Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Ο Μάρκο Ρούμπιο, η Πνύκα και ο μύθος της «καθαρής» Δύσης

 


Πώς η αμερικανική διπλωματία διαστρεβλώνει την ελληνική αρχαιότητα για να δικαιολογήσει την αυτοκρατορική της πολιτικής.

του Χάρη Φραντζή

Η επιλογή του χώρου δεν ήταν τυχαία. Η ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στον βράχο της Πνύκας, με φόντο τον Παρθενώνα, σχεδιάστηκε ως μια υψηλού συμβολισμού παράσταση. Πίσω όμως από την επιμελημένη σκηνοθεσία και τη μεγαλόστομη επίκληση των «κοινών δυτικών αξιών», η παρέμβαση του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας υπήρξε μια κλασική εθνικιστική εργαλειοποίηση της Ιστορίας. Ο Ρούμπιο δεν προσήλθε στην Αθήνα ως άνθρωπος που στοχάζεται πάνω στο δυτικό πνεύμα, αλλά ως αρχιτέκτονας μιας κατασκευής που επιχείρησε να ενδύσει την πολιτική ισχύος, τον εθνοκεντρισμό και την περιφρόνηση των διεθνών θεσμών με την αίγλη του κλασικού πολιτισμού.

Ο μύθος της πολιτισμικής «καθαρότητας»

Στην καρδιά του λόγου του δεσπόζει μια αντίληψη της ιστορίας που βλέπει μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς έναν σκοπό. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, ο δυτικός πολιτισμός συνιστά μια αδιάσπαστη, ευθύγραμμη σκυταλοδρομία που ξεκινά από την αρχαία Αθήνα, περνά στη Ρώμη, βαπτίζεται στον Χριστιανισμό, ατσαλώνεται στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα και ολοκληρώνεται στην αμερικανική αυτοκρατορία. Πρόκειται για έναν πολιτισμικό ευγονισμό –δηλαδή την πρακτική της επιλεκτικής ανάδειξης συγκεκριμένων ιστορικών στοιχείων εις βάρος άλλων, με σκοπό τη συγκρότηση μιας εξιδανικευμένης και «καθαρής» ταυτότητας– που διαγράφει βίαια τις περιπλοκότητες της πραγματικής ιστορικής εξέλιξης.

Αυτή η αυτάρεσκη μυθολογία προσπερνά το γεγονός ότι ο λεγόμενος δυτικός πολιτισμός υπήρξε πρωτίστως προϊόν διαρκούς αλληλεπίδρασης, μετάφρασης, δανεισμού και σύνθεσης με την Ανατολή.

Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία δεν μεταφέρθηκε στη νεότερη Ευρώπη μέσω κάποιας μυστικιστικής φυλετικής συνέχειας. Ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας επιβίωσαν και γονιμοποίησαν τη σκέψη της Αναγέννησης επειδή το Βυζάντιο, η Βαγδάτη του Οίκου της Σοφίας, ο Αβερρόης και ο Αβικέννας διέσωσαν, μετέφρασαν και ανέπτυξαν την ελληνική γραμματεία. Η άλγεβρα και ο αλγόριθμος του Αλ-Χουαρίζμι, η θεμελίωση της οπτικής φυσικής από τον Ιμπν αλ-Χάιθαμ, αλλά και ο Κανών της Ιατρικής του Ιμπν Σίνα, που αποτελούσε το βασικό εγχειρίδιο των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων έως τον 17ο αιώνα, υπήρξαν οι πραγματικές βάσεις της νεότερης επιστήμης.

Χωρίς την ινδική σύλληψη του μηδενός και το δεκαδικό σύστημα αρίθμησης, η ευρωπαϊκή σκέψη θα παρέμενε εγκλωβισμένη στη δύσχρηστη ρωμαϊκή γραφή, ενώ οι τέσσερις τεχνολογικοί καταλύτες της δυτικής κυριαρχίας –το χαρτί, η τυπογραφία, η πυρίτιδα και η μαγνητική πυξίδα– είχαν κινεζική καταγωγή και συνδυάστηκαν με τον αραβικό αστρολάβο για να καταστήσουν εφικτή την ευρωπαϊκή ναυσιπλοΐα.

Ακόμη και ο αστικός θεσμός του καφέ, που ταυτίστηκε με τα φιλοσοφικά στέκια του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ξεκίνησε ως αυτοφυές φυτό της Αιθιοπίας, καλλιεργήθηκε από τις τάξεις των Σούφι στην Υεμένη και διαμορφώθηκε ως κοινωνική συνήθεια στα καφενεία της οθωμανικής Κωνσταντινούπολης. Το ίδιο και το σκάκι, η κατεξοχήν άσκηση δυτικής στρατηγικής σκέψης, που διάνυσε μια μακρά διαδρομή από την ινδική τσατουράνγκα και την περσική αυλή πριν μετασχηματιστεί στην Ευρώπη. Η Δύση δεν υπήρξε ο αποκλειστικός αυτόχθων γεννήτορας του πολιτισμού, αλλά ένας οικουμενικός μεταβολέας και μεταφραστής ξένων επιρροών.

Οι ρήξεις που η ρητορική αποσιωπά

Η επίκληση της ελληνορωμαϊκής και χριστιανικής παράδοσης ως μιας δήθεν αρμονικής, ευθύγραμμης αλυσίδας παραβλέπει επίσης τις βίαιες εσωτερικές ρήξεις που σημάδεψαν αυτή τη συνάντηση. Ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας δεν ισοπέδωσε απλώς την Αθήνα το 86 π.Χ., αλλά υλοτόμησε τα ίδια τα δέντρα της Ακαδημίας του Πλάτωνα και του Λυκείου του Αριστοτέλη για να κατασκευάσει πολιορκητικές μηχανές, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το βήμα της Πνύκας.

Το λιντσάρισμα της Υπατίας στην Αλεξάνδρεια από φανατισμένο χριστιανικό όχλο, η σταδιακή περιθωριοποίηση και τελική παύση της λειτουργίας της Νεοπλατωνικής Σχολής των Αθηνών υπό τον Ιουστινιανό, με ορόσημο το διάταγμα του 529 μ.Χ., που ανάγκασε επτά Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους να καταφύγουν στην περσική αυλή, αλλά και η καταστροφική λεηλασία της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Φράγκους Σταυροφόρους, αποδεικνύουν ότι οι υποτιθέμενοι τρεις πυλώνες της Δύσης δεν συνυπήρξαν σε μια ειρηνική διαδοχή. Στράφηκαν επανειλημμένα με πρωτοφανή σφοδρότητα ο ένας εναντίον του άλλου, καταστρέφοντας τα ίδια τα πνευματικά θεμέλια που σήμερα η αμερικανική ρητορική επιχειρεί να καπηλευτεί.

Η δημοκρατία ως ιδεολογικό προσωπείο

Η επίκληση της αθηναϊκής δημοκρατίας από τον Ρούμπιο συνιστά το κορύφωμα της πολιτικής υποκρισίας. Η Πνύκα υπήρξε ο χώρος της άμεσης πολιτικής συμμετοχής, της ισηγορίας, του δημόσιου διαλόγου και των αποφάσεων του Αθηναϊκού Δήμου. Αντίθετα, το ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα που εκπροσωπεί η σύγχρονη αμερικανική ηγεσία εξισώνει την απεριόριστη εταιρική χρηματοδότηση των εκλογικών εκστρατειών με την ελευθερία του λόγου, ενώ συγκεντρώνει τις ουσιαστικές αποφάσεις για τον πόλεμο, την οικονομία και τις εξωτερικές επεμβάσεις στις εκτελεστικές υπερεξουσίες του Προέδρου.

Παράλληλα, η προσπάθεια του Ρούμπιο να συνδέσει τους Πατέρες του Αμερικανικού Έθνους με μια αδιάλειπτη λατρεία της αθηναϊκής ισχύος συνιστά ιστορική παραποίηση. Οι συντάκτες των Federalist Papers θαύμαζαν μεν τον ελληνικό πολιτισμό, απέρριπταν όμως το αθηναϊκό δημοκρατικό πρότυπο, φοβούμενοι την οχλοκρατία και τη δημαγωγία. Ο Μάντισον, στο Federalist No. 10, προειδοποιεί για τους κινδύνους των φατριών και της δημαγωγίας, παραπέμποντας έμμεσα στην αθηναϊκή εμπειρία και στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Στα κείμενά τους, η Αθήνα εμφανίζεται κυρίως ως αρνητικό παράδειγμα, ενώ το πρότυπο που υιοθέτησαν ήταν το ρωμαϊκό ολιγαρχικό σύστημα με τα αυστηρά θεσμικά αντίβαρά του.

Η ίδια αντίφαση διατρέχει και την επίκληση της αμερικανικής ιδρυτικής διακήρυξης, καθώς το «όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι» συντάχθηκε από προσωπικότητες που οι ίδιοι ήταν ιδιοκτήτες δούλων.  Όπως ο Χριστιανισμός εργαλειοποιήθηκε ιστορικά για να δικαιολογήσει τη δουλεία και την αποικιοκρατία, έτσι και σήμερα η αμερικανική εξωτερική πολιτική επικαλείται την ελευθερία και τη δημοκρατία ως ιδεολογικό προσωπείο για την επιβολή της γεωπολιτικής της ηγεμονίας.

Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα υπήρξε μια άσκηση ιδεολογικής εργαλειοποίησης της Ιστορίας. Η προσπάθεια να επιστρατευθεί ο αρχαίος ελληνικός κόσμος για να δικαιολογηθεί ένας επιθετικός εθνοκεντρισμός, η στρατιωτικοποίηση και η αποδόμηση των διεθνών κανόνων συνιστά ακριβώς τη μετατροπή της Ιστορίας σε εργαλείο αυτοκρατορικής προπαγάνδας. Ο πραγματικός πολιτισμός δεν υπήρξε ποτέ ένα φοβικό, περιφραγμένο φρούριο, αλλά ένα πεδίο διαρκούς αμφισβήτησης, διαλόγου και αναζήτησης του μέτρου. Η Δύση δεν γεννήθηκε από μια καθαρή φυλετική ή πολιτισμική συνέχεια, αλλά από τη σύνθεση, τη σύγκρουση και τη δημιουργική αφομοίωση ετερογενών παραδόσεων –ελληνικών, ρωμαϊκών, ιουδαϊκών, χριστιανικών, αραβικών, περσικών και κινεζικών.

Κουτί Πανδώρας

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Καταπίνουμε την προσβόλα, κάνουμε γαργάρες και προχωράμε…

 


Aπειλές από την αμερικάνικη πρεσβεία; Αναβίωση της εποχής Πιουριφόι; Δε βαριέσαι καημένε, δώδεκα και ούτε ένα τηλεφώνημα.

του Νίκου Παπαδογιάννη

Πιάνω το νήμα από την αρχή και ως απλός πολίτης διατυπώνω την εξής άποψη. Μία Ελλάδα που σέβεται τον εαυτό της, τη στρατηγική αξία της και την κληρονομιά που παρέδωσε σε αυτόν τον μάταιο κόσμο θα είχε διαμαρτυρηθεί διαπρυσίως στο άκουσμα της φράσης: «Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ νέα πρέσβειρα των ΗΠΑ στη χώρα σας».

Θα είχε, με κάποιον τρόπο, δείξει τη δυσαρέσκειά της. Η Αθήνα σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα για έναν επίδοξο πρεσβευτή, σίγουρα όμως δεν είναι προορισμός αναψυχής από αυτούς που υπάρχουν άφθονοι στο διπλωματικό σώμα.

Βεβαίως, δεν έχουμε κάποιου είδους προνόμιο στη γελοιοποίηση. Και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ζωτικής σημασίας, π.χ. στο Παρίσι και στη Ρώμη, ο φοβερός Τραμπ έστειλε απίθανα πρόσωπα, τα οποία έχουν μοναδικό προσόν το γαμπριλίκι ή το κολλητιλίκι τους με την όχι ακριβώς αγία οικογένεια.

Αναμφισβήτητα υπάρχουν και χειρότερα, όπως η επιλογή ενός αγράμματου (αλλά M.A.G.A.) πρώην ποδοσφαιριστή για τη θέση του πρεσβευτή των ΗΠΑ στις Μπαχάμες. Ας δεχθούμε, όμως, ότι η εξωτερική πολιτική στις Μπαχάμες ασκείται με μαγιό και σαγιονάρες. Άλλο Αιγαίο και στενά του Ορμούζ, άλλο Τρίγωνο των Βερμούδων, Κούρο Σίβο και Θάλασσα των Σαργασσών.

Στις περισσότερες χώρες, οι πρεσβευτές, και ειδικά αυτοί που παραλαμβάνουν πόστα νευραλγικής σημασίας, αναδεικνύονται και επιλέγονται μέσα από το διπλωματικό σώμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, πάλι, στέλνουν παραδοσιακά στις πρεσβείες φαιδρά πρόσωπα, φίλους φίλων, γκόμενες γκόμενων και πάνω απ’ όλα κυρίως χρηματοδότες των προέδρων, για να επιβραβεύσουν τη γενναιοδωρία τους.

Πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα είναι ένα φιλαράκι του Επστάιν, ο 79χρονος δισεκατομμυριούχος Τομ Μπάρακ, που κατηγορήθηκε στο παρελθόν για κατασκοπεία στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και για παρακώλυση δικαιοσύνης στις ΗΠΑ.

Στο Παρίσι υπηρετεί ο Τσαρλς Κούσνερ, πατέρας του γαμπρού του Τραμπ και ένοχος για σειρά κακουργημάτων, ο οποίος κυκλοφορεί ελεύθερος μετά από 14 μήνες κάθειρξης επειδή του έδωσε χάρη αυτός που φαντάζεστε. Στη Ρώμη ο ζάπλουτος μεγαλοεπιχειρηματίας Τίλμαν Φερτίτα, ιδιοκτήτης των Χιούστον Ρόκετς από το ΝΒΑ. Και πάει κλαίγοντας.

Όσο για την ταλαίπωρη Ελλάδα, όπου μέχρι πρόσφατα θήτευαν αποκλειστικά έμπειροι διπλωμάτες για τους προφανείς λόγους, η επιλογή Γκιλφόιλ αναρριχήθηκε στο νούμερο 3 της λίστας της γελοιότητας όπως τη δημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 2024 ο Guardian.

Εκείνος ο Τσούνης μοιάζει πυρηνικός επιστήμονας της ΝΑΣΑ μπροστά της. Μοναχά ο μπαλαδόρος της Καραϊβικής και ο κατάδικος των Παρισίων κρίθηκαν από τη βρετανική  εφημερίδα πιο εξωφρενικές επιλογές.

Η επεξήγηση, αν και οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ και την Ουάσινγκτον δεν την πολυχρειάζονταν: «Μέχρι πρόσφατα αγαπητικιά του μεγαλύτερου σε ηλικία γιου του Τραμπ, του Ντόναλντ τζούνιορ, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ είναι περισσότερο γνωστή για το ταραχώδες προφίλ της στα social media, παρά για τις διπλωματικές της ικανότητες».

H Eλλαδάρα κατάπιε την προσβόλα, αγκάλιασε ολόψυχα το παγκόσμιο καρκατσουλιό και παρέδωσε πρόθυμα τα διπλωματικά μυστικά της σε μία κυρία που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει το δεξί της από το ακροδεξί της και που δεν έχει την παραμικρή σχέση με την πολιτική ή τα κοινά, με εξαίρεση τη βραχύβια θητεία της ως εισαγγελέας στις αρχές του αιώνα.

Τα σαλόνια αγάπησαν την Γκιλφόιλ επειδή είναι ωραία και κομψευόμενη, λες και μιλάμε για κάποιο ντεφιλέ μόδας ή φάλτσα για συναυλία αυτού του Αργυρού.

«Οι Έλληνες είναι τεμπέληδες και τζαμπατζήδες. Χρειάζονται εκπαίδευση και τιμωρία, σαν το σκυλί που κατουράει το χαλί», είχε δηλώσει η Γκιλφόιλ το 2015, τον ίδιο καιρό που η χώρα μας στέναζε κάτω από τα αμερικανόπνευστα Μνημόνια.

Ε, αυτή τη γυναίκα ο Τραμπ την επέλεξε για πρέσβειρα στη γενέτειρα των τεμπελχανάδων. Ο Μητσοτάκης και ο συν αυτώ συρφετός την υποδέχθηκαν με βάγια και η χαριτόβρυτη Κιμ έγινε παράγοντας της πολιτικής ζωής του τόπου.

Εσείς θα πείτε ότι η πλειοψηφία των νεοελλήνων ψηφοφόρων γουστάρει Τραμπ σε ποσοστό σαράντα τακατό και θα έχετε τα δίκια σας. Και την δίδα Γκιλφόιλ συνεπώς γουστάρει.

Ειδικά οι ξελιγωμένοι, που δεν είναι δα λίγοι εκεί έξω, έχουν γαλουχηθεί να ακολουθούν κατά πόδας τον ποδόγυρο. Βλέπουν την πρέσβειρα και αισθάνονται κολακευμένοι που ολόκληρος πλανητάρχης μας έστειλε αρμοδίως τέτοια γυναικάρα.

Αλλά η στάση υποτέλειας πληρώνεται σε σκληρό νόμισμα, συνήθως δολάριο Αμερικής. Εφ’ όσον επιτρέπεις στον «κατακτητή» να αποθρασυνθεί και να θεωρήσει –δικαίως- τη χώρα σου τσιφλίκι του, κάποια στιγμή θα σου έρθει κατακέφαλα η λυπητερή.

Κάποτε οι ΗΠΑ μας χάρισαν για τον κόπο μας μία ωραιότατη χούντα που κράτησε επτά χρόνια και έριξε τη χώρα δεκαετίες πίσω, αλλά τώρα το παιχνίδι παίζεται με όρους διαφορετικούς. Τα πραξικοπήματα διεξάγονται σιωπηρά και δίχως ερπύστριες.

Η Wall Street Journal, που δεν είναι πατσαβούρα σαν τις πετσωμένες δικές μας φυλλάδες αλλά κανονική εφημερίδα,  αποκάλυψε έναν διάλογο που σε ευνομούμενες χώρες θα έβγαζε κόσμο στους δρόμους, με προορισμό το τεθωρακισμένο κτίριο της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας.

Στο δημοσίευμα με τίτλο «Ο μυστηριώδης άνδρας, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και το αμερικανικό LNG», η αμερικανική εφημερίδα γράφει ότι η πρέσβειρα των ΗΠΑ απείλησε το ίδιο το πολίτευμα της Ελλάδας, σε συνομιλία της με τον υπουργό Ενέργειας, Σταύρο Παπασταύρου, μπροστά σε τρίτους τον περασμένο Μάρτιο.

«Μπορούμε να κάνουμε το ίδιο σε οποιαδήποτε χώρα θέλουμε, ακόμα και εδώ», φέρεται ειπούσα, με έναν Έλληνα λομπίστα (τον «μυστηριώδη άνδρα» του τίτλου) στο πλευρό της. Ποιο είναι αυτό το «ίδιο»;

Η ναρκοθέτηση μίας εκλεγμένης κυβέρνησης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, το οποίο η πρέσβειρα διαψεύδει μέσω του δικηγόρου της, οι ΗΠΑ βρίσκονται πίσω από την πτώση της κυβέρνησης Μπολοζάν στη Ρουμανία. Στην ευρύτερη σφαίρα επιρροής της Κιμ, δηλαδή.

Ο Ίλιε Μπολοζάν είχε προβάλει σθεναρή αντίσταση στα αμερικανικά ενεργειακά σχέδια στην περιοχή, εκφράζοντας έντονες αντιρρήσεις στον λεγόμενο «Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου» (Vertical Gas Corridor).

Στη φτωχή Ρουμανία ασκήθηκε πίεση να αγοράσει το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) σε πολύ υψηλές τιμές. O Mπολοζάν αρνήθηκε και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση μετά τη μεθοδευμένη διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού. Από τον περασμένο Μάιο υπηρετεί ως «υπηρεσιακός» πρωθυπουργός μέχρι να ορκιστεί ο διάδοχός του.

Στο ίδιο δημοσίευμα καταγράφεται η οξεία απάντηση του υπουργού Παπασταύρου («οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ρίξουν μία κυβέρνηση εκλεγμένη από τον ελληνικό λαό»), αλλά το Μέγαρο Μαξίμου κάνει το κορόιδο τώρα που το θέμα βγήκε στη δημοσιότητα.

«Δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής της ελληνικής Κυβέρνησης. Και για να είμαστε και σοβαροί, ούτε κάτι τέτοιο θα γινόταν και ποτέ ανεκτό», δήλωσε όταν στριμώχτηκε ο εκπρόσωπος Μαρινάκης, προτού ψάλει διθυράμβους για την ενεργειακή συμμαχία μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ.

Για να είμαστε σοβαροί, λοιπόν, τι θα κάναμε αν μας απειλούσε με βρυχηθμούς ο Μεγάλος Αδελφός; Θα απελαύναμε την αμετροεπή πρέσβειρα και θα κλείναμε την αμερικανική πρεσβεία; Θα καίγαμε τους δίσκους της Τέιλορ Σουίφτ; Θα διώχναμε τον Κέντρικ Ναν από τον Παναθηναϊκό; Και αν θυμώσει ο Τραμπ και μας κάνει κι εμάς 51η Πολιτεία, σαν τον Καναδά και τη Γροιλανδία; Όχι ότι δεν είμαστε ήδη, βέβαια…

Αν δεν ακούσατε κάτι για όλα αυτά τα θαυμαστά, είναι επειδή τα κανάλια παραείναι απασχολημένα με τον Μαζωνάκη και τη Βίσση για να ασχοληθούν με βλακείες. Θρασύτατες απειλές από την πρέσβη των ΗΠΑ και συνομιλήτρια του Τραμπ  προς Έλληνα υπουργό για πραξικόπημα; Έλα μωρέ τώρα, δώδεκα κι ούτε ένα τηλεφώνημα.

Ας φωνάζουν τα κόμματα ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας και ο γραφικός Κουτσούμπας, σε λίγο θα ξεχαστεί και αυτό. Στην αποικία του Πιουριφόι ζούμε άλλωστε, όχι σε καμιά δημοκρατία.

 

κουτί Πανδώρας

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Πατρίς, θρησκεία, τηλεθέαση

 


Την περασμένη εβδομάδα, το εμπόρευμα απέκτησε καινούριο παρουσιαστή. Τον Ηλία Κασιδιάρη, αποφυλακισμένο πλέον, με νέο βίντεο και πολιτικό όχημα σε αναζήτηση ψήφων.

του Αντώνη Μπατζιά

Η τηλεόραση δείχνει μια παρέλαση. Πλάνα από χαμηλά, μέταλλο που γυαλίζει, κινητήρας που κάνει τον καναπέ να τρέμει. Στο τραπέζι υπάρχει ένα κινητό με ανοιχτή την εφαρμογή για ραντεβού σε γιατρό.

Η ημερομηνία που βολεύει δεν υπάρχει και η ημερομηνία που υπάρχει δεν βολεύει. Κάπου ανάμεσα στις δύο οθόνες κάθεται ένας άνθρωπος και προσπαθεί να υπολογίσει πόσο θα κοστίσει να αρρωστήσει.

Η σκηνή είναι φανταστική. Γι’ αυτό και μπορείς να τη συναντήσεις σε πολλά σπίτια. Δεν χρειάζεται να μισείς την παρέλαση ή το αεροπλάνο για να αναρωτηθείς ποιος αποφάσισε ότι αυτή είναι η μόνη εικόνα της πατρίδας που αξίζει να καταλαμβάνει ολόκληρη την οθόνη.

Γιατί στην άλλη, τη μικρή οθόνη με το ραντεβού, βρίσκεται επίσης η πατρίδα. Μόνο που δεν έχει soundtrack.

Στα παιχνίδια, *skin* είναι η εμφάνιση που φοράει ένας χαρακτήρας. Του αλλάζεις χρώματα, στολή, ύφος. Εδώ το προϊόν φοράει σημαία, ύμνο, πολεμική γραμματοσειρά κι άλλοτε εμφανίζεται σε τηλεοπτικό στούντιο, άλλοτε σε βίντεο δεκαπέντε δευτερολέπτων.

Το αντικείμενο της συναλλαγής είναι σταθερό, η αγωνία σου, μεταποιημένη σε θέαμα, θυμό και, αν πάνε καλά οι δουλειές, σε ψήφο.

Την περασμένη εβδομάδα, το εμπόρευμα απέκτησε καινούριο παρουσιαστή. Τον Ηλία Κασιδιάρη, αποφυλακισμένο πλέον, με νέο βίντεο και πολιτικό όχημα σε αναζήτηση ψήφων.

Από εκείνη τη στιγμή, η ιστορία δεν αφορά μόνο τη γελοιοποίηση της πατρίδας στην οθόνη, αφορά το τι συμβαίνει όταν η οθόνη συναντά την κάλπη.

Από τα F-16 στα «Skins» του TikTok

Η πατρίδα, πριν γίνει πάνελ, χωρούσε το σπίτι της γιαγιάς και μια κοινή ιστορία με τα καλά και τα εγκλήματά της. Στο πρωινάδικο μικραίνει. «Μας προκαλούν;», «Θα απαντήσουμε;», «Ποιος πρόδωσε;».

Ο παρουσιαστής υψώνει τη φωνή, ο καλεσμένος το φρύδι, κάτω στην οθόνη υψώνεται η σημαία. Μετά διαφημίσεις. Η εθνική αξιοπρέπεια επιστρέφει αμέσως μετά το απορρυπαντικό.

Η τηλεόραση δεν επινόησε τον εθνικισμό, του πρόσφερε όμως ένα πολύ πρακτικό εξάρτημα με το κουμπί της έντασης. Κάθε διαφωνία μπορεί να παρουσιαστεί ως μάχη για την επιβίωση του έθνους.

Κάθε δύσκολη ερώτηση για μισθούς, νοσοκομεία ή σχολεία μπορεί να περιμένει ώσπου να τελειώσει η μάχη. Και επειδή η μάχη είναι τηλεοπτική, δεν τελειώνει ποτέ. Αύριο έχει καινούριο επεισόδιο.

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η στρατιωτική εικόνα ταξιδεύει σήμερα από την κρατική τελετή στο προσωπικό προφίλ ενός πολιτικού.

Στις 28 Μαρτίου 2026 ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας ανέβασε στο TikTok βίντεο με οπλικά συστήματα που εμφανίστηκαν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου.

Η συνοδευτική του τοποθέτηση μιλούσε για τεχνολογική υπεροχή και αποτρεπτική ισχύ. Τα πλάνα έδειχναν, μεταξύ άλλων, τεθωρακισμένα, τορπίλες και αντιαεροπορικό σύστημα.

Το παλιό «κοιτάξτε στον ουρανό» έγινε «κοιτάξτε την οθόνη».

Ένας υπουργός Άμυνας έχει λόγο να ενημερώνει για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Όταν όμως η ενημέρωση υιοθετεί τη λογική του προσωπικού feed, η στρατηγική της άμυνας μεταφράζεται σε διαδοχή εντυπωσιακών εικόνων.

Θα σταματήσει το δάχτυλο; Θα πατήσει καρδιά; Ο υπουργός αποκτά content. Ο πολίτης αποκτά αίσθημα. Οι ερωτήσεις για σκοπούς, κόστος και προτεραιότητες χάνουν χρόνο στην οθόνη.

Το Reuters Institute κατέγραψε το 2025 ότι το 64% των Ελλήνων που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο ενημερώνεται μέσω κοινωνικών δικτύων, ενώ το TikTok χρησιμοποιείται για ειδήσεις από το 17%.

Οι πολιτικοί πηγαίνουν εκεί όπου βρίσκεται το κοινό και μαθαίνουν τη γραμματική του μέσου, δηλαδή λίγη ιστορία, πολλή εικόνα, καθαρός αντίπαλος, συναίσθημα έτοιμο για αποστολή.

Κι αν η τηλεόραση ήθελε ένα πάνελ, το κινητό χρειάζεται μόνο έναν αντίχειρα. Η υπερηφάνεια πακετάρεται, αναπαράγεται και καταναλώνεται στο διάλειμμα της δουλειάς.

Η πατρίδα χωράει πια σε κάθετη οθόνη, ο λογαριασμός της, πάλι, έρχεται οριζόντια, σε όλο το τραπέζι.

Το πιο ύπουλο σημείο της συσκευασίας είναι η απαίτηση να χειροκροτήσεις πριν ρωτήσεις. Όποιος ζητήσει λογαριασμό παρουσιάζεται σαν άνθρωπος που δεν συγκινείται από τη σημαία.

Η συγκίνηση γίνεται ασπίδα του ομιλητή και τεστ υπακοής του θεατή. Πατάς «μου αρέσει» ή απολογείσαι.

Η επικίνδυνη γραφικότητα των ψηφιακών ταγμάτων

Έχουμε μια κακή συνήθεια, όταν κάποιος κραυγάζει ότι η χώρα κινδυνεύει από μια λέξη, γελάμε. Τον λέμε γραφικό, κάνουμε ένα αστείο για το κεφαλαίο στο «ΕΛΛΑΣ», συνεχίζουμε το scrolling.

Το αστείο είναι αναγκαίο, αλλιώς θα ζούσαμε με το σαγόνι σφιγμένο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η περιφρόνηση της γραφικότητας μάς εμποδίζει να δούμε τη δουλειά που κάνει. Βάζει ένα όριο ανάμεσα στον «αληθινό» και στον «ψεύτικο». Μετά ζητά να αποφασίσουμε ποιος έχει δικαίωμα να σταθεί μέσα στο όριο.

Στις 8 Ιουλίου 2025, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη Βόρεια Μακεδονία, η Αφροδίτη Λατινοπούλου αυτοχαρακτηρίστηκε «περήφανη Μακεδόνισσα» και αποκάλεσε τους κατοίκους της γειτονικής χώρας «μουσαντένιους» Μακεδόνες.

Το κόμμα της δημοσίευσε την ομιλία ως δελτίο Τύπου και ενσωμάτωσε την ανάρτησή της στο Instagram. Δεν πρόκειται για ανώνυμο σχόλιο κάτω από βίντεο. Πρόκειται για λόγο εκλεγμένης εκπροσώπου, σχεδιασμένο να ταξιδέψει από το κοινοβουλευτικό έδρανο στην οθόνη του τηλεφώνου.

Μπορεί κάποιος να ασκήσει αυστηρή κριτική στη Συμφωνία των Πρεσπών, μπορεί να διαφωνήσει για ιστορία, γλώσσα, όρους εφαρμογής, διπλωματία, όταν όμως αποκαλείς «μουσαντένιους» τους ανθρώπους μιας χώρας, έχεις εγκαταλείψει την κριτική μιας συμφωνίας.

Έχεις περάσει στην αμφισβήτηση της ταυτότητάς τους. Κι εκεί το πολιτικό θέαμα βρίσκει το πιο φτηνό του καύσιμο, δηλαδή την ιδέα ότι η δική σου ύπαρξη γίνεται πιο αληθινή αν γελοιοποιήσεις του γείτονα.

Η ομιλία έγινε στο Ευρωκοινοβούλιο και αναρτήθηκε στο Instagram, που τα «skins» του τίτλου αφορούν τη συνολική γλώσσα των πλατφορμών. Κόβεις μια πρόταση, προσθέτεις υπότιτλους, σημαία, μουσική τελικής μάχης.

Το απόσπασμα αποσπάται από τη συζήτηση και ταξιδεύει μόνο του. Η πολιτική διαφωνία γίνεται διαγωνισμός καταγγελίας.

Η έρευνα SILENT WAVE, που παρουσιάστηκε το 2026, εξέτασε 102 ενημερωτικούς ιστότοπους και χιλιάδες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα της Ελλάδας. Οι ερευνητές περιγράφουν την κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου και τη συγκρότηση ενός ισχυρού, αναγνωρίσιμου λεξιλογίου.

Το ΕΚΚΕ έχει επίσης μελετήσει τις ψηφιακές μορφές πολιτικής δράσης και συσπείρωσης του ακροδεξιού χώρου. Δεν σημαίνει ότι κάθε θυμωμένος λογαριασμός ανήκει σε «τάγμα», σημαίνει ότι οι λέξεις, οι εικόνες και οι στόχοι κυκλοφορούν σε περιβάλλον όπου μπορούν να συνδεθούν και να επαναληφθούν με τρομακτική ευκολία.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, ο Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε από τον Δομοκό μετά την έκτιση της ποινής του για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή.

Τον περίμεναν υποστηρικτές. Εκείνος δήλωσε ότι επιστρέφει «στην πρώτη γραμμή». Η αποφυλάκιση είναι συνέπεια της έκτισης μιας ποινής, όχι σβήσιμο της καταδίκης.

Ούτε ψηφοφορία για το αν η Χρυσή Αυγή υπήρξε εγκληματική οργάνωση. Αυτό έχει κριθεί.

Έξι μέρες αργότερα, με βίντεο ανακοίνωσε τη στήριξή του στη «Συμμαχία Ελλήνων», σχήμα στο οποίο συμμετέχουν ανεξάρτητοι βουλευτές που είχαν εκλεγεί με τους «Σπαρτιάτες».

Η δική του υποψηφιότητα παραμένει αδιευκρίνιστη, αφού ο ίδιος παρέπεμψε τις αποφάσεις για τον τρόπο συμμετοχής του στην κατάθεση των υποψηφιοτήτων. Και το αν ένα κόμμα θα μπορεί να συμμετάσχει στις εκλογές δεν το αποφασίζει ένα βίντεο, θα το κρίνει ο Άρειος Πάγος βάσει του ισχύοντος πλαισίου, εξετάζοντας και την ενδεχόμενη υποκρυπτόμενη ηγεσία.

Το σημαντικό, πολιτικά, έχει ήδη συμβεί από την πύλη της φυλακής στη σκηνοθετημένη ανακοίνωση μιας εκλογικής σύμπραξης μέσα σε λιγότερο από εβδομάδα.

Ο Δένδιας, η Λατινοπούλου κι ο Κασιδιάρης δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο η κρατική προβολή της στρατιωτικής ισχύος, άλλο ο επιθετικός εθνικιστικός λόγος, άλλο ένας καταδικασμένος για τη διεύθυνση ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης που αναζητεί εκλογικό δρόμο. Το κοινό τους πεδίο είναι η αγορά της προσοχής, η διαφορά στην ευθύνη τους είναι τεράστια.

Γι’ αυτό και το βίντεο του Κασιδιάρη δεν είναι ακόμη ένα «γραφικό» κλιπ. Δοκιμάζει αν η ίδια πλατφόρμα που μετατρέπει τον θυμό σε ακόλουθο μπορεί να τον μετατρέψει και σε πολιτική νομιμοποίηση.

Η περίπτωση Κασιδιάρη υπενθυμίζει ακόμη πως η οργανωμένη βία της Χρυσής Αυγής δεν ήταν ποτέ μεταφορά. Όταν πουλάς ξανά ως πολιτικό προϊόν τον καταδικασμένο καθοδηγητή της, η μνήμη γίνεται όρος δημόσιας ασφάλειας.

Πώς η εθνική ρητορική κρύβει την εγκατάλειψη της δημόσιας υγείας και παιδείας

Το πιο βολικό με την πατρίδα των συνθημάτων είναι ότι δεν κλείνει ποτέ ραντεβού. Δεν περιμένει σε τηλεφωνική γραμμή. Δεν πληρώνει εξέταση. Δεν στέκεται μπροστά σε σχολείο και ψάχνει τι λείπει από μέσα. Είναι πάντοτε υγιής, πάντοτε μορφωμένη, πάντοτε όρθια, αρκεί να την κοιτάζεις από τη σωστή γωνία. Η χώρα των ανθρώπων έχει την αγένεια να διακόπτει αυτή την προβολή.

Στις 21 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του βίντεο, ο Γιώργος Μανούσος, ανεξάρτητος βουλευτής που είχε εκλεγεί με τους «Σπαρτιάτες», είπε στη Βουλή ότι εκπροσωπεί ουσιαστικά τη «Συμμαχία Ελλήνων» κι ότι το κόμμα θεωρεί την παιδεία «ύψιστο αγαθό».

Όταν ξέσπασαν αντιδράσεις, διευκρίνισε πως «δεν είμαστε κόμμα Κασιδιάρη». Κατανοητό, η στήριξη ενός καταδικασμένου ναζιστή χωράει στο βίντεο, αλλά δυσκολεύει όταν την προφέρεις ολόκληρη μέσα στη Βουλή.

  • Στο Health at a Glance 2025 του ΟΟΣΑ, το 12,1% των ανθρώπων στην Ελλάδα δήλωσε ανεκπλήρωτη ανάγκη για ιατρική φροντίδα, έναντι 3,4% στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ με συγκρίσιμα δεδομένα. Το 27% δήλωσε ικανοποιημένο από τη διαθεσιμότητα ποιοτικής περίθαλψης, έναντι 64% στον μέσο όρο. Οι δείκτες μετρούν διαφορετικά πράγματα και οι δύο όμως σε αφορούν όταν χρειάζεσαι βοήθεια εδώ και τώρα.
  • Στο Education at a Glance 2025, ο ΟΟΣΑ καταγράφει για το 2022 συνολικές επενδύσεις σε εκπαιδευτικά ιδρύματα στο 3,9% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στις χώρες του. Η πραγματική αμοιβή των δασκάλων της πρωτοβάθμιας είναι κατά 31% χαμηλότερη από εκείνη άλλων εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση πλήρους απασχόλησης, έναντι διαφοράς 17% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Δεν τα λέει κάποιος «εθνομηδενιστής» κάτω από την παρέλαση. Τα γράφουν οι συγκριτικοί πίνακες.

Ένα βίντεο υπουργού δεν προκάλεσε τις ελλείψεις στην υγεία. Μία ομιλία ευρωβουλεύτριας δεν αφαίρεσε χρήματα από σχολείο. Το ερώτημα είναι γιατί δαπανούμε τόση ενέργεια για το ποιος αγαπά αρκετά τη χώρα και τόσο λίγη για το πώς ζουν οι άνθρωποι μέσα της.

Και τώρα που ένας καταδικασμένος νεοναζί ζητά πολιτικό χώρο επικαλούμενος το έθνος, το ερώτημα αποκτά δεύτερη όψη, ποιον καλεί να αγαπήσει αυτή η εκδοχή της πατρίδας και ποιον ετοιμάζεται να αποκλείσει;

Ο τζινγκοϊσμός, ο θορυβώδης εθνικισμός που θέλει κάθε διαφωνία να μοιάζει με πόλεμο, προσφέρει μια εξαιρετικά οικονομική λύση, δίνει στον πολίτη την αίσθηση πως συμμετέχει σε κάτι μεγάλο, ενώ του αφήνει όλες τις μικρές αποδείξεις πληρωμής. «Έχουμε ισχύ», «Μας σέβονται», «Ψηλά το κεφάλι». Το σηκώνει όσο πρέπει για να δει τον αριθμό προτεραιότητας.

Αυτό είναι το πραγματικό εμπορικό κόλπο. Πουλούν αξιοπρέπεια σε μορφή εικόνας, ενώ η αξιοπρέπεια χρειάζεται υλικά, υπηρεσίες που λειτουργούν, ανθρώπους που αμείβονται, χρόνο που δεν ξοδεύεται σε ουρές, ένα σχολείο που δεν σου ζητά να αγοράσεις ιδιωτικά όσα υποσχέθηκε δημόσια.

Η σημαία δεν φταίει γι’ αυτά. Η σημαία γίνεται άλλοθι όταν την υψώνουν μπροστά τους σαν κουρτίνα και σου ζητούν να μη ρωτάς τι συμβαίνει πίσω της. Κι όσο πιο πολύ ανεβάζουν την ένταση στα εμβατήρια, τόσο πιο πολύ προσπαθούν να καλύψουν τον θόρυβο από τα άδεια ψυγεία.

Θέλεις να μιλήσουμε σοβαρά για το τι σημαίνει να αγαπάς αυτόν τον τόπο; Τότε ας μιλήσουμε για το αν ο άνθρωπος στο απομακρυσμένο χωριό βρίσκει γιατρό χωρίς να κάνει ημερήσια εκδρομή. Για το αν ο δάσκαλος μπορεί να ζήσει εκεί όπου διορίστηκε.

Για το αν ο γείτονας, ακόμη κι όταν διαφωνεί μαζί σου για την ιστορία, παραμένει γείτονας και όχι στόχος. Αυτά δεν βγαίνουν ωραία σε κάθετο βίντεο.

Δεν έχουν εύκολο φίλτρο. Έχουν όμως ανθρώπους που μπορούν να απαντήσουν, να οργανωθούν και να ζητήσουν περισσότερα. Εκεί η πατρίδα παύει να είναι σκηνικό και γίνεται ευθύνη.

Κουτί Πανδώρας


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Οι θολοκουλτουριάρηδες και η μεγάλη ρεβάνς

 


του Βασίλη Μαζωμένου

Για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα, το να μην ανήκεις στη Δεξιά δεν ήταν απλώς μια διαφορετική πολιτική επιλογή. Μπορούσε να είναι ένα κοινωνικό στίγμα που ακολουθούσε εσένα και την οικογένειά σου.

Θυμάμαι ακόμη να πηγαίνω παιδί μαζί με τον μακαρίτη τον πατέρα μου και τον παππού μου στο αστυνομικό τμήμα, για να ακούσουμε να απορρίπτεται η αίτηση του πατέρα μου για διαβατήριο «για λόγους εθνικής ασφαλείας».

Το πρώτο του διαβατήριο το πήρε όταν ήταν πια πενήντα χρονών.

Αυτή ήταν η «εθνική ασφάλεια» της εποχής: ένας άνθρωπος μπορούσε να θεωρείται επικίνδυνος όχι γι’ αυτό που είχε κάνει, αλλά γι’ αυτό που πίστευε, για την ιστορία του, ακόμη και για την οικογένεια στην οποία ανήκε.

Η εργασία, ιδιαίτερα στο Δημόσιο, οι σπουδές, η κοινωνική ανέλιξη, ακόμη και οι προσωπικές σχέσεις μπορούσαν να επηρεάζονται από το αν ήσουν «εθνικόφρων», αριστερός ή απλώς συγγενής κάποιου που είχε βρεθεί στη λάθος πλευρά της Ιστορίας. Το μετεμφυλιακό κράτος είχε χωρίσει τους πολίτες του σε κατηγορίες και τα περίφημα «κοινωνικά φρονήματα» δεν ήταν σχήμα λόγου αλλά εργαλείο πραγματικού αποκλεισμού. Οι δικτατορίες απλώς μετέτρεψαν τον αποκλεισμό σε ανοιχτή καταστολή.

Η Μεταπολίτευση άλλαξε ασφαλώς πολλά. Η Αριστερά νομιμοποιήθηκε, οι παλιές διακρίσεις άρχισαν να υποχωρούν και η κοινοβουλευτική δημοκρατία εδραιώθηκε. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 φάνηκε να ολοκληρώνει αυτή την ιστορική μεταβολή. Η αναγνώριση, για παράδειγμα, της Εθνικής Αντίστασης το 1982 αποκατέστησε θεσμικά ανθρώπους που το μεταπολεμικό κράτος είχε αποκλείσει από την ίδια την έννοια του αντιστασιακού.

Και κάπου εκεί αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι το πρόβλημα είχε λυθεί. Για περίπου σαράντα χρόνια ζήσαμε μέσα σε μια αυταπάτη: ότι η ισονομία είχε πλέον κατακτηθεί οριστικά, ότι τα πολιτικά φρονήματα δεν μπορούσαν πια να καθορίζουν τις ευκαιρίες ενός πολίτη, ότι οι μηχανισμοί αποκλεισμού ανήκαν σε μια Ελλάδα που είχαμε αφήσει πίσω μας. Φενάκη.

Δεν λέω ότι τίποτε δεν άλλαξε. Θα ήταν ανιστόρητο. Λέω ότι ίσως υπερεκτιμήσαμε το βάθος της αλλαγής. Γιατί στο μεταξύ άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά ένα διαφορετικό αφήγημα: εκείνο της λεγόμενης «ιδεολογικής κυριαρχίας της Αριστεράς». Οι ηττημένοι του Εμφυλίου παρουσιάστηκαν σταδιακά ως οι μεγάλοι νικητές της Μεταπολίτευσης.

Μπορεί να έχασαν στρατιωτικά και να υπέστησαν επί δεκαετίες φυλακές, εξορίες, διώξεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς, αλλά, σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, κέρδισαν τελικά κάτι σημαντικότερο: την ιδεολογία. Κατέλαβαν, υποτίθεται, τα πανεπιστήμια, τη διανόηση, τις τέχνες, το θέατρο, τον κινηματογράφο. Τον πολιτισμό. Και κάπως έτσι μια ιστορική ήττα μετατράπηκε σε κατηγορία εναντίον των ηττημένων.

Δεν αθωώνω βεβαίως την Αριστερά για όσα ακολούθησαν. Το αντίθετο. Στην αποδόμηση του ηθικού της κεφαλαίου συνέβαλε αποφασιστικά και η ίδια. Πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές στελεχών της, προσωπικές διαδρομές που ελάχιστα συμβάδιζαν με τον δημόσιο λόγο τους, πελατειακές πρακτικές, μικρές και μεγάλες εξουσίες, να μην πω σε ορισμένες περιπτώσεις εκτροπές, δημιούργησαν σύγχυση στο αριστερό ακροατήριο. Και έδωσαν άλλοθι στους αναθεωρητές της Ιστορίας.

Πάνω ακριβώς σε αυτό πάτησε η νέα Δεξιά για να διεκδικήσει τη μεγάλη της ρεβάνς. Μόνο που η νέα Δεξιά δεν μοιάζει πια με την παλιά.

Είναι ένα παράξενο και εξαιρετικά προσαρμοστικό συνονθύλευμα: πρώην σοσιαλδημοκράτες, νεοφιλελεύθεροι, παραδοσιακοί δεξιοί, ακροδεξιοί, τεχνοκράτες, άνθρωποι του συστήματος και οι αιώνιοι survivors που ξέρουν πάντοτε πού βρίσκεται η επόμενη εξουσία.

Η ρεβάνς αυτή, επομένως, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τα εργαλεία του 1950. Έπρεπε να εκσυγχρονιστεί. Και εκσυγχρονίστηκε. Ανάπτυξη. Εξωστρέφεια. Αριστεία. Αξιολόγηση. Αποτελεσματικότητα. Μετρήσιμα αποτελέσματα. Τεχνοκρατική αντίληψη. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με αυτές τις λέξεις; Κανείς, μέχρι τη στιγμή που θα τεθεί το πραγματικό ερώτημα: Ποιος αξιολογεί ποιον, με ποια κριτήρια και με ποια αντίληψη για την κοινωνία και τον πολιτισμό;

Και κάπου εδώ φτάνουμε στον χώρο που υπηρετώ και γνωρίζω καλύτερα. Στον κινηματογράφο. Πώς να χωνέψει, άραγε, κανείς ότι ο κινηματογράφος εξακολουθεί να είναι γεμάτος από «αριστεριστές»; Από ανθρώπους που αμφισβητούν, που δεν συμμορφώνονται εύκολα, που επιμένουν να κάνουν ταινίες για όσα η κανονικότητα προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι; Μάταια, πολλές φορές, κάποιοι φορείς και κάποια σωματεία μοιάζουν να προσπαθούν να καθησυχάσουν τη νέα εξουσία:

Μην ανησυχείτε. Δεν είναι αυτοί οι σημαντικοί. Αυτοί είναι κάτι παλιοί… Κάτι ιδεοληπτικοί. Κάτι ψώνια! Εμείς είμαστε οι καινούργιοι. Οι επαγγελματίες. Οι τεχνοκράτες του πολιτισμού. Ξέρουμε από αγορές, pitching, networking, στρατηγικές ανάπτυξης, business plans, deliverables, targets και εξωστρέφεια. Με εμάς μπορείτε να συνεργαστείτε. Ή κάπως έτσι.

Δεν χρειάζεται πια λοιπόν να πεις σε έναν δημιουργό ότι δεν σου αρέσουν οι ιδέες του. Αρκεί να τον χαρακτηρίσεις «εσωστρεφή». Δεν χρειάζεται να πεις ότι το έργο του σε ενοχλεί. Μπορείς να πεις ότι «δεν επικοινωνεί με το κοινό». Δεν χρειάζεται να τον αποκλείσεις πολιτικά. Αρκεί να μην πληροί τα «κριτήρια». Και αν επιμένει να δημιουργεί έργα δύσκολα, προσωπικά, σκοτεινά, πειραματικά, μη εμπορικά ή απλώς απρόθυμα να υπακούσουν στις εκάστοτε αισθητικές νόρμες, υπάρχει πάντοτε μια παλιά, βολική λέξη: Θολοκουλτουριάρης.

Μόνο που οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. Και η συγκεκριμένη έχει χρησιμοποιηθεί συστηματικά από την ελληνική άκρα Δεξιά. Τη χρησιμοποίησε ακόμη και η Χρυσή Αυγή μέσα στη Βουλή, μιλώντας απαξιωτικά για ανθρώπους της ΕΡΤ, πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες. Και αυτή η ίδια λέξη μοιάζει άλλωστε εντυπωσιακά, ως προς τη λειτουργία και το ιδεολογικό της φορτίο, με όρους από το λεξιλόγιο των Ναζί.

Με τον «πολιτιστικό μπολσεβικισμό» (Kulturbolschewismus) απαξίωναν τη μοντέρνα και πρωτοποριακή τέχνη συνδέοντάς την με την πολιτική και κοινωνική παρακμή, ενώ με την «εκφυλισμένη τέχνη» (Entartete Kunst) επιχείρησαν να στιγματίσουν ολόκληρα καλλιτεχνικά ρεύματα και δημιουργούς.

Πρόκειται για μια παλαιότερη και πολύ σκοτεινότερη εκδοχή της ίδιας ανάγκης να χωριστεί η τέχνη σε «υγιή» και «άρρωστη», αποδεκτή και ύποπτη, εθνικά ωφέλιμη και πολιτιστικά επικίνδυνη. Η περιφρόνηση, επομένως, απέναντι στη «δύσκολη», μοντέρνα, πειραματική ή πολιτικά ενοχλητική τέχνη έχει μια πολύ σκοτεινή ευρωπαϊκή προϊστορία. Φτάνει πίσω στο 1937 όπου οι Ναζί συγκέντρωσαν στο Μόναχο εκατοντάδες έργα μοντέρνας τέχνης για να τα εκθέσουν δημόσια ως παραδείγματα παρακμής, διαστροφής και πολιτιστικής απειλής. Η απαξίωση της τέχνης μέσω της απαξίωσης του καλλιτέχνη έχει ιστορία. Και οι λέξεις έχουν μνήμη.

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι η εξωστρέφεια. Προφανώς και ο ελληνικός κινηματογράφος πρέπει να ταξιδεύει. Ούτε η ανάπτυξη, ούτε η επαγγελματική οργάνωση, ούτε η αξιολόγηση είναι από μόνες τους έννοιες ύποπτες.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το εργαλείο γίνεται ιδεολογία.

Όταν η εξωστρέφεια μετατρέπεται σε αισθητικό κριτήριο. Όταν η εμπορευσιμότητα βαφτίζεται ποιότητα. Όταν το «επαγγελματικό» αντιπαρατίθεται στο καλλιτεχνικό. Όταν η τεχνοκρατία αποφασίζει τι αξίζει να δημιουργηθεί. Και κυρίως όταν άνθρωποι που δηλώνουν ότι δεν έχουν καμία ιδεολογία αποκτούν την εξουσία να αποφασίζουν ποια τέχνη είναι σύγχρονη, ποια είναι παρωχημένη, ποια είναι χρήσιμη και ποια περισσεύει.

Γιατί η απουσία ιδεολογίας είναι πολύ συχνά η πιο καλά μεταμφιεσμένη ιδεολογία.

TVXS