Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποιος δεν είδε τα παιδιά στην Κυψέλη;

 



Η κάλυψη της υπόθεσης μετατρέπει την εγκληματική φρίκη σε θέαμα, κατασκευάζει «τέρατα» και αφήνει στο περιθώριο το κρίσιμο ερώτημα, πώς τα παιδιά αυτά παρέμειναν αόρατα στους μηχανισμούς προστασίας;

 

της Χριστιάνας Στυλιανού

Λίγες σκέψεις με αφορμή την υπόθεση της Κυψέλης, όπου εντοπίστηκε μέσα σε βαλίτσα η κατεψυγμένη σορός ενός βρέφους περίπου εννέα μηνών. Αρχικά τα περισσότερα μέσα έκαναν λόγο για «έμβρυο», ενώ τα νεότερα ευρήματα αναφέρουν βρέφος που έφερε πολλαπλά τραύματα.

Παράλληλα, στο διαμέρισμα βρίσκονταν τρία ανήλικα παιδιά, ανάμεσά τους μία έγκυος δεκαπεντάχρονη, με τις Αρχές να διερευνούν πλέον τις συνθήκες ζωής και τις ενδεχόμενες κακοποιήσεις που υπέστησαν.

Η φρίκη του γεγονότος είναι αδιαμφισβήτητη. Το ερώτημα, όμως, είναι πώς μετατρέπεται σε θέαμα: «σπίτι της φρίκης», «σατανισμένο μωρό», «κατεψυγμένο έμβρυο μέσα σε βαλίτσα», «ανατριχιαστικές αποκαλύψεις», ακόμη και ανεπιβεβαίωτα σενάρια περί αιμομιξίας και μαστροπείας.

Η είδηση δεν είναι το γεγονός καθαυτό, αλλά η αφήγηση που κατασκευάζεται γύρω από αυτό. Στο όνομα της ενημέρωσης δημοσιοποιήθηκαν ακόμη και εξαιρετικά ευαίσθητα δεδομένα για τα τρία ανήλικα παιδιά, όπως η εγκυμοσύνη της 15χρονης, ο υποσιτισμός τους, καθώς και πληροφορίες ότι έχουν διαγνωστεί με σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα –με τα πρώτα ρεπορτάζ να αναφέρουν συγκεκριμένα ότι η 15χρονη και ο εννιάχρονος αδελφός της νοσούν από σύφιλη.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να είναι σημαντικές για τη διερεύνηση της κακοποίησης και της εγκατάλειψής τους, η άκριτη δημοσιοποίησή τους, ωστόσο, μετατρέπει τα ίδια τα παιδιά σε μέρος του θεάματος και τα υποβάλλει σε μια δεύτερη, δημόσια έκθεση.

Ενώ όλα τα φώτα πέφτουν στο νεκρό βρέφος, τα τρία παιδιά που επέζησαν παραδίδονται, μαζί με το ιατρικό και προσωπικό τους ιστορικό, στο αδηφάγο βλέμμα του κοινού.

Τα ΜΜΕ επηρεάζουν την κοινωνική αντίδραση και στη συνέχεια την επανεντάσσουν στο ρεπορτάζ, τροφοδοτώντας έναν διαρκή κύκλο κάλυψης.

Μέσα σε αυτόν τον ανατροφοδοτούμενο κύκλο, η υπόθεση της Κυψέλης περιορίζεται εύκολα σε μια αφήγηση εξατομικευμένης φρίκης, με «τέρατα» και θύματα, ενώ τα ευρύτερα ερωτήματα παραμένουν στο περιθώριο:

Πώς ζούσαν αυτά τα παιδιά; Ποιοι γνώριζαν; Ποιοι θεσμοί απουσίαζαν; Γιατί κανένας μηχανισμός προστασίας δεν ενεργοποιήθηκε εγκαίρως;

Όπως υποστήριζε ο Βρετανός κοινωνιολόγος Στιούαρτ Χολ, οι ιστορίες εγκλήματος οικοδομούνται κυρίως μέσα από τις αστυνομικές, δικαστικές και «ειδικές» πηγές, οι οποίες λειτουργούν ως πρωταρχικοί προσδιοριστές της πραγματικότητας. Έτσι δημιουργείται γρήγορα μια κλειστή αφήγηση με αποτρόπαιες λεπτομέρειες.

Εκείνο που κινδυνεύει να χαθεί είναι το ουσιαστικότερο ερώτημα: πώς μια οικογένεια με τρία παιδιά, ανάμεσά τους μία έγκυο ανήλικη, έζησε για τόσο καιρό σε τέτοιες συνθήκες χωρίς να ενεργοποιηθεί κανένας μηχανισμός προστασίας;

Η εξατομίκευση του κακού προκαλεί αποτροπιασμό. Η διερεύνηση των θεσμικών και κοινωνικών ευθυνών, όμως, μπορεί να αποτρέψει την επανάληψή του.

Η φρίκη, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο μέσα στη βαλίτσα. Βρίσκεται και σε όσα συνέβαιναν επί χρόνια έξω από αυτήν, χωρίς να γίνουν ποτέ είδηση.

Κουτί Πανδώρας