Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Οι θολοκουλτουριάρηδες και η μεγάλη ρεβάνς

 


του Βασίλη Μαζωμένου

Για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα, το να μην ανήκεις στη Δεξιά δεν ήταν απλώς μια διαφορετική πολιτική επιλογή. Μπορούσε να είναι ένα κοινωνικό στίγμα που ακολουθούσε εσένα και την οικογένειά σου.

Θυμάμαι ακόμη να πηγαίνω παιδί μαζί με τον μακαρίτη τον πατέρα μου και τον παππού μου στο αστυνομικό τμήμα, για να ακούσουμε να απορρίπτεται η αίτηση του πατέρα μου για διαβατήριο «για λόγους εθνικής ασφαλείας».

Το πρώτο του διαβατήριο το πήρε όταν ήταν πια πενήντα χρονών.

Αυτή ήταν η «εθνική ασφάλεια» της εποχής: ένας άνθρωπος μπορούσε να θεωρείται επικίνδυνος όχι γι’ αυτό που είχε κάνει, αλλά γι’ αυτό που πίστευε, για την ιστορία του, ακόμη και για την οικογένεια στην οποία ανήκε.

Η εργασία, ιδιαίτερα στο Δημόσιο, οι σπουδές, η κοινωνική ανέλιξη, ακόμη και οι προσωπικές σχέσεις μπορούσαν να επηρεάζονται από το αν ήσουν «εθνικόφρων», αριστερός ή απλώς συγγενής κάποιου που είχε βρεθεί στη λάθος πλευρά της Ιστορίας. Το μετεμφυλιακό κράτος είχε χωρίσει τους πολίτες του σε κατηγορίες και τα περίφημα «κοινωνικά φρονήματα» δεν ήταν σχήμα λόγου αλλά εργαλείο πραγματικού αποκλεισμού. Οι δικτατορίες απλώς μετέτρεψαν τον αποκλεισμό σε ανοιχτή καταστολή.

Η Μεταπολίτευση άλλαξε ασφαλώς πολλά. Η Αριστερά νομιμοποιήθηκε, οι παλιές διακρίσεις άρχισαν να υποχωρούν και η κοινοβουλευτική δημοκρατία εδραιώθηκε. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 φάνηκε να ολοκληρώνει αυτή την ιστορική μεταβολή. Η αναγνώριση, για παράδειγμα, της Εθνικής Αντίστασης το 1982 αποκατέστησε θεσμικά ανθρώπους που το μεταπολεμικό κράτος είχε αποκλείσει από την ίδια την έννοια του αντιστασιακού.

Και κάπου εκεί αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι το πρόβλημα είχε λυθεί. Για περίπου σαράντα χρόνια ζήσαμε μέσα σε μια αυταπάτη: ότι η ισονομία είχε πλέον κατακτηθεί οριστικά, ότι τα πολιτικά φρονήματα δεν μπορούσαν πια να καθορίζουν τις ευκαιρίες ενός πολίτη, ότι οι μηχανισμοί αποκλεισμού ανήκαν σε μια Ελλάδα που είχαμε αφήσει πίσω μας. Φενάκη.

Δεν λέω ότι τίποτε δεν άλλαξε. Θα ήταν ανιστόρητο. Λέω ότι ίσως υπερεκτιμήσαμε το βάθος της αλλαγής. Γιατί στο μεταξύ άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά ένα διαφορετικό αφήγημα: εκείνο της λεγόμενης «ιδεολογικής κυριαρχίας της Αριστεράς». Οι ηττημένοι του Εμφυλίου παρουσιάστηκαν σταδιακά ως οι μεγάλοι νικητές της Μεταπολίτευσης.

Μπορεί να έχασαν στρατιωτικά και να υπέστησαν επί δεκαετίες φυλακές, εξορίες, διώξεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς, αλλά, σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, κέρδισαν τελικά κάτι σημαντικότερο: την ιδεολογία. Κατέλαβαν, υποτίθεται, τα πανεπιστήμια, τη διανόηση, τις τέχνες, το θέατρο, τον κινηματογράφο. Τον πολιτισμό. Και κάπως έτσι μια ιστορική ήττα μετατράπηκε σε κατηγορία εναντίον των ηττημένων.

Δεν αθωώνω βεβαίως την Αριστερά για όσα ακολούθησαν. Το αντίθετο. Στην αποδόμηση του ηθικού της κεφαλαίου συνέβαλε αποφασιστικά και η ίδια. Πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές στελεχών της, προσωπικές διαδρομές που ελάχιστα συμβάδιζαν με τον δημόσιο λόγο τους, πελατειακές πρακτικές, μικρές και μεγάλες εξουσίες, να μην πω σε ορισμένες περιπτώσεις εκτροπές, δημιούργησαν σύγχυση στο αριστερό ακροατήριο. Και έδωσαν άλλοθι στους αναθεωρητές της Ιστορίας.

Πάνω ακριβώς σε αυτό πάτησε η νέα Δεξιά για να διεκδικήσει τη μεγάλη της ρεβάνς. Μόνο που η νέα Δεξιά δεν μοιάζει πια με την παλιά.

Είναι ένα παράξενο και εξαιρετικά προσαρμοστικό συνονθύλευμα: πρώην σοσιαλδημοκράτες, νεοφιλελεύθεροι, παραδοσιακοί δεξιοί, ακροδεξιοί, τεχνοκράτες, άνθρωποι του συστήματος και οι αιώνιοι survivors που ξέρουν πάντοτε πού βρίσκεται η επόμενη εξουσία.

Η ρεβάνς αυτή, επομένως, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τα εργαλεία του 1950. Έπρεπε να εκσυγχρονιστεί. Και εκσυγχρονίστηκε. Ανάπτυξη. Εξωστρέφεια. Αριστεία. Αξιολόγηση. Αποτελεσματικότητα. Μετρήσιμα αποτελέσματα. Τεχνοκρατική αντίληψη. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με αυτές τις λέξεις; Κανείς, μέχρι τη στιγμή που θα τεθεί το πραγματικό ερώτημα: Ποιος αξιολογεί ποιον, με ποια κριτήρια και με ποια αντίληψη για την κοινωνία και τον πολιτισμό;

Και κάπου εδώ φτάνουμε στον χώρο που υπηρετώ και γνωρίζω καλύτερα. Στον κινηματογράφο. Πώς να χωνέψει, άραγε, κανείς ότι ο κινηματογράφος εξακολουθεί να είναι γεμάτος από «αριστεριστές»; Από ανθρώπους που αμφισβητούν, που δεν συμμορφώνονται εύκολα, που επιμένουν να κάνουν ταινίες για όσα η κανονικότητα προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι; Μάταια, πολλές φορές, κάποιοι φορείς και κάποια σωματεία μοιάζουν να προσπαθούν να καθησυχάσουν τη νέα εξουσία:

Μην ανησυχείτε. Δεν είναι αυτοί οι σημαντικοί. Αυτοί είναι κάτι παλιοί… Κάτι ιδεοληπτικοί. Κάτι ψώνια! Εμείς είμαστε οι καινούργιοι. Οι επαγγελματίες. Οι τεχνοκράτες του πολιτισμού. Ξέρουμε από αγορές, pitching, networking, στρατηγικές ανάπτυξης, business plans, deliverables, targets και εξωστρέφεια. Με εμάς μπορείτε να συνεργαστείτε. Ή κάπως έτσι.

Δεν χρειάζεται πια λοιπόν να πεις σε έναν δημιουργό ότι δεν σου αρέσουν οι ιδέες του. Αρκεί να τον χαρακτηρίσεις «εσωστρεφή». Δεν χρειάζεται να πεις ότι το έργο του σε ενοχλεί. Μπορείς να πεις ότι «δεν επικοινωνεί με το κοινό». Δεν χρειάζεται να τον αποκλείσεις πολιτικά. Αρκεί να μην πληροί τα «κριτήρια». Και αν επιμένει να δημιουργεί έργα δύσκολα, προσωπικά, σκοτεινά, πειραματικά, μη εμπορικά ή απλώς απρόθυμα να υπακούσουν στις εκάστοτε αισθητικές νόρμες, υπάρχει πάντοτε μια παλιά, βολική λέξη: Θολοκουλτουριάρης.

Μόνο που οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. Και η συγκεκριμένη έχει χρησιμοποιηθεί συστηματικά από την ελληνική άκρα Δεξιά. Τη χρησιμοποίησε ακόμη και η Χρυσή Αυγή μέσα στη Βουλή, μιλώντας απαξιωτικά για ανθρώπους της ΕΡΤ, πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες. Και αυτή η ίδια λέξη μοιάζει άλλωστε εντυπωσιακά, ως προς τη λειτουργία και το ιδεολογικό της φορτίο, με όρους από το λεξιλόγιο των Ναζί.

Με τον «πολιτιστικό μπολσεβικισμό» (Kulturbolschewismus) απαξίωναν τη μοντέρνα και πρωτοποριακή τέχνη συνδέοντάς την με την πολιτική και κοινωνική παρακμή, ενώ με την «εκφυλισμένη τέχνη» (Entartete Kunst) επιχείρησαν να στιγματίσουν ολόκληρα καλλιτεχνικά ρεύματα και δημιουργούς.

Πρόκειται για μια παλαιότερη και πολύ σκοτεινότερη εκδοχή της ίδιας ανάγκης να χωριστεί η τέχνη σε «υγιή» και «άρρωστη», αποδεκτή και ύποπτη, εθνικά ωφέλιμη και πολιτιστικά επικίνδυνη. Η περιφρόνηση, επομένως, απέναντι στη «δύσκολη», μοντέρνα, πειραματική ή πολιτικά ενοχλητική τέχνη έχει μια πολύ σκοτεινή ευρωπαϊκή προϊστορία. Φτάνει πίσω στο 1937 όπου οι Ναζί συγκέντρωσαν στο Μόναχο εκατοντάδες έργα μοντέρνας τέχνης για να τα εκθέσουν δημόσια ως παραδείγματα παρακμής, διαστροφής και πολιτιστικής απειλής. Η απαξίωση της τέχνης μέσω της απαξίωσης του καλλιτέχνη έχει ιστορία. Και οι λέξεις έχουν μνήμη.

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι η εξωστρέφεια. Προφανώς και ο ελληνικός κινηματογράφος πρέπει να ταξιδεύει. Ούτε η ανάπτυξη, ούτε η επαγγελματική οργάνωση, ούτε η αξιολόγηση είναι από μόνες τους έννοιες ύποπτες.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το εργαλείο γίνεται ιδεολογία.

Όταν η εξωστρέφεια μετατρέπεται σε αισθητικό κριτήριο. Όταν η εμπορευσιμότητα βαφτίζεται ποιότητα. Όταν το «επαγγελματικό» αντιπαρατίθεται στο καλλιτεχνικό. Όταν η τεχνοκρατία αποφασίζει τι αξίζει να δημιουργηθεί. Και κυρίως όταν άνθρωποι που δηλώνουν ότι δεν έχουν καμία ιδεολογία αποκτούν την εξουσία να αποφασίζουν ποια τέχνη είναι σύγχρονη, ποια είναι παρωχημένη, ποια είναι χρήσιμη και ποια περισσεύει.

Γιατί η απουσία ιδεολογίας είναι πολύ συχνά η πιο καλά μεταμφιεσμένη ιδεολογία.

TVXS


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Εκεί στο Νότο που τρίζει ο θάνατος (του Γ. Μαζωνάκη) κι η… απάτη κάνει κρότο

 


του Γιάννη Μυλόπουλου

Ο θάνατος του δημοφιλούς μουσικού Γιώργου Μαζωνάκη, ο οποίος όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία εμπιστεύθηκε μια ιδιωτική κλινική που διαφήμιζε μια υγειονομική υπηρεσία για την οποία δεν ήταν ούτε αξιολογημένη, ούτε και πιστοποιημένη από τα αρμόδια υγειονομικά όργανα, ανέδειξε με τραγικό τρόπο το τεράστιο ζήτημα της επιχειρηματικής αντιμετώπισης του τομέα της υγείας χωρίς τους κατάλληλους ελέγχους και την κατάλληλη αξιολόγηση.

Τόσο ο Ιατρικός Σύλλογος όσο και το υπουργείο Υγείας, επένδυσαν πολλά στον υγειονομικό τουρισμό, ως αναπτυξιακή δυνατότητα της χώρας.

Ακούγεται πολύ καλό για να είναι αληθινό. Όχι γιατί η Ελλάδα δεν έχει υψηλού επιπέδου δημόσια νοσοκομεία και εξαιρετικές Ιατρικές Σχολές στα πανεπιστήμιά της. Ούτε γιατί η Ελλάδα υστερεί σε επιστήμονες.

Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει. Πολλές ξένες χώρες, εδώ και χρόνια, αναζητούν στις Ιατρικές Σχολές της χώρας τους καλύτερους αποφοίτους για να τους προσελκύσουν να εργαστούν στην Ευρώπη.

Το πρόβλημα δεν είναι ούτε τα ελληνικά νοσοκομεία, ούτε τα ελληνικά πανεπιστήμια, ούτε και οι Έλληνες γιατροί.

Το πρόβλημα είναι ότι σε τέτοιες επιχειρηματικές προκλήσεις, όπως του υγειονομικού τουρισμού, για διάφορους λόγους αντικειμενικούς (φόρτος νοσοκομείων και ελάχιστο προσωπικό), αλλά και υποκειμενικούς, (ευκαιρία επιτήδειων για αρπαχτές), επιστρατεύονται, συνήθως, ιδιωτικές δομές.

Το κακό δεν είναι ότι είναι ιδιωτικές οι κλινικές που αυτοδιαφημίζονται για εξειδικευμένες θεραπείες που απευθύνονται σε υψηλής οικονομικής στάθμης τουρισμό. Το κακό είναι ότι οι ιδιώτες, προκειμένου να κερδίσουν περισσότερα, έχουν την τάση να εξοικονομούν… περιττές δαπάνες. Κάνοντας εκπτώσεις στην ποιότητα, στην τεχνογνωσία και στην ασφάλεια των επικερδών θεραπειών τις οποίες αναλαμβάνουν.

Οι οποίες, δαπάνες που εξοικονομούνται, όμως, είναι αυτές που εγγυώνται την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Γιατί, βέβαια, πάντοτε υπάρχουν… πρόθυμοι δημόσιοι ελεγκτές που δεν θα δουν ή δεν θα ψάξουν για να βρουν αν υπάρχουν οι ασφαλιστικές δικλείδες που χαρίζουν στις ιδιωτικές κλινικές την αξιοπιστία που απαιτείται σε ζητήματα υγείας.

Η ιατρική απαιτεί αφενός μεγάλες επενδύσεις και αφετέρου αυστηρούς ελέγχους που εγγυώνται ότι πληρούνται με ευλάβεια οι εκάστοτε αναγκαίες προδιαγραφές.

Οι οποίες, δυστυχώς, δεν πληρούνταν στην περίπτωση του Γιώργου Μαζωνάκη. Ο οποίος εμπιστεύθηκε τη συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική, χωρίς να υποχρεούται να γνωρίζει, βεβαίως, ο ίδιος αν αυτή λειτουργούσε σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές ή όχι.

Αυτό ήταν η στοιχειώδης υποχρέωση της πολιτείας και των υγειονομικών θεσμών να το έχουν εγγυηθεί. Και δεν το έκαναν.

Την ίδια εξαπάτηση με τον Γ. Μαζωνάκη υπέστησαν και όσες και όσοι φοιτήτριες και φοιτητές βιάστηκαν να εγγραφούν στα πολυδιαφημισμένα από την κυβέρνηση ιδιωτικά πανεπιστήμια. Τα οποία, βασισμένα σε ένα πλημμελές θεσμικό καθεστώς που δεν διασφαλίζει την ακαδημαϊκή επάρκεια των εκπαιδευτικών επιχειρήσεων, αλλά και έχοντας περάσει ελέγχους fast track, όπως περίτρανα ανέδειξε το Συμβούλιο της Επικρατείας, υπέστησαν την ταπεινωτική ποινή της ακύρωσης των αδειών λειτουργία τους που δόθηκαν άρον άρον, καθώς και των προγραμμάτων σπουδών τους που αξιολογήθηκαν… νύχτα.

Ευτυχώς, στην περίπτωση των φοιτητών δεν υπήρξε απώλεια ζωής. Η οποία, όμως, μπορεί να υπάρξει στο μέλλον, αν όσοι τελικά αποφοιτήσουν από τέτοια ιδιωτικά πανεπιστήμια που δεν είναι πανεπιστήμια, εργαστούν τελικά σαν επιστήμονες.

Καθώς δεν θα έχουν τις απαραίτητες γνώσεις και τα ουσιαστικά προσόντα που εγγυάται στους αποφοίτους του ένα αξιολογημένο ακαδημαϊκά ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Η κυβέρνηση έσπευσε, βεβαίως, άμεσα να καλύψει τα κενά που η ίδια δημιούργησε. Επανεκδίδοντας τις άδειες λειτουργίας στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, προκειμένου να φανεί επικοινωνιακά ότι δεν υπάρχει πρόβλημα.

Μέσα σε μια μόλις εβδομάδα τα ισόγεια μαγαζιά έγιναν ως δια μαγείας… πολυώροφα κτίρια, οι στενοί διάδρομοι έγιναν… αυλές, τα σκοτεινά δωμάτια έγιναν… ηλιόλουστες αίθουσες διδασκαλίας και βιβλιοθήκες που σε δημόσια πανεπιστήμια χρειάστηκαν χρόνια για να δημιουργηθούν, γεννήθηκαν εκ του μηδενός μέσα σε λίγες μόλις μέρες.

Το υπουργείο Παιδείας και η κυβέρνηση επένδυσαν πολιτικά στα ιδιωτικά πανεπιστήμια και έπρεπε να προστατέψουν την αξιοπιστία τους.

Μόνο που όσο δυσφήμισε ο θάνατος του Μαζωνάκη τις ιδιωτικές κλινικές που τάζουν λαγούς και πετραχείλια χωρίς να έχουν την αντίστοιχη πιστοποίηση, άλλο τόσο δυσφήμισε, χωρίς να το θέλει, προφανώς, η κυβέρνηση τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Καθώς όλοι αντιλήφθηκαν τι «παίζεται» με την εσπευσμένη αδειοδότησή τους. Σκοπός της οποίας δεν είναι ούτε η προστασία της αξιοπιστίας της ανώτατης εκπαίδευσης, ούτε η προστασία των φοιτητών που τα εμπιστεύονται και των πολιτών που θα εμπιστευτούν αύριο τους αποφοίτους τους.

Σκοπός της κυβερνητικής σπουδής είναι η Ελλάδα, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς ακαδημαϊκή αξιολόγηση, να αποκτήσει άμεσα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Πρώτα γιατί αυτό επιβάλλει η ιδεολογία της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Και δεύτερον γιατί αυτό εξυπηρετεί τα οικονομικά συμφέροντα που υπηρετεί η κυβέρνηση αυτή.

Στόχος είναι το μεγάλο κέρδος με την ελάχιστη, δυνατή, επένδυση. Την ευθύνη τωνα ελέγχων, άλλωστε, και της ακαδημαϊκής αξιολόγησης την έχουν οι ίδιοι οι κυβερνητικοί φορείς. Οπότε ας μην ανησυχούν οι φίλοι τους οι επιχειρηματίες…

Η κυβέρνηση με την ιδεοληψία της παράδοσης σε ιδιώτες και μάλιστα κοψοχρονιά και άνευ όρων και κανόνων των τομέων της υγείας και της παιδείας, εγκληματεί.

Πρώτα γιατί μειώνει την αξιοπιστία αυτών των δομών. Η σπουδή με την οποία αυτές αδειοδοτήθηκαν, μετά το φιάσκο του ΣτΕ, έπληξε θανάσιμα την αξιοπιστία τους. Όσο οι ασθενείς δεν θα εμπιστευθούν ξανά κλινικές σαν και αυτή στην οποία άφησε την τελευταία του πνοή ό άτυχος Μαζωνάκης, άλλο τόσο και οι οικογένειες των φοιτητών δεν θα εμπιστευθούν ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο, η άδεια του οποίου ακυρώθηκε στον πρώτο χρόνο λειτουργίας του από τα δικαστήρια. Και έπεται συνέχεια, καθώς κατατέθηκαν και άλλες προσφυγές για την άρον άρον επαναδειοδότηση…

Δεύτερον και κυριότερο, όμως, η όλη μεθόδευση άφησε εκτεθειμένους και χωρίς προστασία τους πολίτες που εμπιστεύονται τις ιδιωτικές δομές. Γιατί, πως να εμπιστευθεί η κοινωνία αύριο έναν γιατρό, έναν δικηγόρο ή έναν οποιονδήποτε επιστήμονα, απόφοιτο ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου, η άδεια του οποίου ακυρώθηκε στα δικαστήρια γιατί αποδείχθηκε ότι δεν ήταν, τελικά, πανεπιστήμιο;

Και αν το πρώτο ενδιαφέρει μόνο τους επιχειρηματίες που επενδύουν, το δεύτερο αφορά και ενδιαφέρει το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

Η Ελλάδα δεν είναι, όπως ισχυρίζονται οι κυβερνητικοί, η μόνη χώρα στον κόσμο, μετά τη Βόρεια Κορέα, που δεν έχει ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Ψάξτε στη Σκανδιναβία κι αν βρείτε ένα, ελάτε να το δείξετε και σε εμάς.

Αλλά και εκεί που ιδρύθηκαν τέτοια πανεπιστήμια, όπως στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι κανόνες της αξιολόγησης ήταν τόσο αυστηροί, που αυτά που τελικά επιτράπηκε να λειτουργούν είναι ελάχιστα και καλύπτουν ένα μόλις 5%-10% του φοιτητικού πληθυσμού.

Αν η Ελλάδα του κ. Μητσοτάκη, όμως, έχει πράγματι μια πρωτιά, αυτή είναι ότι είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που επενδύει στον υγειονομικό τουρισμό, αφήνοντας όσους εμπιστεύονται τις κλινικές της να πεθαίνουν αβοήθητοι.

Όπως η Ελλάδα του κ. Μητσοτάκη είναι και η μόνη χώρα στον κόσμο που «έστησε» ιδιωτικά πανεπιστήμια, οι άδειες των οποίων ακυρώθηκαν από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας στην πρώτη ακόμη χρονιά της λειτουργίας τους, γιατί δεν είχαν περάσει τη βάσανο των ουσιαστικών ελέγχων και της ακαδημαϊκής αξιολόγησης.

Αυτά συμβαίνουν εκεί στον ευρωπαϊκό Νότο που τρίζει ο θάνατος κι η… απάτη κάνει κρότο.

*Ο Γιάννης Μυλόπουλος είναι Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

TVXS



Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Το μαύρο που μοιάζει γκρίζο

 

Βαθιά και πολυδιάστατη η κρίση που αντιμετωπίζει η Γερμανία

του Ηλία Καραβόλια

Όποιος δεν ανησυχεί και πιστεύει ότι το αποτέλεσμα υπέρ του AfD στη Γερμανία είναι φυσιολογικό και κανονικό (αφού είναι έκφραση δημοκρατίας σε χώρα με ακρίβεια, που μπαίνει σε ύφεση) και ότι δεν είναι τόσο ακροδεξιοί όσο φαίνονται ή π.χ. ανησυχητικά εθνικιστές – τότε είναι τυχερός, το εννοώ.

Οι τύποι αυτοί είναι απίστευτα κυνικοί. Και κυρίως -αυτό κρατήστε- προετοιμασμένοι. Λάτρεις του τεχνολαϊκισμού και του τεχνοφασισμού, σε ευθεία γραμμή (όπως γράφεται σε σοβαρά γερμανικά μέσα) με τους ανθρώπους του Q Anon, του MAGA, αλλά και με συνδέσμους του Ιλον Μασκ (όπως και κάποιοι εδώ στην Ελλάδα).

Το μαύρο έρχεται. Αν δεν μας νοιάζει, και το λέμε γκρίζο, τότε ας κρατήσουμε το φως στην άκρη του μυαλού μας αναμμένο. Η Γερμανία αντιμετωπίζει μια βαθιά πολυδιάστατη κρίση που συνδυάζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις. Τον Αύγουστο οι άνεργοι ξεπέρασαν τα 3 εκατομμύρια, ενώ οι εταιρικές πτωχεύσεις κινούνται σε επίπεδα 80% υψηλότερα από τα προ πανδημίας. Ο βιομηχανικός τομέας χάνει περίπου 15.000 θέσεις εργασίας κάθε μήνα.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος και τα επιτόκια πιέζουν την ανταγωνιστικότητα, οδηγώντας το κόστος δανεισμού της χώρας στα υψηλότερα επίπεδα από την εποχή της κρίσης χρέους.

Αλλά αυτοί οι τύποι που εκλέχθηκαν στις περιφερειακές εκλογές δεν κατηγορούν π.χ. τους επικεφαλής της Deutsche Bank ή τους μεγάλους βιομηχάνους με το outsourcing στην Κίνα και τη συντονισμένη προσέλκυση μετά των κινεζικών κεφαλαίων στη Γερμανία. Κατηγορούν πάντα τους μετανάστες και τα κόμματα που κυβερνούσαν, οπότε και τους δέχθηκαν στη χώρα τους.

Δεν τολμούν να πουν αν αυτοί οι μετανάστες έγιναν φτηνά χέρια στην κάθε Volkswagen που καταρρέει ή αν αύριο βολεύει την Ευρώπη και το λόμπι των εξοπλισμών να τους κάνει «Γερμανούς» και να τους στείλει στο μέτωπο κατά του Ρώσου «εισβολέα». Σανό δεν τρώει μόνο ο ελληνικός λαός, να συνεννοηθούμε κάποτε.

efsyn


Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποιος δεν είδε τα παιδιά στην Κυψέλη;

 



Η κάλυψη της υπόθεσης μετατρέπει την εγκληματική φρίκη σε θέαμα, κατασκευάζει «τέρατα» και αφήνει στο περιθώριο το κρίσιμο ερώτημα, πώς τα παιδιά αυτά παρέμειναν αόρατα στους μηχανισμούς προστασίας;

 

της Χριστιάνας Στυλιανού

Λίγες σκέψεις με αφορμή την υπόθεση της Κυψέλης, όπου εντοπίστηκε μέσα σε βαλίτσα η κατεψυγμένη σορός ενός βρέφους περίπου εννέα μηνών. Αρχικά τα περισσότερα μέσα έκαναν λόγο για «έμβρυο», ενώ τα νεότερα ευρήματα αναφέρουν βρέφος που έφερε πολλαπλά τραύματα.

Παράλληλα, στο διαμέρισμα βρίσκονταν τρία ανήλικα παιδιά, ανάμεσά τους μία έγκυος δεκαπεντάχρονη, με τις Αρχές να διερευνούν πλέον τις συνθήκες ζωής και τις ενδεχόμενες κακοποιήσεις που υπέστησαν.

Η φρίκη του γεγονότος είναι αδιαμφισβήτητη. Το ερώτημα, όμως, είναι πώς μετατρέπεται σε θέαμα: «σπίτι της φρίκης», «σατανισμένο μωρό», «κατεψυγμένο έμβρυο μέσα σε βαλίτσα», «ανατριχιαστικές αποκαλύψεις», ακόμη και ανεπιβεβαίωτα σενάρια περί αιμομιξίας και μαστροπείας.

Η είδηση δεν είναι το γεγονός καθαυτό, αλλά η αφήγηση που κατασκευάζεται γύρω από αυτό. Στο όνομα της ενημέρωσης δημοσιοποιήθηκαν ακόμη και εξαιρετικά ευαίσθητα δεδομένα για τα τρία ανήλικα παιδιά, όπως η εγκυμοσύνη της 15χρονης, ο υποσιτισμός τους, καθώς και πληροφορίες ότι έχουν διαγνωστεί με σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα –με τα πρώτα ρεπορτάζ να αναφέρουν συγκεκριμένα ότι η 15χρονη και ο εννιάχρονος αδελφός της νοσούν από σύφιλη.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να είναι σημαντικές για τη διερεύνηση της κακοποίησης και της εγκατάλειψής τους, η άκριτη δημοσιοποίησή τους, ωστόσο, μετατρέπει τα ίδια τα παιδιά σε μέρος του θεάματος και τα υποβάλλει σε μια δεύτερη, δημόσια έκθεση.

Ενώ όλα τα φώτα πέφτουν στο νεκρό βρέφος, τα τρία παιδιά που επέζησαν παραδίδονται, μαζί με το ιατρικό και προσωπικό τους ιστορικό, στο αδηφάγο βλέμμα του κοινού.

Τα ΜΜΕ επηρεάζουν την κοινωνική αντίδραση και στη συνέχεια την επανεντάσσουν στο ρεπορτάζ, τροφοδοτώντας έναν διαρκή κύκλο κάλυψης.

Μέσα σε αυτόν τον ανατροφοδοτούμενο κύκλο, η υπόθεση της Κυψέλης περιορίζεται εύκολα σε μια αφήγηση εξατομικευμένης φρίκης, με «τέρατα» και θύματα, ενώ τα ευρύτερα ερωτήματα παραμένουν στο περιθώριο:

Πώς ζούσαν αυτά τα παιδιά; Ποιοι γνώριζαν; Ποιοι θεσμοί απουσίαζαν; Γιατί κανένας μηχανισμός προστασίας δεν ενεργοποιήθηκε εγκαίρως;

Όπως υποστήριζε ο Βρετανός κοινωνιολόγος Στιούαρτ Χολ, οι ιστορίες εγκλήματος οικοδομούνται κυρίως μέσα από τις αστυνομικές, δικαστικές και «ειδικές» πηγές, οι οποίες λειτουργούν ως πρωταρχικοί προσδιοριστές της πραγματικότητας. Έτσι δημιουργείται γρήγορα μια κλειστή αφήγηση με αποτρόπαιες λεπτομέρειες.

Εκείνο που κινδυνεύει να χαθεί είναι το ουσιαστικότερο ερώτημα: πώς μια οικογένεια με τρία παιδιά, ανάμεσά τους μία έγκυο ανήλικη, έζησε για τόσο καιρό σε τέτοιες συνθήκες χωρίς να ενεργοποιηθεί κανένας μηχανισμός προστασίας;

Η εξατομίκευση του κακού προκαλεί αποτροπιασμό. Η διερεύνηση των θεσμικών και κοινωνικών ευθυνών, όμως, μπορεί να αποτρέψει την επανάληψή του.

Η φρίκη, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο μέσα στη βαλίτσα. Βρίσκεται και σε όσα συνέβαιναν επί χρόνια έξω από αυτήν, χωρίς να γίνουν ποτέ είδηση.

Κουτί Πανδώρας


Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Πού πήγαν τα παιδιά από τις γειτονιές;


Η εξαφάνιση των παιδιών από τον δρόμο δεν είναι μόνο αλλαγή οικογενειακών συνηθειών, μα είναι μεταβολή στο ποιος θεωρείται νόμιμος χρήστης του δημόσιου χώρου.

 του Αντώνη Μπατζιά

Θυμάμαι, από τα παιδικά χρόνια στην Καρδίτσα και στον Άγιο Ακάκιο, εκείνη την απλή φράση που συνόδευε την έξοδο από το σπίτι, «Να γυρίσεις πριν νυχτώσει».

Δεν ήταν διακήρυξη ελευθερίας ούτε απόδειξη ότι μεγαλώναμε σε έναν ασφαλή παράδεισο, ήταν απλώς ένα χρονικό όριο μέσα στο οποίο μπορούσες να χαθείς από το οπτικό πεδίο των μεγάλων, να αλλάξεις διαδρομή, να καθυστερήσεις σε μια πλατεία, να αποφασίσεις μόνος σου ποιο στενό θα πάρεις για να επιστρέψεις.

Αν σταματήσω εδώ, έχω ήδη γράψει το πιο εύκολο και πιο άχρηστο άρθρο, εμείς είχαμε χώμα στα γόνατα, τα σημερινά παιδιά έχουν δαχτυλιές στις οθόνες.

Μόνο που το παρελθόν δεν ήταν τόσο αθώο και τα παιδιά δεν ξύπνησαν ένα πρωί αποφασισμένα να ανταλλάξουν τη γειτονιά με το tablet. Προηγήθηκε μια πόλη που γέμισε αυτοκίνητα, στένεψε τα πεζοδρόμια, περίφραξε το παιχνίδι και μετέτρεψε την ανεπίβλεπτη παιδική παρουσία σε ένδειξη γονεϊκής αμέλειας.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί τα παιδιά «κλείστηκαν» στο σπίτι. Είναι ποιος έκλεισε πρώτος την πόρτα.

Η γειτονιά όπου δεν ακούγονται παιδιά

Στις περισσότερες ελληνικές πόλεις, η γειτονιά εξακολουθεί να υπάρχει ως ταχυδρομική διεύθυνση, όχι απαραίτητα ως κοινός τόπος. Ο δρόμος είναι διάδρομος κυκλοφορίας, το πεζοδρόμιο χώρος στάθμευσης ή επέκταση καταστήματος, η πλατεία οργανωμένη κατανάλωση.

Το παιδί γίνεται αποδεκτό όταν κάθεται δίπλα στους γονείς του, όταν παίζει στον ειδικά προβλεπόμενο χώρο ή όταν μετακινείται γρήγορα από το σπίτι στο σχολείο. Ένα δεκάχρονο που απλώς περιφέρεται μοιάζει σχεδόν με διοικητικό λάθος.

Η εξαφάνιση των παιδιών από τον δρόμο δεν είναι μόνο αλλαγή οικογενειακών συνηθειών, μα είναι μεταβολή στο ποιος θεωρείται νόμιμος χρήστης του δημόσιου χώρου.

Το αυτοκίνητο μπορεί να καταλαμβάνει επί ώρες μερικά τετραγωνικά μέτρα χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσει την παρουσία του, όμως μια παρέα παιδιών που κάνει θόρυβο, κλοτσά μια μπάλα ή κάθεται στα σκαλιά πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει ότι δεν ενοχλεί.

Η πόλη δηλώνει «δημόσια», αλλά λειτουργεί με όρους ιδιωτικού σαλονιού, δηλαδή επιτρέπεται να βρίσκεσαι εκεί εφόσον είσαι ήσυχος, προβλέψιμος και, κατά προτίμηση, πελάτης.

Η απουσία γίνεται, μάλιστα, αυτοτροφοδοτούμενη. Όσο λιγότερα παιδιά βρίσκονται έξω, τόσο πιο ασυνήθιστη και επισφαλής μοιάζει η παρουσία τους. Όσο περισσότεροι γονείς τα μεταφέρουν με αυτοκίνητο, τόσο πυκνότερη γίνεται η κυκλοφορία γύρω από σχολεία και δραστηριότητες. Κι όσο πυκνώνει η κυκλοφορία, τόσο πιο λογική φαίνεται η επόμενη διαδρομή με αυτοκίνητο.

Μια ατομική επιλογή προστασίας, απολύτως κατανοητή από τη σκοπιά κάθε οικογένειας, καταλήγει συλλογικά να κατασκευάζει το περιβάλλον από το οποίο προσπαθεί να προστατευτεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παλιά αλάνα ήταν μια μικρή δημοκρατία. Τα κορίτσια είχαν συχνά λιγότερη ελευθερία, τα παιδιά με αναπηρία αποκλείονταν σχεδόν αυτονόητα, ο νταής της γειτονιάς δεν είναι επινόηση των σύγχρονων γονέων.

Η νοσταλγία σβήνει αυτές τις ανισότητες επειδή θυμάται συνήθως την παιδική ηλικία εκείνου που μπορούσε να κυκλοφορεί. Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια μυθοποιημένη δεκαετία. Είναι να αναρωτηθούμε γιατί, με περισσότερη γνώση και περισσότερα τεχνικά μέσα, κατασκευάσαμε λιγότερη ελευθερία.

Από το «γύρνα πριν νυχτώσει» στο GPS

Το «πριν νυχτώσει» ήταν ασαφές, κάποτε αυθαίρετο και πάντως διαπραγματεύσιμο. Το GPS δεν διαπραγματεύεται. Μετατρέπει την κίνηση του παιδιού σε κουκκίδα, την καθυστέρηση σε ειδοποίηση και το κενό πληροφορίας σε λόγο συναγερμού.

Μια πρόσφατη επιστημονική ανασκόπηση για την ψηφιακή παρακολούθηση θέσης επισημαίνει ότι οι γονείς μπορούν πλέον να γνωρίζουν συνεχώς και με ακρίβεια πού βρίσκεται ένα παιδί, αλλά θέτει παράλληλα ζητήματα συναίνεσης, ιδιωτικότητας και ανάπτυξης της αυτονομίας. Η τεχνολογία δεν προσφέρει απλώς ένα εργαλείο· αλλάζει αυτό που θεωρούμε υπεύθυνη γονεϊκή συμπεριφορά.

Είναι εύκολο να ειρωνευτεί κανείς τον γονέα που κοιτάζει μια εφαρμογή για να δει αν το παιδί έφτασε στο φροντιστήριο. Είναι όμως και άδικο. Όταν η διάβαση είναι σβησμένη, το πεζοδρόμιο κομμένο στα δύο από παρκαρισμένα και ο οδηγός αντιμετωπίζει το όριο ταχύτητας ως προσωπική προσβολή, η επιτήρηση γίνεται υποκατάστατο μιας ασφάλειας που η πόλη αρνείται να προσφέρει.

Το GPS δεν γεννά μόνο τον φόβο· συχνά εγκαθίσταται πάνω σε έναν φόβο απολύτως υλικό.

Το παράδοξο είναι ότι ζητάμε από τα παιδιά να γίνουν κάποτε αυτόνομοι ενήλικες, αφού πρώτα περάσουν τα πρώτα δεκαπέντε ή δεκαοκτώ χρόνια της ζωής τους υπό διαρκή συνοδεία.

Θέλουμε να μάθουν να υπολογίζουν τον κίνδυνο χωρίς να τους επιτρέπουμε να πάρουν ούτε μία μικρή απόφαση που περιέχει κίνδυνο. Η ανεξαρτησία αναβάλλεται μέχρι την ηλικία κατά την οποία υποτίθεται ότι πρέπει να εμφανιστεί πλήρως σχηματισμένη.

Δεν πρόκειται για ρομαντική υπεράσπιση του κινδύνου. Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα στην προστασία και στην κατάργηση κάθε δοκιμής. Η λάθος στροφή, η συνεννόηση με έναν φίλο, η εκτίμηση του χρόνου, ακόμη και η μικρή αμηχανία του να ζητήσεις πληροφορίες από έναν άγνωστο είναι τρόποι με τους οποίους ένα παιδί μαθαίνει ότι μπορεί να κινηθεί μέσα στον κόσμο.

Η κουκκίδα στην οθόνη καθησυχάζει τον ενήλικα· δεν είναι βέβαιο ότι μαθαίνει στο παιδί να βρίσκει τον δρόμο του.

Πότε έγινε επικίνδυνο να είσαι δέκα χρονών;

Υπάρχουν πραγματικοί κίνδυνοι και υπάρχει η κοινωνική παραγωγή του φόβου. Το δύσκολο είναι ότι οι δύο κατηγορίες μπλέκονται. Η βαριά κυκλοφορία, η ταχύτητα και η κακή πεζή υποδομή δεν είναι γονεϊκές φαντασιώσεις.

Από την άλλη, η εντύπωση ότι πίσω από κάθε γωνία παραμονεύει ένας άγνωστος ενισχύεται από ένα μιντιακό περιβάλλον που μετατρέπει το σπάνιο περιστατικό σε μόνιμο φόντο της καθημερινότητας. Έτσι ο «καλός γονιός» δεν καλείται απλώς να προστατεύει, oφείλει να προβλέπει τα πάντα, διαφορετικά θα κριθεί εκ των υστέρων σαν να μπορούσε.

Η ελληνική έρευνα στο Κορδελιό–Εύοσμο είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή δεν περιγράφει μια αραιοκατοικημένη περιοχή με τεράστιες αποστάσεις. Σ’ έναν πυκνό δήμο, με μικτές χρήσεις και σύντομες διαδρομές, το 66,5% των παιδιών 6 έως 12 ετών πήγαινε στο σχολείο με τα πόδια, αλλά μόλις το 14,08% μόνο του.

Οι γονείς συνέδεσαν τη συνοδεία με επικίνδυνες διαβάσεις, ανεπαρκή πεζοδρόμια και παράνομες συμπεριφορές οδηγών. Τα παιδιά, δηλαδή, περπατούν, απλώς δεν είναι ανεξάρτητα.

Η διεθνής εικόνα δείχνει επίσης ότι δεν υπάρχει κάποιο βιολογικό σημείο στο οποίο ένα παιδί «είναι έτοιμο». Σε συγκριτική έρευνα 16 χωρών, η Φινλανδία, η Γερμανία και η Νορβηγία βρέθηκαν στις πρώτες θέσεις παιδικής ανεξάρτητης κινητικότητας, ενώ χώρες όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία πολύ χαμηλότερα.

Στα 10 τους, περίπου 6 στα 10 παιδιά στη Φινλανδία και στη Γερμανία επιτρεπόταν να χρησιμοποιούν μόνα τους τοπικά λεωφορεία· στην Ιταλία το αντίστοιχο επίπεδο ελευθερίας εμφανιζόταν στα δεκατρία ή δεκατέσσερα. Η διαφορά δεν βρίσκεται στα παιδιά. Βρίσκεται στις υποδομές, στις κοινωνικές προσδοκίες και στην εμπιστοσύνη.

Το αυτοκίνητο και η εξορία του ελεύθερου παιχνιδιού

Το αυτοκίνητο δεν αφαίρεσε από τα παιδιά μόνο την ασφάλεια. Αφαίρεσε τον χώρο και, μαζί του, το δικαίωμα στην απρόβλεπτη χρήση. Ένας δρόμος σχεδιασμένος για συνεχή ροή δεν ανέχεται παύσεις, λοξές διαδρομές ή μια μπάλα που ξεφεύγει. Δηλαδή δεν ανέχεται τίποτε από όσα κάνουν το παιδικό παιχνίδι παιχνίδι.

Έτσι το μεταφέραμε σε περιφραγμένες παιδικές χαρές, με συγκεκριμένα όργανα, ώρες και ενήλικες θεατές. Το παιδί έχει χώρο, αρκεί να παραμένει στην παιδική του ζώνη.

Όμως το ελεύθερο παιχνίδι δεν είναι υπηρεσία που παρέχεται αποκλειστικά από μία τσουλήθρα. Χρειάζεται δυνατότητα εξερεύνησης, συνάντηση χωρίς ραντεβού, μικρές συγκρούσεις που λύνονται χωρίς διαιτητή.

Ο κοινός οδηγός WHO και UNICEF για τους παιδοκεντρικούς δημόσιους χώρους, που δημοσιεύτηκε το 2026, αντιμετωπίζει το παιχνίδι ως δικαίωμα και οργανώνει τις προτάσεις του γύρω από έξι αρχές: ασφάλεια, παιχνίδι, πρόσβαση, υγεία, ισότητα και βιωσιμότητα. Ζητά ήπια κυκλοφορία, ασφαλείς διαβάσεις και προστατευμένες διαδρομές προς σχολεία, πάρκα και χώρους παιχνιδιού.

Η ανεξάρτητη κινητικότητα δεν είναι απλώς ένας πιο ευχάριστος τρόπος μετακίνησης. Συστηματική ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας τη συνδέει με περισσότερη σωματική δραστηριότητα, ενώ καταγράφει πόσο καθοριστικές είναι οι αντιλήψεις των γονέων και το ίδιο το δομημένο περιβάλλον.

Όταν αποκλείουμε κάθε μικρό ρίσκο, δεν μηδενίζουμε το συνολικό ρίσκο, μα το μεταφέρουμε στην ακινησία, στην απομόνωση και στην εξάρτηση.

Το όριο των 30 χιλιομέτρων δεν είναι, επομένως, η εμμονή κάποιων που μισούν τους οδηγούς. Ανασκόπηση εφαρμογών σε σαράντα ευρωπαϊκές πόλεις κατέγραψε κατά μέσο όρο 23% λιγότερες συγκρούσεις, 37% λιγότερους θανάτους και 38% λιγότερους τραυματισμούς μετά την καθιέρωσή του.

Τα ποσοστά δεν σημαίνουν ότι μια πινακίδα αρκεί χωρίς έλεγχο και επανασχεδιασμό του δρόμου. Δείχνουν όμως ότι η ταχύτητα είναι πολιτική επιλογή, όχι φυσικό φαινόμενο.

Το παιδί ως πρόγραμμα με μόνιμο συνοδό

Όταν η γειτονιά δεν μπορεί να φιλοξενήσει αυθόρμητη κίνηση, η παιδική ηλικία οργανώνεται σαν εβδομαδιαίο ημερολόγιο στελέχους, δηλαδή σχολείο, ξένη γλώσσα, άθλημα, μουσική, μεταφορά, παραλαβή. Ακόμη και το παιχνίδι χρειάζεται συνεννόηση ενηλίκων, διαθέσιμη ώρα και αυτοκίνητο. Το παιδί δεν συναντά απλώς έναν φίλο, μιας και οι δύο οικογένειες πραγματοποιούν μικρή επιχείρηση logistics.

Αυτή η παιδική ηλικία δεν είναι μόνο κουραστική, αλλά και ταξικά άνιση. Η οικογένεια που διαθέτει χρόνο, χρήματα και όχημα αγοράζει δραστηριότητες, ιδιωτικούς χώρους και ασφαλείς μετακινήσεις. Η οικογένεια που δεν τα διαθέτει δεν αποκτά περισσότερη ελευθερία, αλλά συχνά αποκτά ένα παιδί περιορισμένο στο σπίτι.

Ο δημόσιος χώρος θα έπρεπε να μειώνει τέτοιες διαφορές. Όταν γίνεται αφιλόξενος, τις μετατρέπει σε πεπρωμένο.

Και δεν είναι μόνο η κυκλοφορία ή η έλλειψη υποδομών που γεννά αυτή την απομάκρυνση. Υπάρχει η βία, η επιθετικότητα, η παρενόχληση, ο εκφοβισμός, η παρουσία ανθρώπων που μπορεί να εκμεταλλευτούν την ευαλωτότητα ενός παιδιού.

Υπάρχει ο φόβος ότι μια διαδρομή που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητη μπορεί να κρύβει έναν κίνδυνο που ο γονιός δεν θα προλάβει να αποτρέψει. Και υπάρχει, βέβαια, η πραγματική ανασφάλεια σε ορισμένες γειτονιές: σκοτεινά σημεία, εγκαταλελειμμένοι χώροι, απουσία ενηλίκων, αδυναμία άμεσης βοήθειας.

Δεν είναι όλα αυτά υπερβολές ούτε μπορούν να απορριφθούν ως προϊόν τηλεοπτικού πανικού. Ένα παιδί δεν πρέπει να εκτίθεται σε βία για να αποδείξει ότι είναι ανεξάρτητο.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εύλογη προστασία μετατρέπεται σε μόνιμη απαγόρευση και όταν κάθε κίνδυνος αντιμετωπίζεται σαν να έχει την ίδια πιθανότητα.

Άλλο να μαθαίνει ένα παιδί να αναγνωρίζει έναν ύποπτο ενήλικα, να ζητά βοήθεια, να αποφεύγει ένα επικίνδυνο σημείο και να επιστρέφει σε συμφωνημένη ώρα, κι άλλο να μεγαλώνει με την πεποίθηση ότι ο κόσμος έξω από την πόρτα είναι εξ ορισμού εχθρικός.

Η ασφάλεια δεν χτίζεται με την απομόνωση. Χτίζεται με φωτισμένους δρόμους, παρουσία ανθρώπων, σχέσεις εμπιστοσύνης, σχολεία που ακούν τα παιδιά και γειτονιές όπου η βία δεν μένει αόρατη.

Κάπου εδώ εμφανίζεται η οθόνη, ο βολικός κατηγορούμενος κάθε συζήτησης. Προφανώς οι πλατφόρμες σχεδιάζονται για να κρατούν την προσοχή και δεν χρειάζονται αθωωτική απόφαση.

Αλλά ένα παιδί που δεν μπορεί να πάει μόνο του σε φίλο, να σταθεί στην πλατεία χωρίς να καταναλώσει ή να κατέβει στον δρόμο χωρίς συνοδό θα αναζητήσει αλλού παρέα, παιχνίδι και περιπέτεια. Δεν διαλέγει το ψηφιακό αντί του πραγματικού σε συνθήκες ουδέτερου ανταγωνισμού. Το πραγματικό έχει ήδη αποκλειστεί.

Μια πόλη όπου ένα παιδί πηγαίνει μόνο του στο σχολείο

Ο OECD σημειώνει ότι ασφαλέστερα πεζοδρόμια και πεζές διαδρομές μπορούν να ενισχύσουν την ανεξάρτητη κινητικότητα των παιδιών και ταυτόχρονα να μειώσουν τον χρόνο που δαπανούν οι γονείς ως συνοδοί. Δεν πρόκειται για μια ειδική πολιτική που ωφελεί μόνο τους ανηλίκους. Το πεζοδρόμιο στο οποίο χωρά ένα παιδί χωρά και ένα αναπηρικό αμαξίδιο, έναν ηλικιωμένο, έναν γονέα με καρότσι.

Οι λύσεις δεν είναι μυστηριώδεις, είναι πραγματικά ελεύθερα πεζοδρόμια, συνεχείς ποδηλατικές διαδρομές, φωτισμός, διαβάσεις που υποχρεώνουν το αυτοκίνητο να επιβραδύνει, σχολικοί δρόμοι χωρίς κυκλοφορία στις ώρες προσέλευσης και αποχώρησης, χώροι όπου επιτρέπεται να παίζεις χωρίς εισιτήριο.

Στο Παρίσι, μέχρι την έναρξη της σχολικής χρονιάς του 2025 είχαν διαμορφωθεί περισσότεροι από 300 «δρόμοι των σχολείων», καλύπτοντας περίπου τα μισά νηπιαγωγεία και δημοτικά της πόλης, 100 από αυτούς είχαν ανασχεδιαστεί και φυτευτεί μόνιμα. Ο χώρος που αφαιρέθηκε από το αυτοκίνητο επέστρεψε στο περπάτημα, στο παιχνίδι και στην παραμονή

Μια φιλική προς τα παιδιά πόλη δεν είναι μια τεράστια παιδική χαρά ούτε ένας κόσμος χωρίς κίνδυνο. Είναι μια πόλη που επιτρέπει στα παιδιά να μαθαίνουν σταδιακά να διαχειρίζονται τον κίνδυνο, αντί να τα προστατεύει από κάθε εμπειρία μέχρι να τα παραδώσει απότομα στην ενηλικίωση.

Και είναι μια πόλη που δεν μεταφέρει ολόκληρο το βάρος της ασφάλειας στην αγωνία κάθε οικογένειας ξεχωριστά.

Το αν ένα παιδί μπορεί να πάει μόνο του στο σχολείο είναι τελικά ένας ανελέητα απλός δείκτης. Μετρά αν ο δρόμος συγχωρεί το λάθος, αν οι οδηγοί αναγνωρίζουν ότι δεν έχουν αποκλειστική κυριότητα της πόλης, αν υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που κοιτούν γύρω τους και όχι μόνο μπροστά τους.

Μετρά ακόμη αν αντιμετωπίζουμε το παιδί ως πολίτη που αποκτά σταδιακά δικαιώματα και ευθύνες ή ως εύθραυστο οικογενειακό περιουσιακό στοιχείο που μεταφέρεται από προστατευμένο χώρο σε προστατευμένο χώρο.

Ίσως, λοιπόν, τα παιδιά να μην εξαφανίστηκαν από τις γειτονιές. Ίσως οι γειτονιές να έπαψαν να χωρούν ανθρώπους που δεν οδηγούν, δεν καταναλώνουν και δεν συνοδεύονται.

Κι αν μια πόλη δεν μπορεί να εμπιστευτεί ένα δεκάχρονο για τη μικρή διαδρομή μέχρι το σχολείο, το πρόβλημα δεν είναι ότι το δεκάχρονο δεν μεγάλωσε αρκετά. Είναι ότι η πόλη έχει ξεχάσει για ποιον υποτίθεται πως υπάρχει.

Κουτί Πανδώρας