, απλώς, ενδεικτικά όλ’ αυτά. Ενδεικτικά του ιδεολογικού προσανατολισμού και των αντίστοιχων πολιτικών σχεδιασμών της Δεξιάς και των συμμάχων της.
Ας ψάξει όθεν όποιος θέλει να ανακαλύψει σχέσεις και συνάφειες των ως άνω επιλογών με τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Το έχουμε πει και ξαναπεί. Η σημερινή Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος αυτοπροβάλλεται ως φιλελεύθερος κεντροδεξιός, μονάχα στον οικονομικό φιλελευθερισμό πιστεύει, σ’ αυτόν ομνύει και αυτόν προωθεί. Κατά τη νεοφιλελεύθερη μάλιστα εκδοχή του.
Με τον πολιτικό φιλελευθερισμό καμία σχέση. Καμία απολύτως. Όχι ότι θα ’πρεπε να περιμένει κανείς το σύνταγμα για να το διαπιστώσει. Όμως, πώς να το κάνουμε, ο συνταγματικός χάρτης της χώρας παραείναι σοβαρή υπόθεση. Ώστε να περάσουν στο ντούκου οι εξόφθαλμοι πολιτικοί αναχρονισμοί τους οποίους επέβαλε τελικά η Ν.Δ.
Άσε που, πέρα από τις ιδεολογικού χαρακτήρα αγκυλώσεις, στις επί της αναθεώρησης επιλογές της Δεξιάς κυριάρχησε και ο κοντόφθαλμος μικροκομματισμός. Καθώς η υπερψηφισθείσα σχετική διάταξη ευτελίζει τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας επιβάλλοντας την εκλογή του ακόμη και με την, μικρότερη των 151 ψήφων, σχετική πλειοψηφία. Ενώ από την άλλη επιτρέπει -διόλου αθώες ασφαλώς- ασάφειες στην τροποποίηση του περί ευθύνης υπουργών άρθρου 86. Αρνούμενη την προταθείσα ερμηνευτική του άρθρου δήλωση, διά της οποίας θα αποκλειόταν η παραγραφή του αδικήματος της δωροδοκίας υπουργών, διαπραχθέντος πριν από το 2015. Οπότε... καταλαβαινόμαστε.
Και... καλά, βρε παιδιά, στα νομοθετήματα τα οποία εισάγετε κάθε τόσο στη Βουλή βλέπουμε και ξαναβλέπουμε «φωτογραφικές διατάξεις» που βγάζουν μάτι. Αλλά και στο σύνταγμα; Στο σύνταγμα;

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Καλώς ήρθαμε ξαφνικά στον Μεσαίωνα


του Κώστα Αρβανίτη
Καλώς ήρθαμε ξαφνικά στον Μεσαίωνα. «Δεν είμαστε ρατσιστές, αυτοί είναι μαύροι. Δεν είμαστε ρατσιστές, αυτοί είναι ομοφυλόφιλοι. Αυτοί είναι Εβραίοι, αριστεροί, κίτρινοι, διαφορετικοί…» είναι το μήνυμα που στέλνουν ορισμένοι σήμερα.
Είναι αυτό που φοβόμασταν. Πρόκειται για μια συνέπεια της πολιτικής του λεγόμενου «ευρωπαϊκού τρόπου ζωής» και της προστασίας του. Ποιος τον ορίζει; Οι κύριοι απέναντι, οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί Μεταρρυθμιστές. Και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο.
Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμεί να επιβάλει πολιτικές δημοσιονομικού περιεχομένου και τραπεζών, το καταφέρνει. Στην Ελλάδα επέβαλε 3 μνημόνια. Γιατί δεν μπορεί να επιβληθεί σε ζητήματα ουσίας και δημοκρατίας;
Όλοι πρέπει να έχουμε το δικαίωμα να ζούμε σε αυτή την Ευρώπη· οι ψηλοί, οι κοντοί, οι ομοφυλόφιλοι, οι άσπροι, οι μαύροι… Δεν είναι δυνατόν να επιτρέψουμε να επιβληθεί αυτή η ατζέντα.
Κλείνοντας, χθες, η ελληνική Βουλή απέρριψε την πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος ώστε όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου να έχουν τα ίδια δικαιώματα. 177 βουλευτές, από τον χώρο της Δεξιάς αλλά και Σοσιαλδημοκράτες, είπαν όχι.
Και αυτό είναι ντροπή.
tvxs

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Η συνταγματοποίηση της ακραίας φτώχειας


του Δημήτρη Καρέλλα*
Όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε το 2015, τη στιγμή που τα αποτελέσματα των δύο πρώτων μνημονίων έπαιρναν την μορφή οξείας ανθρωπιστικής κρίσης, έπρεπε να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετώπιζε τη διαλυτική παρουσία της λεγόμενης (νεοφιλελεύθερης από την εποχή της Θάτσερ) κοινωνίας των 2/3 : το 35,7% του πληθυσμού βρισκόταν σε «κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού». Δηλαδή, περίπου 3,6 εκατομμύρια άνθρωποι είτε ζούσαν στο όριο της λεγόμενης «σχετικής φτώχειας», με ετήσιο εισόδημα για μονοπρόσωπο νοικοκυριό μέχρι 4.512 ευρώ ή μια οικογένεια με 2 παιδιά κάτω των 14 ετών με 9.677, ενώ μπορεί να αντιμετώπιζαν και σοβαρές υλικές στερήσεις ή/και ζούσαν σε νοικοκυριά χωρίς εργαζόμενα μέλη ή με χαμηλή ένταση εργασίας. Το ποσοστό αυτής της φτώχειας βρισκόταν στο 21,4% του πληθυσμού και της παιδικής φτώχειας στο 26,6%.
Μέσα σε αυτούς τους αριθμούς, μισοκρυβόταν μια ακόμη πιο τρομακτική πραγματικότητα: περίπου 700.000 άνθρωποι αντιμετώπιζαν μιαν άλλη, επίσημα αταξινόμητη, φτώχεια, τη λεγόμενη «ακραία» με την οποία περιγράφεται η έλλειψη βασικών αγαθών πρώτης ανάγκης που διασφαλίζουν την επιβίωση. Με απλά λόγια: αυτοί οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν πείνα, έλλειψη πόσιμου νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, στέγης ή φαρμάκων. Ο πρώτος-πρώτος νόμος εκείνης της κυβέρνησης, επέλεξε να αντιμετωπίσει αυτήν την κατηγορία φτώχειας, με την προπληρωμένη Κάρτα Αλληλεγγύης για την αγορά τροφής και βασικών αγαθών, την επιδότηση ενοικίου και την δωρεάν παροχή ηλεκτρικής ενέργειας. Γιατί ό,τι υπήρχε ήταν μια πιλοτική εφαρμογή σε 13 Δήμους ενός μοντέλου ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (ΕΕΕ) της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, κακοσχεδιασμένο, χωρίς κεντρική στήριξη, χωρίς προετοιμασία στις κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων, χωρίς πρόβλεψη κόστους για πανεθνική εφαρμογή, το οποίο πρόσθετε απίστευτη ταλαιπωρία τους ήδη ταλαιπωρημένους δυνάμει δικαιούχους του.
Δύο γραμμές για την φτώχεια
Μετά, μπήκαμε στις σκληρές μνημονιακές διαπραγματεύσεις. Η διαρκής πίεση του ΔΝΤ ήταν η εφαρμογή του ενός δοκιμασμένου αλλού, ακραιφνώς νεοφιλελεύθερου, σχήματος ΕΕΕ στο πλαίσιο ενός ακραιφνώς νεοφιλελεύθερου οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου, όπου η κοινωνία του 1/3 σε διαρκή κίνδυνο κινδύνευε να εξελιχθεί σε κοινωνία του 1/2 με τη συνεχιζόμενη φτωχοποίηση. Η πρόταση ήταν για χρήση του 0,5% του ΑΕΠ, περίπου 900 εκατομμύρια, ως χρηματικό επίδομα σε όσους βρίσκονταν στην ακραία φτώχεια και…τίποτα άλλο, πέραν ευχολογίων για μείωση ανεργίας, καθώς άλλα επιδόματα που αφορούσαν αυτό το τμήμα του πληθυσμού (αναπηρίας, οικογενειακά, θέρμανσης κ.λπ) θα ενσωματώνονταν σε αυτό το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Διαδοχικές μελέτες της Παγκόσμιας Τράπεζας μονότονα υποδείκνυαν αυτό το δρόμο.
Η επιλογή για την εφαρμογή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ) ως προσεκτικής προσπάθειας για τη στήριξη των φτωχότερων των φτωχών, εντασσόταν σε ένα πλέγμα πολιτικών που περιλάμβανε την καθολική δωρεάν πρόσβαση των 2,5 εκατομμυρίων ανασφάλιστων στο σύστημα Υγείας, την κάλυψη των έκτακτων αναγκών με τα διαδοχικά Κοινωνικά Μερίσματα, τη δωρεάν ματακίνηση ανέργων, το επίδομα ενοικίου, την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων πρώτης κατοικίας και την αξιοποίηση κάθε ευκαιρίας για μείωση της ανεργίας. Επομένως, το ΚΕΑ ήταν και είναι ένα (ας μου επιτραπεί η έκφραση: έξυπνο) σχήμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος που από μόνο του μπορούσε μεν να παράσχει στοιχειώδη αξιοπρέπεια στους ανθρώπους σε ακραίες συνθήκες αλλά αδυνατούσε να τους «ωθήσει» έξω από τα όρια της φτώχειας. Γιατί αυτό που χρειάζεται για κάτι τέτοιο είναι ο συνδυασμός σταθερής δουλειάς, καλής αμοιβής, πλέγματος παροχών για κάλυψη αναγκών όπως υγεία, στέγη, μετακινήσεις, ανατροφή παιδιών, εκπαίδευση, ψυχαγωγία. Δηλαδή, η κρατική/κοινωνική εγγύηση μιας πραγματικά αξιοπρεπούς ζωής, μια εγγύηση συνολικής προσέγγισης αναγκών.
Ολική νεοφιλελεύθερη επαναφορά
Αντ’ αυτού, με αόριστες αλλά περιοριστικές διατυπώσεις («…το κράτος μεριμνά για την διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των πολιτών μέσω ενός συστήματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος»), η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να συνταγματοποιήσει μιαν αντίληψη περί ΕΕΕ η οποία σε συνδυασμό με την υπόλοιπη πολιτική της που διευκολύνει την εύκολη ανεργία λόγω έλλειψης συλλογικών συμβάσεων, την κακοπληρωμένη δουλειά, την ιδιωτικοποίηση τμημάτων ή και ολόκληρων των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης, θα παγιώσει την κοινωνία των 2/3, όπου το 1/3 θα βρίσκεται σταθερά σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Διότι το προς εφαρμογή μοντέλο υλοποιεί τις προτάσεις του ΔΝΤ, βρίσκεται στις εξαγγελίες Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη την 15.09.2019 («..όσοι ζουν σήμερα κάτω από το όριο της φτώχειας -και  δυστυχώς είναι πολλοί- θα κερδίσουν από την επέκταση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, στο οποίο θα ενσωματώνονται όλα τα βασικά επιδόματα…») και έχει κοστολογηθεί 1 δισ. ευρώ – ή αλλιώς το 0,5 του ΑΕΠ του ΔΝΤ!
Παραβλέπουν το γεγονός ότι σε καμία χώρα της Ευρώπης, ακόμη και τις πιο φιλικές νεοφιλελεύθερες, τα προγράμματα ΕΕΕ δεν απορροφούν επιδόματα που στοχεύουν αλλού, όπως π.χ. στη στήριξη του παιδιού και της οικογένειας. Σε όλες τις περιπτώσεις, αποτελεί το τελευταίο δίχτυ ασφαλείας και λειτουργεί συμπληρωματικά προς το υπόλοιπο πλέγμα επιδομάτων και υπηρεσιών. Η ιδεολογία και η πρακτική τους δεν ενοχλείται από το σίγουρο γεγονός ότι πολλά νοικοκυριά στα οποία θα μειώνονταν οι κοινωνικές παροχές προς όφελος της χρηματοδότησης του ΕΕΕ δεν θα μπορούσαν να ενταχθούν καν σε αυτό, καθώς θα εξακολουθούσαν να έχουν υψηλότερα εισοδηματικά κριτήρια από αυτά της ακραίας φτώχειας. Αντίθετα, είναι έτοιμοι για περαιτέρω φτωχοποίηση πληθυσμού, να «φτιάξουν» όπως ήδη προβλέπουν 800.000 δικαιούχους για το ΕΕΕ, τη στιγμή που το ΚΕΑ ξεκίνησε με περίπου 650.000 δικαιούχους και λόγω των συνδυασμένων πολιτικών που αναφέρθηκαν που πιο πάνω σήμερα οι δικαιούχοι του σήμερα βρίσκονται στις 480.000.

Η κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όσα εμπόδια και να συναντούσε για να μπει σε εφαρμογή και όσες αντιφάσεις και να κουβαλούσε, έχει αφήσει ανακουφιστικό αποτύπωμα στους δείκτες φτώχειας της χώρας που πέφτουν κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα: από το 21,4% το 2014 βρέθηκε στο 18,5% το 2017 και η παιδική φτώχεια από το 26,6 στο 22,7, χωρίς να έχουν μετρηθεί ακόμα τα αποτελέσματα από τη συνεχή μείωση της ανεργίας (2018-2019), το επίδομα ενοικίου (2019), τα σχολικά γεύματα (2018-2019), το Κοινωνικό Μέρισμα του 2018. Πράγμα που αποτυπώθηκε και πολιτικά στις εκλογές του Ιουλίου 2019, με την εντυπωσιακή ταύτιση του αριθμού των ανέργων δικαιούχων του ΚΕΑ με τον αριθμό των ανέργων που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ.
Επομένως, θα είναι ένα θέμα για τη ΝΔ να βρει τρόπο διείσδυσης στα κοινωνικά στρώματα που στηρίχθηκαν από την προηγούμενη κοινωνική πολιτική και κρατούν τον ΣΥΡΙΖΑ στο 31,5%. Θα χρειαστεί κάτι παραπάνω από λόγια και σίγουρα δεν θα την βοηθήσει η καθιέρωση ενός συστήματος αντιμετώπισης της φτώχειας που εγκλωβίζει περισσότερο κόσμο σε αυτήν. Αφήστε που ετοιμάζεται να συνταγματοποιήσει ένα τέτοιο μοντέλο ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, ένα από τα χειρότερα δυνατά, την ίδια στιγμή που σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν φουντώσει η συζήτηση και τα πιλοτικά προγράμματα για την καθιέρωση ενός βασικού εισοδήματος για όλους/ες χωρίς προϋποθέσεις, τα οποία πρέπει να αρχίσουμε να διερευνούμε. Κατά τα άλλα, τα αυτάρεσκα συγχαρητήρια μεταξύ των μελών της κυβέρνησης και τα δοξαστικά σχόλια από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα της κυβερνητικής προπαγάνδας είναι αυτά που δε αφήνουν να ακουστούν οι καγχασμοί του ΔΝΤ.
Οι δοκιμασμένες «επιτυχίες» των νεοφιλελεύθερων
Οι Γ. Βρούτσης και Β. Κεγκέρογλου, αρμόδιοι για το θέμα στην κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, συχνά –πυκνά επιτίθενται στο ΣΥΡΙΖΑ ότι με το ΚΕΑ τους «χάλασε» ένα εξαιρετικό πρόγραμμα που είχε ξεκινήσει πιλοτικά το Νοέμβριο 2014 και τελείωσε τον Απρίλιο 2015.
Επειδή εξ όνυχος τον λέοντα, αντιγράφουμε από τη σύνοψη συμπερασμάτων της αξιολόγηση του προγράμματος από το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ) τον Δεκέμβριο 2015:
«…Απόκλιση ανάμεσα στους στόχους και την υλοποίηση του προγράμματος. Ο σχεδιασμός προέβλεπε συνδυασμό εισοδηματικής ενίσχυσης, κοινωνικής (επαν)ένταξης και επαγγελματικής (επαν)ένταξης. Καθώς υλοποιήθηκε μόνο το πρώτο…χάθηκε η ευκαιρία να αποτελέσει το πιλοτικό ΕΚΕ ολοκληρωμένο πρόγραμμα συστηματικής αντιμετώπισης του κοινωνικού αποκλεισμού των δικαιούχων του…χάθηκε η ευκαιρία καταγραφής των αναγκών των δικαιούχων…»
Η διαφορά με το ΚΕΑ βγάζει μάτι. Ο τρίτος πυλώνας του ΚΕΑ, το βασικό εργαλείο για να αποφευχθεί η παγίδα της φτώχειας και να προωθηθεί η επανένταξη, προβλέπει τη, με στοχευμένο τρόπο, συμμετοχή του 10% των ανέργων δικαιούχων σε προγράμματα απασχόλησης. Πάνω από 12.000 είχαν τέτοια εμπειρία μέχρι σήμερα, ενώ είχε δρομολογηθεί η αύξηση του ποσοστού στο 20%, δηλαδή σε πάνω 50.000 ανέργους.
Προσθέτουμε μια από τις αρκετές παρατηρήσεις, της πάντα ευγενικής στις εκφράσεις, Παγκόσμιας Τράπεζας στη δική της αξιολόγηση (Δεκέμβριος 2015): «…Το πιλοτικό πρόγραμμα υπέφερε από την αξιοσημείωτη έλλειψη ενημέρωσης τόσο προς τον κόσμο όσο και μεταξύ κεντρικής και αυτοδιοικητικών κυβερνήσεων…οι Δήμοι δεν ενημερώνονταν για την εξέλιξη και την κατάσταση του προγράμματος…οι κατευθυντήριες γραμμές προς τους Δήμους διανεμήθηκαν πολύ μετά την έναρξη του προγράμματος…» (υπογράμμιση δική μας).
* Ο Δ. Καρέλλας είναι τέως Γενικός Γραμματέας Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Το σύνταγμα στα μέτρα τους, το πολίτευμα στα σκουπίδια


Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει αμέτρητες αντιθεσμικές συμπεριφορές της κυβέρνησης ΝΔ, ήδη από τους πρώτες μήνες της διακυβέρνησής της, με εμφανή την αλαζονεία των «νόμιμων ιδιοκτητών της χώρας». Όμως η κορυφαία όλων είναι η έπαρση και η έλλειψη στοιχειώδους πολιτειακής ευαισθησίας και πολιτικής ευθύνης, με την οποία αντιμετωπίζει τη συνταγματική αναθεώρηση, τόσο σε επίπεδο θεσμικής κατοχύρωσης του πολιτεύματος όσο και σε επίπεδο τιμής του πολιτικού συστήματος.
Ανάμεσα στις πολλές γκρίζες ζώνες της αναθεώρησης, όπως για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις σχέσεις κράτους εκκλησίας, το αλαλούμ με την ψήφο των ομογενών, ξεχωρίζει το άρθρο 86 για την ποινική ασυλία των Υπουργών. Η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να προσθέσει μια ερμηνευτική διάταξη για το διαχωρισμό των αδικημάτων που τελούνται κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία των καθηκόντων του Υπουργού. Έτσι σε αυτά συμπεριλαμβάνει το αδίκημα της δωροδοκίας, διαιωνίζοντας δηλαδή την επαίσχυντη και ηθικά κολάσιμη ασυλία που παρέχεται τους Υπουργούς. Προστατεύει συνταγματικά τη διαφθορά και εξευτελίζει την τιμή, όχι μόνο της ίδια της ΝΔ, αλλά συνολικά του πολιτικού συστήματος.
Κορυφαία απρέπεια αυτής της Αναθεώρησης είναι επίσης η επιμονή της ΝΔ να προτείνει εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας με σχετική πλειοψηφία, άρα με αριθμό μικρότερο ακόμη και των 150 βουλευτών. Έτσι ενώ για 45 χρόνια το Σύνταγμα - του ιδρυτή της ΝΔ - επιφυλάσσει για τον αρχηγό του κράτους ευρείες πολιτικές συναινέσεις και προϋποθέτει πρόσωπο κοινής αποδοχής, προκειμένου να του παράσχει ισχυρή πολιτική και κοινωνική αποδοχή, πηγαίνουμε στο άλλο άκρο: 
Αυτό της ανάδειξης ενός Προέδρου της Δημοκρατίας μέσω μιας στενής κομματικής διαδικασίας που αφαιρεί από το κύρος του θεσμού, τον καθιστά «διορισμένο» από την τρέχουσα εκτελεστική εξουσία και δεν του παράσχει τις νομικές και πολιτικές εγγυήσεις να λειτουργήσει ως ρυθμιστής του πολιτεύματος. Η ανάδειξη του πρώτου πολίτη της χώρας με τους όρους που μπορεί να περάσει και το τελευταίο ασήμαντο νομοσχέδιο, υπονομεύει το θεσμό του Προέδρου και την ίδια τη φυσιογνωμία του Πολιτεύματος. Πρόκειται για μια διάταξη που δεν επαφίεται μόνο στο κομματικό συμφέρον αλλά, όπως συζητείται, επιχειρεί να αντιμετωπίσει και τα εσωκομματικά προβλήματα της ΝΔ ενόψει της εκλογής Προέδρου, με τις διαφορετικές τάσεις για τον «γαλάζιο» υποψήφιο, καθιστώντας τη μεθόδευση, επιεικώς θλιβερή. 
Η ΝΔ εκτός από τη δική της θεσμική ασέβεια δείχνει να κουβαλά και την φθαρμένη αντίληψη συνολικά του παλιού πολιτικού προσωπικού για τη συνταγματικά τάξη καθώς η πορεία του  καταστατικού χάρτη μετά την αναθεώρηση του '85 μοιάζει να προσαρμόζεται διαρκώς στους επίκαιρους πολιτικούς συσχετισμούς και τα στενά συμφέροντα κάθε κυβέρνησης και όχι να υπηρετεί την εξέλιξη και προσαρμογή του πολιτικού συστήματος στα νέα δεδομένα. Ως αποτέλεσμα η αναθεώρηση αυτή, όπως και όλες οι τελευταίες, αντιμετωπίζει το Σύνταγμα με όρους μικροπολιτικούς αλλά πλέον ανοίγει πολύ επικίνδυνους δρόμους για τη δημοκρατική ομαλότητα στη χώρα. Και η ιστορία φαίνεται πως θα γράψει μια ακόμη χαμένη ευκαιρία για ένα προοδευτικό Σύνταγμα. 
TVXS

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Ήταν κάποτε μια φιλόδοξη αναθεώρηση...



Αλλιώς ξεκίνησε η συνταγματική αναθεώρηση, αλλιώς εξελίσσεται κι εντελώς αλλιώς θα καταλήξει. Καθώς απαιτούνται, ως γνωστόν, δύο Βουλές για την ολοκλήρωσή της.
του Βασίλη Πάικου
Και στις δύο αυτές Βουλές οι πολιτικοί συσχετισμοί είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι. Στην πρώτη, την προ-αναθεωρητική, με κυβερνητική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ, σχεδιαζόταν μια φιλόδοξη αναθεώρηση με «υψηλόφρονες» στόχους. Αναθεώρηση θεσμικά προοδευτική και κοινωνικά ευαίσθητη. Ενώ στη δεύτερη, στην παρούσα Βουλή, την αναθεωρητική, με πλειοψηφία Ν.Δ., βρισκόμαστε μπροστά στην απειλή της πλήρους συντηρητικής αναδίπλωσης...
Ευτυχώς να πεις που η Ν.Δ. είναι υποχρεωμένη να περιοριστεί στις διατάξεις τις κριθείσες από την προηγούμενη Βουλή ως αναθεωρητέες. Και δεν μπορεί να προσθέσει δικές της. Όπως, για παράδειγμα, το άρθρο 16 για χάρη των ιδιωτικών πανεπιστημίων ή το άρθρο 24 με σκοπό τη διευκόλυνση του αποχαρακτηρισμού των δασικών εκτάσεων.
Μπορεί όμως να τροποποιήσει (ή και να ανατρέψει) την αναθεωρητική κατεύθυνση των προς αναθεώρηση διατάξεων. Ή και κάποιες απ’ αυτές να τις ακυρώσει ολωσδιόλου. Και θα πρέπει να θεωρείται απολύτως βέβαιο πως θα το κάνει. Και εδώ, επ’ αυτού ακριβώς, θα κριθεί ο πολιτικός (και ο ιδεολογικός εν προκειμένω) προσανατολισμός του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Δεδομένου ότι για τις διατάξεις που στην προαναθεωρητική Βουλή εγκρίθηκαν με 151 ψήφους απαιτούνται σήμερα τουλάχιστον 180. Και οι δικές της βουλευτικές ψήφοι, ακόμη και μαζί μ’ εκείνες της «Ελληνικής Λύσης» του Βελόπουλου, δεν επαρκούν.
Αν κρίνει κανείς δε από την ήδη διεξαγόμενη σχετική συζήτηση, η Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη αντιμετωπίζει την αναθεώρηση του συντάγματος και με κριτήρια τρέχουσας επικαιρότητας. Κι ας πρόκειται για τον καταστατικό χάρτη της χώρας, που δεν θα μπορεί ν’ αλλάξει και πάλι πριν από την παρέλευση τουλάχιστον δεκαετίας.
Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Όπου επιδιώκει τώρα τη δυνατότητα εκλογής του ακόμη και με 151 ψήφους. Αντίθετα με ό,τι υποστήριζε παλαιότερα ο αρχηγός της. Λογική η οποία, εκτός των άλλων, καταργεί τη βασική συνταγματική πρόβλεψη για υπερκομματικό ανώτατο άρχοντα, οδηγώντας σε στενά κομματική επιλογή. Και τούτο μόνο και μόνο επειδή επίκειται η εκλογή Προέδρου...
Καρικατούρα...

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η προσπάθεια της Ν.Δ. να διαφοροποιήσει προς τα κάτω, από 200 σε 180, τον αριθμό των βουλευτικών ψήφων, των απαιτούμενων για την άμεση εφαρμογή του όποιου εκλογικού συστήματος νομοθετείται. Προκειμένου, με τη συνδρομή του ΚΙΝ.ΑΛΛ., να καταργήσει άμεσα το ψηφισμένο ήδη σύστημα της απλής αναλογικής. Το ενδιαφέρον εν προκειμένω έγκειται στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για αναθεωρητέα συνταγματική διάταξη. Θα το επιχειρήσει τελικά; Αν το κάνει, θα πρόκειται, απλώς, για πολιτικό πραξικόπημα.
Από ’κεί και πέρα είναι βέβαιο πως η Ν.Δ. δεν προτίθεται να υπερψηφίσει την προς αναθεώρηση διάταξη περί «ουδετερόθρησκου» κράτους. Έχει άλλωστε δεσμευτεί ο ίδιος ο πρωθυπουργός ενώπιον του αρχιεπισκόπου ότι δεν πρόκειται ν’ αλλάξει το παραμικρό στις σχέσεις Πολιτείας - Εκκλησίας. Το ίδιο ισχύει και προκειμένου για την επίσης αναθεωρητέα περί δεσμευτικότητας του πολιτικού όρκου διάταξη.
Δεν φαντάζομαι ότι μπορεί να υπάρχει κάποιος που να πιστεύει πως η Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη θα συναινέσει στην κατοχύρωση του δημόσιου χαρακτήρα του νερού και της ηλεκτρικής ενέργειας. Κι ας έχει η σχετική διάταξη κριθεί αναθεωρητέα από την προηγούμενη Βουλή. Οι εξόφθαλμοι κυβερνητικοί σχεδιασμοί σχετικά με το μέλλον της ΔΕΗ, αλλά και η περί «φθηνού νερού» επιδέξια προετοιμασία της κοινής γνώμης, βοούν περί των προθέσεων των σήμερα κυβερνώντων.
Και δεν φαντάζομαι, από την άλλη, να πιστεύει κανείς ότι ο Μητσοτάκης θα υπερψηφίσει την «καθολική πρόσβαση στις υπηρεσίες Υγείας». Ή την εξασφάλιση «αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης» για όλους τους πολίτες. Ή την κατοχύρωση «των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του ελάχιστου μισθού». Ή ακόμη τη διευκόλυνση της «διενέργειας δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία»...
Πρόκειται για κάποια μονάχα από τα αναθεωρητικά δεδομένα τα ψηφισμένα από την πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ της προαναθεωρητικής Βουλής. Τα οποία δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα περιπέσουν τώρα στα αζήτητα. Μιας και βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση προς τα θεμέλια της υπερσυντηρητικής από τη μια, της νεοφιλελεύθερης από την άλλη πολιτικής ταυτότητας της σημερινής πλειοψηφίας. Βρισκόμαστε έτσι μπροστά σε μια στεγνή και φθηνή και άνευρη και μίζερη διαδικασία. Μ’ άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια καρικατούρα συνταγματικής αναθεώρησης...