Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Πατρίς, θρησκεία, τηλεθέαση

 


Την περασμένη εβδομάδα, το εμπόρευμα απέκτησε καινούριο παρουσιαστή. Τον Ηλία Κασιδιάρη, αποφυλακισμένο πλέον, με νέο βίντεο και πολιτικό όχημα σε αναζήτηση ψήφων.

του Αντώνη Μπατζιά

Η τηλεόραση δείχνει μια παρέλαση. Πλάνα από χαμηλά, μέταλλο που γυαλίζει, κινητήρας που κάνει τον καναπέ να τρέμει. Στο τραπέζι υπάρχει ένα κινητό με ανοιχτή την εφαρμογή για ραντεβού σε γιατρό.

Η ημερομηνία που βολεύει δεν υπάρχει και η ημερομηνία που υπάρχει δεν βολεύει. Κάπου ανάμεσα στις δύο οθόνες κάθεται ένας άνθρωπος και προσπαθεί να υπολογίσει πόσο θα κοστίσει να αρρωστήσει.

Η σκηνή είναι φανταστική. Γι’ αυτό και μπορείς να τη συναντήσεις σε πολλά σπίτια. Δεν χρειάζεται να μισείς την παρέλαση ή το αεροπλάνο για να αναρωτηθείς ποιος αποφάσισε ότι αυτή είναι η μόνη εικόνα της πατρίδας που αξίζει να καταλαμβάνει ολόκληρη την οθόνη.

Γιατί στην άλλη, τη μικρή οθόνη με το ραντεβού, βρίσκεται επίσης η πατρίδα. Μόνο που δεν έχει soundtrack.

Στα παιχνίδια, *skin* είναι η εμφάνιση που φοράει ένας χαρακτήρας. Του αλλάζεις χρώματα, στολή, ύφος. Εδώ το προϊόν φοράει σημαία, ύμνο, πολεμική γραμματοσειρά κι άλλοτε εμφανίζεται σε τηλεοπτικό στούντιο, άλλοτε σε βίντεο δεκαπέντε δευτερολέπτων.

Το αντικείμενο της συναλλαγής είναι σταθερό, η αγωνία σου, μεταποιημένη σε θέαμα, θυμό και, αν πάνε καλά οι δουλειές, σε ψήφο.

Την περασμένη εβδομάδα, το εμπόρευμα απέκτησε καινούριο παρουσιαστή. Τον Ηλία Κασιδιάρη, αποφυλακισμένο πλέον, με νέο βίντεο και πολιτικό όχημα σε αναζήτηση ψήφων.

Από εκείνη τη στιγμή, η ιστορία δεν αφορά μόνο τη γελοιοποίηση της πατρίδας στην οθόνη, αφορά το τι συμβαίνει όταν η οθόνη συναντά την κάλπη.

Από τα F-16 στα «Skins» του TikTok

Η πατρίδα, πριν γίνει πάνελ, χωρούσε το σπίτι της γιαγιάς και μια κοινή ιστορία με τα καλά και τα εγκλήματά της. Στο πρωινάδικο μικραίνει. «Μας προκαλούν;», «Θα απαντήσουμε;», «Ποιος πρόδωσε;».

Ο παρουσιαστής υψώνει τη φωνή, ο καλεσμένος το φρύδι, κάτω στην οθόνη υψώνεται η σημαία. Μετά διαφημίσεις. Η εθνική αξιοπρέπεια επιστρέφει αμέσως μετά το απορρυπαντικό.

Η τηλεόραση δεν επινόησε τον εθνικισμό, του πρόσφερε όμως ένα πολύ πρακτικό εξάρτημα με το κουμπί της έντασης. Κάθε διαφωνία μπορεί να παρουσιαστεί ως μάχη για την επιβίωση του έθνους.

Κάθε δύσκολη ερώτηση για μισθούς, νοσοκομεία ή σχολεία μπορεί να περιμένει ώσπου να τελειώσει η μάχη. Και επειδή η μάχη είναι τηλεοπτική, δεν τελειώνει ποτέ. Αύριο έχει καινούριο επεισόδιο.

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η στρατιωτική εικόνα ταξιδεύει σήμερα από την κρατική τελετή στο προσωπικό προφίλ ενός πολιτικού.

Στις 28 Μαρτίου 2026 ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας ανέβασε στο TikTok βίντεο με οπλικά συστήματα που εμφανίστηκαν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου.

Η συνοδευτική του τοποθέτηση μιλούσε για τεχνολογική υπεροχή και αποτρεπτική ισχύ. Τα πλάνα έδειχναν, μεταξύ άλλων, τεθωρακισμένα, τορπίλες και αντιαεροπορικό σύστημα.

Το παλιό «κοιτάξτε στον ουρανό» έγινε «κοιτάξτε την οθόνη».

Ένας υπουργός Άμυνας έχει λόγο να ενημερώνει για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Όταν όμως η ενημέρωση υιοθετεί τη λογική του προσωπικού feed, η στρατηγική της άμυνας μεταφράζεται σε διαδοχή εντυπωσιακών εικόνων.

Θα σταματήσει το δάχτυλο; Θα πατήσει καρδιά; Ο υπουργός αποκτά content. Ο πολίτης αποκτά αίσθημα. Οι ερωτήσεις για σκοπούς, κόστος και προτεραιότητες χάνουν χρόνο στην οθόνη.

Το Reuters Institute κατέγραψε το 2025 ότι το 64% των Ελλήνων που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο ενημερώνεται μέσω κοινωνικών δικτύων, ενώ το TikTok χρησιμοποιείται για ειδήσεις από το 17%.

Οι πολιτικοί πηγαίνουν εκεί όπου βρίσκεται το κοινό και μαθαίνουν τη γραμματική του μέσου, δηλαδή λίγη ιστορία, πολλή εικόνα, καθαρός αντίπαλος, συναίσθημα έτοιμο για αποστολή.

Κι αν η τηλεόραση ήθελε ένα πάνελ, το κινητό χρειάζεται μόνο έναν αντίχειρα. Η υπερηφάνεια πακετάρεται, αναπαράγεται και καταναλώνεται στο διάλειμμα της δουλειάς.

Η πατρίδα χωράει πια σε κάθετη οθόνη, ο λογαριασμός της, πάλι, έρχεται οριζόντια, σε όλο το τραπέζι.

Το πιο ύπουλο σημείο της συσκευασίας είναι η απαίτηση να χειροκροτήσεις πριν ρωτήσεις. Όποιος ζητήσει λογαριασμό παρουσιάζεται σαν άνθρωπος που δεν συγκινείται από τη σημαία.

Η συγκίνηση γίνεται ασπίδα του ομιλητή και τεστ υπακοής του θεατή. Πατάς «μου αρέσει» ή απολογείσαι.

Η επικίνδυνη γραφικότητα των ψηφιακών ταγμάτων

Έχουμε μια κακή συνήθεια, όταν κάποιος κραυγάζει ότι η χώρα κινδυνεύει από μια λέξη, γελάμε. Τον λέμε γραφικό, κάνουμε ένα αστείο για το κεφαλαίο στο «ΕΛΛΑΣ», συνεχίζουμε το scrolling.

Το αστείο είναι αναγκαίο, αλλιώς θα ζούσαμε με το σαγόνι σφιγμένο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η περιφρόνηση της γραφικότητας μάς εμποδίζει να δούμε τη δουλειά που κάνει. Βάζει ένα όριο ανάμεσα στον «αληθινό» και στον «ψεύτικο». Μετά ζητά να αποφασίσουμε ποιος έχει δικαίωμα να σταθεί μέσα στο όριο.

Στις 8 Ιουλίου 2025, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη Βόρεια Μακεδονία, η Αφροδίτη Λατινοπούλου αυτοχαρακτηρίστηκε «περήφανη Μακεδόνισσα» και αποκάλεσε τους κατοίκους της γειτονικής χώρας «μουσαντένιους» Μακεδόνες.

Το κόμμα της δημοσίευσε την ομιλία ως δελτίο Τύπου και ενσωμάτωσε την ανάρτησή της στο Instagram. Δεν πρόκειται για ανώνυμο σχόλιο κάτω από βίντεο. Πρόκειται για λόγο εκλεγμένης εκπροσώπου, σχεδιασμένο να ταξιδέψει από το κοινοβουλευτικό έδρανο στην οθόνη του τηλεφώνου.

Μπορεί κάποιος να ασκήσει αυστηρή κριτική στη Συμφωνία των Πρεσπών, μπορεί να διαφωνήσει για ιστορία, γλώσσα, όρους εφαρμογής, διπλωματία, όταν όμως αποκαλείς «μουσαντένιους» τους ανθρώπους μιας χώρας, έχεις εγκαταλείψει την κριτική μιας συμφωνίας.

Έχεις περάσει στην αμφισβήτηση της ταυτότητάς τους. Κι εκεί το πολιτικό θέαμα βρίσκει το πιο φτηνό του καύσιμο, δηλαδή την ιδέα ότι η δική σου ύπαρξη γίνεται πιο αληθινή αν γελοιοποιήσεις του γείτονα.

Η ομιλία έγινε στο Ευρωκοινοβούλιο και αναρτήθηκε στο Instagram, που τα «skins» του τίτλου αφορούν τη συνολική γλώσσα των πλατφορμών. Κόβεις μια πρόταση, προσθέτεις υπότιτλους, σημαία, μουσική τελικής μάχης.

Το απόσπασμα αποσπάται από τη συζήτηση και ταξιδεύει μόνο του. Η πολιτική διαφωνία γίνεται διαγωνισμός καταγγελίας.

Η έρευνα SILENT WAVE, που παρουσιάστηκε το 2026, εξέτασε 102 ενημερωτικούς ιστότοπους και χιλιάδες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα της Ελλάδας. Οι ερευνητές περιγράφουν την κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου και τη συγκρότηση ενός ισχυρού, αναγνωρίσιμου λεξιλογίου.

Το ΕΚΚΕ έχει επίσης μελετήσει τις ψηφιακές μορφές πολιτικής δράσης και συσπείρωσης του ακροδεξιού χώρου. Δεν σημαίνει ότι κάθε θυμωμένος λογαριασμός ανήκει σε «τάγμα», σημαίνει ότι οι λέξεις, οι εικόνες και οι στόχοι κυκλοφορούν σε περιβάλλον όπου μπορούν να συνδεθούν και να επαναληφθούν με τρομακτική ευκολία.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, ο Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε από τον Δομοκό μετά την έκτιση της ποινής του για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή.

Τον περίμεναν υποστηρικτές. Εκείνος δήλωσε ότι επιστρέφει «στην πρώτη γραμμή». Η αποφυλάκιση είναι συνέπεια της έκτισης μιας ποινής, όχι σβήσιμο της καταδίκης.

Ούτε ψηφοφορία για το αν η Χρυσή Αυγή υπήρξε εγκληματική οργάνωση. Αυτό έχει κριθεί.

Έξι μέρες αργότερα, με βίντεο ανακοίνωσε τη στήριξή του στη «Συμμαχία Ελλήνων», σχήμα στο οποίο συμμετέχουν ανεξάρτητοι βουλευτές που είχαν εκλεγεί με τους «Σπαρτιάτες».

Η δική του υποψηφιότητα παραμένει αδιευκρίνιστη, αφού ο ίδιος παρέπεμψε τις αποφάσεις για τον τρόπο συμμετοχής του στην κατάθεση των υποψηφιοτήτων. Και το αν ένα κόμμα θα μπορεί να συμμετάσχει στις εκλογές δεν το αποφασίζει ένα βίντεο, θα το κρίνει ο Άρειος Πάγος βάσει του ισχύοντος πλαισίου, εξετάζοντας και την ενδεχόμενη υποκρυπτόμενη ηγεσία.

Το σημαντικό, πολιτικά, έχει ήδη συμβεί από την πύλη της φυλακής στη σκηνοθετημένη ανακοίνωση μιας εκλογικής σύμπραξης μέσα σε λιγότερο από εβδομάδα.

Ο Δένδιας, η Λατινοπούλου κι ο Κασιδιάρης δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο η κρατική προβολή της στρατιωτικής ισχύος, άλλο ο επιθετικός εθνικιστικός λόγος, άλλο ένας καταδικασμένος για τη διεύθυνση ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης που αναζητεί εκλογικό δρόμο. Το κοινό τους πεδίο είναι η αγορά της προσοχής, η διαφορά στην ευθύνη τους είναι τεράστια.

Γι’ αυτό και το βίντεο του Κασιδιάρη δεν είναι ακόμη ένα «γραφικό» κλιπ. Δοκιμάζει αν η ίδια πλατφόρμα που μετατρέπει τον θυμό σε ακόλουθο μπορεί να τον μετατρέψει και σε πολιτική νομιμοποίηση.

Η περίπτωση Κασιδιάρη υπενθυμίζει ακόμη πως η οργανωμένη βία της Χρυσής Αυγής δεν ήταν ποτέ μεταφορά. Όταν πουλάς ξανά ως πολιτικό προϊόν τον καταδικασμένο καθοδηγητή της, η μνήμη γίνεται όρος δημόσιας ασφάλειας.

Πώς η εθνική ρητορική κρύβει την εγκατάλειψη της δημόσιας υγείας και παιδείας

Το πιο βολικό με την πατρίδα των συνθημάτων είναι ότι δεν κλείνει ποτέ ραντεβού. Δεν περιμένει σε τηλεφωνική γραμμή. Δεν πληρώνει εξέταση. Δεν στέκεται μπροστά σε σχολείο και ψάχνει τι λείπει από μέσα. Είναι πάντοτε υγιής, πάντοτε μορφωμένη, πάντοτε όρθια, αρκεί να την κοιτάζεις από τη σωστή γωνία. Η χώρα των ανθρώπων έχει την αγένεια να διακόπτει αυτή την προβολή.

Στις 21 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του βίντεο, ο Γιώργος Μανούσος, ανεξάρτητος βουλευτής που είχε εκλεγεί με τους «Σπαρτιάτες», είπε στη Βουλή ότι εκπροσωπεί ουσιαστικά τη «Συμμαχία Ελλήνων» κι ότι το κόμμα θεωρεί την παιδεία «ύψιστο αγαθό».

Όταν ξέσπασαν αντιδράσεις, διευκρίνισε πως «δεν είμαστε κόμμα Κασιδιάρη». Κατανοητό, η στήριξη ενός καταδικασμένου ναζιστή χωράει στο βίντεο, αλλά δυσκολεύει όταν την προφέρεις ολόκληρη μέσα στη Βουλή.

  • Στο Health at a Glance 2025 του ΟΟΣΑ, το 12,1% των ανθρώπων στην Ελλάδα δήλωσε ανεκπλήρωτη ανάγκη για ιατρική φροντίδα, έναντι 3,4% στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ με συγκρίσιμα δεδομένα. Το 27% δήλωσε ικανοποιημένο από τη διαθεσιμότητα ποιοτικής περίθαλψης, έναντι 64% στον μέσο όρο. Οι δείκτες μετρούν διαφορετικά πράγματα και οι δύο όμως σε αφορούν όταν χρειάζεσαι βοήθεια εδώ και τώρα.
  • Στο Education at a Glance 2025, ο ΟΟΣΑ καταγράφει για το 2022 συνολικές επενδύσεις σε εκπαιδευτικά ιδρύματα στο 3,9% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στις χώρες του. Η πραγματική αμοιβή των δασκάλων της πρωτοβάθμιας είναι κατά 31% χαμηλότερη από εκείνη άλλων εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση πλήρους απασχόλησης, έναντι διαφοράς 17% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Δεν τα λέει κάποιος «εθνομηδενιστής» κάτω από την παρέλαση. Τα γράφουν οι συγκριτικοί πίνακες.

Ένα βίντεο υπουργού δεν προκάλεσε τις ελλείψεις στην υγεία. Μία ομιλία ευρωβουλεύτριας δεν αφαίρεσε χρήματα από σχολείο. Το ερώτημα είναι γιατί δαπανούμε τόση ενέργεια για το ποιος αγαπά αρκετά τη χώρα και τόσο λίγη για το πώς ζουν οι άνθρωποι μέσα της.

Και τώρα που ένας καταδικασμένος νεοναζί ζητά πολιτικό χώρο επικαλούμενος το έθνος, το ερώτημα αποκτά δεύτερη όψη, ποιον καλεί να αγαπήσει αυτή η εκδοχή της πατρίδας και ποιον ετοιμάζεται να αποκλείσει;

Ο τζινγκοϊσμός, ο θορυβώδης εθνικισμός που θέλει κάθε διαφωνία να μοιάζει με πόλεμο, προσφέρει μια εξαιρετικά οικονομική λύση, δίνει στον πολίτη την αίσθηση πως συμμετέχει σε κάτι μεγάλο, ενώ του αφήνει όλες τις μικρές αποδείξεις πληρωμής. «Έχουμε ισχύ», «Μας σέβονται», «Ψηλά το κεφάλι». Το σηκώνει όσο πρέπει για να δει τον αριθμό προτεραιότητας.

Αυτό είναι το πραγματικό εμπορικό κόλπο. Πουλούν αξιοπρέπεια σε μορφή εικόνας, ενώ η αξιοπρέπεια χρειάζεται υλικά, υπηρεσίες που λειτουργούν, ανθρώπους που αμείβονται, χρόνο που δεν ξοδεύεται σε ουρές, ένα σχολείο που δεν σου ζητά να αγοράσεις ιδιωτικά όσα υποσχέθηκε δημόσια.

Η σημαία δεν φταίει γι’ αυτά. Η σημαία γίνεται άλλοθι όταν την υψώνουν μπροστά τους σαν κουρτίνα και σου ζητούν να μη ρωτάς τι συμβαίνει πίσω της. Κι όσο πιο πολύ ανεβάζουν την ένταση στα εμβατήρια, τόσο πιο πολύ προσπαθούν να καλύψουν τον θόρυβο από τα άδεια ψυγεία.

Θέλεις να μιλήσουμε σοβαρά για το τι σημαίνει να αγαπάς αυτόν τον τόπο; Τότε ας μιλήσουμε για το αν ο άνθρωπος στο απομακρυσμένο χωριό βρίσκει γιατρό χωρίς να κάνει ημερήσια εκδρομή. Για το αν ο δάσκαλος μπορεί να ζήσει εκεί όπου διορίστηκε.

Για το αν ο γείτονας, ακόμη κι όταν διαφωνεί μαζί σου για την ιστορία, παραμένει γείτονας και όχι στόχος. Αυτά δεν βγαίνουν ωραία σε κάθετο βίντεο.

Δεν έχουν εύκολο φίλτρο. Έχουν όμως ανθρώπους που μπορούν να απαντήσουν, να οργανωθούν και να ζητήσουν περισσότερα. Εκεί η πατρίδα παύει να είναι σκηνικό και γίνεται ευθύνη.

Κουτί Πανδώρας


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Οι θολοκουλτουριάρηδες και η μεγάλη ρεβάνς

 


του Βασίλη Μαζωμένου

Για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα, το να μην ανήκεις στη Δεξιά δεν ήταν απλώς μια διαφορετική πολιτική επιλογή. Μπορούσε να είναι ένα κοινωνικό στίγμα που ακολουθούσε εσένα και την οικογένειά σου.

Θυμάμαι ακόμη να πηγαίνω παιδί μαζί με τον μακαρίτη τον πατέρα μου και τον παππού μου στο αστυνομικό τμήμα, για να ακούσουμε να απορρίπτεται η αίτηση του πατέρα μου για διαβατήριο «για λόγους εθνικής ασφαλείας».

Το πρώτο του διαβατήριο το πήρε όταν ήταν πια πενήντα χρονών.

Αυτή ήταν η «εθνική ασφάλεια» της εποχής: ένας άνθρωπος μπορούσε να θεωρείται επικίνδυνος όχι γι’ αυτό που είχε κάνει, αλλά γι’ αυτό που πίστευε, για την ιστορία του, ακόμη και για την οικογένεια στην οποία ανήκε.

Η εργασία, ιδιαίτερα στο Δημόσιο, οι σπουδές, η κοινωνική ανέλιξη, ακόμη και οι προσωπικές σχέσεις μπορούσαν να επηρεάζονται από το αν ήσουν «εθνικόφρων», αριστερός ή απλώς συγγενής κάποιου που είχε βρεθεί στη λάθος πλευρά της Ιστορίας. Το μετεμφυλιακό κράτος είχε χωρίσει τους πολίτες του σε κατηγορίες και τα περίφημα «κοινωνικά φρονήματα» δεν ήταν σχήμα λόγου αλλά εργαλείο πραγματικού αποκλεισμού. Οι δικτατορίες απλώς μετέτρεψαν τον αποκλεισμό σε ανοιχτή καταστολή.

Η Μεταπολίτευση άλλαξε ασφαλώς πολλά. Η Αριστερά νομιμοποιήθηκε, οι παλιές διακρίσεις άρχισαν να υποχωρούν και η κοινοβουλευτική δημοκρατία εδραιώθηκε. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 φάνηκε να ολοκληρώνει αυτή την ιστορική μεταβολή. Η αναγνώριση, για παράδειγμα, της Εθνικής Αντίστασης το 1982 αποκατέστησε θεσμικά ανθρώπους που το μεταπολεμικό κράτος είχε αποκλείσει από την ίδια την έννοια του αντιστασιακού.

Και κάπου εκεί αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι το πρόβλημα είχε λυθεί. Για περίπου σαράντα χρόνια ζήσαμε μέσα σε μια αυταπάτη: ότι η ισονομία είχε πλέον κατακτηθεί οριστικά, ότι τα πολιτικά φρονήματα δεν μπορούσαν πια να καθορίζουν τις ευκαιρίες ενός πολίτη, ότι οι μηχανισμοί αποκλεισμού ανήκαν σε μια Ελλάδα που είχαμε αφήσει πίσω μας. Φενάκη.

Δεν λέω ότι τίποτε δεν άλλαξε. Θα ήταν ανιστόρητο. Λέω ότι ίσως υπερεκτιμήσαμε το βάθος της αλλαγής. Γιατί στο μεταξύ άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά ένα διαφορετικό αφήγημα: εκείνο της λεγόμενης «ιδεολογικής κυριαρχίας της Αριστεράς». Οι ηττημένοι του Εμφυλίου παρουσιάστηκαν σταδιακά ως οι μεγάλοι νικητές της Μεταπολίτευσης.

Μπορεί να έχασαν στρατιωτικά και να υπέστησαν επί δεκαετίες φυλακές, εξορίες, διώξεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς, αλλά, σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, κέρδισαν τελικά κάτι σημαντικότερο: την ιδεολογία. Κατέλαβαν, υποτίθεται, τα πανεπιστήμια, τη διανόηση, τις τέχνες, το θέατρο, τον κινηματογράφο. Τον πολιτισμό. Και κάπως έτσι μια ιστορική ήττα μετατράπηκε σε κατηγορία εναντίον των ηττημένων.

Δεν αθωώνω βεβαίως την Αριστερά για όσα ακολούθησαν. Το αντίθετο. Στην αποδόμηση του ηθικού της κεφαλαίου συνέβαλε αποφασιστικά και η ίδια. Πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές στελεχών της, προσωπικές διαδρομές που ελάχιστα συμβάδιζαν με τον δημόσιο λόγο τους, πελατειακές πρακτικές, μικρές και μεγάλες εξουσίες, να μην πω σε ορισμένες περιπτώσεις εκτροπές, δημιούργησαν σύγχυση στο αριστερό ακροατήριο. Και έδωσαν άλλοθι στους αναθεωρητές της Ιστορίας.

Πάνω ακριβώς σε αυτό πάτησε η νέα Δεξιά για να διεκδικήσει τη μεγάλη της ρεβάνς. Μόνο που η νέα Δεξιά δεν μοιάζει πια με την παλιά.

Είναι ένα παράξενο και εξαιρετικά προσαρμοστικό συνονθύλευμα: πρώην σοσιαλδημοκράτες, νεοφιλελεύθεροι, παραδοσιακοί δεξιοί, ακροδεξιοί, τεχνοκράτες, άνθρωποι του συστήματος και οι αιώνιοι survivors που ξέρουν πάντοτε πού βρίσκεται η επόμενη εξουσία.

Η ρεβάνς αυτή, επομένως, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τα εργαλεία του 1950. Έπρεπε να εκσυγχρονιστεί. Και εκσυγχρονίστηκε. Ανάπτυξη. Εξωστρέφεια. Αριστεία. Αξιολόγηση. Αποτελεσματικότητα. Μετρήσιμα αποτελέσματα. Τεχνοκρατική αντίληψη. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με αυτές τις λέξεις; Κανείς, μέχρι τη στιγμή που θα τεθεί το πραγματικό ερώτημα: Ποιος αξιολογεί ποιον, με ποια κριτήρια και με ποια αντίληψη για την κοινωνία και τον πολιτισμό;

Και κάπου εδώ φτάνουμε στον χώρο που υπηρετώ και γνωρίζω καλύτερα. Στον κινηματογράφο. Πώς να χωνέψει, άραγε, κανείς ότι ο κινηματογράφος εξακολουθεί να είναι γεμάτος από «αριστεριστές»; Από ανθρώπους που αμφισβητούν, που δεν συμμορφώνονται εύκολα, που επιμένουν να κάνουν ταινίες για όσα η κανονικότητα προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι; Μάταια, πολλές φορές, κάποιοι φορείς και κάποια σωματεία μοιάζουν να προσπαθούν να καθησυχάσουν τη νέα εξουσία:

Μην ανησυχείτε. Δεν είναι αυτοί οι σημαντικοί. Αυτοί είναι κάτι παλιοί… Κάτι ιδεοληπτικοί. Κάτι ψώνια! Εμείς είμαστε οι καινούργιοι. Οι επαγγελματίες. Οι τεχνοκράτες του πολιτισμού. Ξέρουμε από αγορές, pitching, networking, στρατηγικές ανάπτυξης, business plans, deliverables, targets και εξωστρέφεια. Με εμάς μπορείτε να συνεργαστείτε. Ή κάπως έτσι.

Δεν χρειάζεται πια λοιπόν να πεις σε έναν δημιουργό ότι δεν σου αρέσουν οι ιδέες του. Αρκεί να τον χαρακτηρίσεις «εσωστρεφή». Δεν χρειάζεται να πεις ότι το έργο του σε ενοχλεί. Μπορείς να πεις ότι «δεν επικοινωνεί με το κοινό». Δεν χρειάζεται να τον αποκλείσεις πολιτικά. Αρκεί να μην πληροί τα «κριτήρια». Και αν επιμένει να δημιουργεί έργα δύσκολα, προσωπικά, σκοτεινά, πειραματικά, μη εμπορικά ή απλώς απρόθυμα να υπακούσουν στις εκάστοτε αισθητικές νόρμες, υπάρχει πάντοτε μια παλιά, βολική λέξη: Θολοκουλτουριάρης.

Μόνο που οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. Και η συγκεκριμένη έχει χρησιμοποιηθεί συστηματικά από την ελληνική άκρα Δεξιά. Τη χρησιμοποίησε ακόμη και η Χρυσή Αυγή μέσα στη Βουλή, μιλώντας απαξιωτικά για ανθρώπους της ΕΡΤ, πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες. Και αυτή η ίδια λέξη μοιάζει άλλωστε εντυπωσιακά, ως προς τη λειτουργία και το ιδεολογικό της φορτίο, με όρους από το λεξιλόγιο των Ναζί.

Με τον «πολιτιστικό μπολσεβικισμό» (Kulturbolschewismus) απαξίωναν τη μοντέρνα και πρωτοποριακή τέχνη συνδέοντάς την με την πολιτική και κοινωνική παρακμή, ενώ με την «εκφυλισμένη τέχνη» (Entartete Kunst) επιχείρησαν να στιγματίσουν ολόκληρα καλλιτεχνικά ρεύματα και δημιουργούς.

Πρόκειται για μια παλαιότερη και πολύ σκοτεινότερη εκδοχή της ίδιας ανάγκης να χωριστεί η τέχνη σε «υγιή» και «άρρωστη», αποδεκτή και ύποπτη, εθνικά ωφέλιμη και πολιτιστικά επικίνδυνη. Η περιφρόνηση, επομένως, απέναντι στη «δύσκολη», μοντέρνα, πειραματική ή πολιτικά ενοχλητική τέχνη έχει μια πολύ σκοτεινή ευρωπαϊκή προϊστορία. Φτάνει πίσω στο 1937 όπου οι Ναζί συγκέντρωσαν στο Μόναχο εκατοντάδες έργα μοντέρνας τέχνης για να τα εκθέσουν δημόσια ως παραδείγματα παρακμής, διαστροφής και πολιτιστικής απειλής. Η απαξίωση της τέχνης μέσω της απαξίωσης του καλλιτέχνη έχει ιστορία. Και οι λέξεις έχουν μνήμη.

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι η εξωστρέφεια. Προφανώς και ο ελληνικός κινηματογράφος πρέπει να ταξιδεύει. Ούτε η ανάπτυξη, ούτε η επαγγελματική οργάνωση, ούτε η αξιολόγηση είναι από μόνες τους έννοιες ύποπτες.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το εργαλείο γίνεται ιδεολογία.

Όταν η εξωστρέφεια μετατρέπεται σε αισθητικό κριτήριο. Όταν η εμπορευσιμότητα βαφτίζεται ποιότητα. Όταν το «επαγγελματικό» αντιπαρατίθεται στο καλλιτεχνικό. Όταν η τεχνοκρατία αποφασίζει τι αξίζει να δημιουργηθεί. Και κυρίως όταν άνθρωποι που δηλώνουν ότι δεν έχουν καμία ιδεολογία αποκτούν την εξουσία να αποφασίζουν ποια τέχνη είναι σύγχρονη, ποια είναι παρωχημένη, ποια είναι χρήσιμη και ποια περισσεύει.

Γιατί η απουσία ιδεολογίας είναι πολύ συχνά η πιο καλά μεταμφιεσμένη ιδεολογία.

TVXS


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Εκεί στο Νότο που τρίζει ο θάνατος (του Γ. Μαζωνάκη) κι η… απάτη κάνει κρότο

 


του Γιάννη Μυλόπουλου

Ο θάνατος του δημοφιλούς μουσικού Γιώργου Μαζωνάκη, ο οποίος όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία εμπιστεύθηκε μια ιδιωτική κλινική που διαφήμιζε μια υγειονομική υπηρεσία για την οποία δεν ήταν ούτε αξιολογημένη, ούτε και πιστοποιημένη από τα αρμόδια υγειονομικά όργανα, ανέδειξε με τραγικό τρόπο το τεράστιο ζήτημα της επιχειρηματικής αντιμετώπισης του τομέα της υγείας χωρίς τους κατάλληλους ελέγχους και την κατάλληλη αξιολόγηση.

Τόσο ο Ιατρικός Σύλλογος όσο και το υπουργείο Υγείας, επένδυσαν πολλά στον υγειονομικό τουρισμό, ως αναπτυξιακή δυνατότητα της χώρας.

Ακούγεται πολύ καλό για να είναι αληθινό. Όχι γιατί η Ελλάδα δεν έχει υψηλού επιπέδου δημόσια νοσοκομεία και εξαιρετικές Ιατρικές Σχολές στα πανεπιστήμιά της. Ούτε γιατί η Ελλάδα υστερεί σε επιστήμονες.

Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει. Πολλές ξένες χώρες, εδώ και χρόνια, αναζητούν στις Ιατρικές Σχολές της χώρας τους καλύτερους αποφοίτους για να τους προσελκύσουν να εργαστούν στην Ευρώπη.

Το πρόβλημα δεν είναι ούτε τα ελληνικά νοσοκομεία, ούτε τα ελληνικά πανεπιστήμια, ούτε και οι Έλληνες γιατροί.

Το πρόβλημα είναι ότι σε τέτοιες επιχειρηματικές προκλήσεις, όπως του υγειονομικού τουρισμού, για διάφορους λόγους αντικειμενικούς (φόρτος νοσοκομείων και ελάχιστο προσωπικό), αλλά και υποκειμενικούς, (ευκαιρία επιτήδειων για αρπαχτές), επιστρατεύονται, συνήθως, ιδιωτικές δομές.

Το κακό δεν είναι ότι είναι ιδιωτικές οι κλινικές που αυτοδιαφημίζονται για εξειδικευμένες θεραπείες που απευθύνονται σε υψηλής οικονομικής στάθμης τουρισμό. Το κακό είναι ότι οι ιδιώτες, προκειμένου να κερδίσουν περισσότερα, έχουν την τάση να εξοικονομούν… περιττές δαπάνες. Κάνοντας εκπτώσεις στην ποιότητα, στην τεχνογνωσία και στην ασφάλεια των επικερδών θεραπειών τις οποίες αναλαμβάνουν.

Οι οποίες, δαπάνες που εξοικονομούνται, όμως, είναι αυτές που εγγυώνται την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Γιατί, βέβαια, πάντοτε υπάρχουν… πρόθυμοι δημόσιοι ελεγκτές που δεν θα δουν ή δεν θα ψάξουν για να βρουν αν υπάρχουν οι ασφαλιστικές δικλείδες που χαρίζουν στις ιδιωτικές κλινικές την αξιοπιστία που απαιτείται σε ζητήματα υγείας.

Η ιατρική απαιτεί αφενός μεγάλες επενδύσεις και αφετέρου αυστηρούς ελέγχους που εγγυώνται ότι πληρούνται με ευλάβεια οι εκάστοτε αναγκαίες προδιαγραφές.

Οι οποίες, δυστυχώς, δεν πληρούνταν στην περίπτωση του Γιώργου Μαζωνάκη. Ο οποίος εμπιστεύθηκε τη συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική, χωρίς να υποχρεούται να γνωρίζει, βεβαίως, ο ίδιος αν αυτή λειτουργούσε σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές ή όχι.

Αυτό ήταν η στοιχειώδης υποχρέωση της πολιτείας και των υγειονομικών θεσμών να το έχουν εγγυηθεί. Και δεν το έκαναν.

Την ίδια εξαπάτηση με τον Γ. Μαζωνάκη υπέστησαν και όσες και όσοι φοιτήτριες και φοιτητές βιάστηκαν να εγγραφούν στα πολυδιαφημισμένα από την κυβέρνηση ιδιωτικά πανεπιστήμια. Τα οποία, βασισμένα σε ένα πλημμελές θεσμικό καθεστώς που δεν διασφαλίζει την ακαδημαϊκή επάρκεια των εκπαιδευτικών επιχειρήσεων, αλλά και έχοντας περάσει ελέγχους fast track, όπως περίτρανα ανέδειξε το Συμβούλιο της Επικρατείας, υπέστησαν την ταπεινωτική ποινή της ακύρωσης των αδειών λειτουργία τους που δόθηκαν άρον άρον, καθώς και των προγραμμάτων σπουδών τους που αξιολογήθηκαν… νύχτα.

Ευτυχώς, στην περίπτωση των φοιτητών δεν υπήρξε απώλεια ζωής. Η οποία, όμως, μπορεί να υπάρξει στο μέλλον, αν όσοι τελικά αποφοιτήσουν από τέτοια ιδιωτικά πανεπιστήμια που δεν είναι πανεπιστήμια, εργαστούν τελικά σαν επιστήμονες.

Καθώς δεν θα έχουν τις απαραίτητες γνώσεις και τα ουσιαστικά προσόντα που εγγυάται στους αποφοίτους του ένα αξιολογημένο ακαδημαϊκά ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Η κυβέρνηση έσπευσε, βεβαίως, άμεσα να καλύψει τα κενά που η ίδια δημιούργησε. Επανεκδίδοντας τις άδειες λειτουργίας στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, προκειμένου να φανεί επικοινωνιακά ότι δεν υπάρχει πρόβλημα.

Μέσα σε μια μόλις εβδομάδα τα ισόγεια μαγαζιά έγιναν ως δια μαγείας… πολυώροφα κτίρια, οι στενοί διάδρομοι έγιναν… αυλές, τα σκοτεινά δωμάτια έγιναν… ηλιόλουστες αίθουσες διδασκαλίας και βιβλιοθήκες που σε δημόσια πανεπιστήμια χρειάστηκαν χρόνια για να δημιουργηθούν, γεννήθηκαν εκ του μηδενός μέσα σε λίγες μόλις μέρες.

Το υπουργείο Παιδείας και η κυβέρνηση επένδυσαν πολιτικά στα ιδιωτικά πανεπιστήμια και έπρεπε να προστατέψουν την αξιοπιστία τους.

Μόνο που όσο δυσφήμισε ο θάνατος του Μαζωνάκη τις ιδιωτικές κλινικές που τάζουν λαγούς και πετραχείλια χωρίς να έχουν την αντίστοιχη πιστοποίηση, άλλο τόσο δυσφήμισε, χωρίς να το θέλει, προφανώς, η κυβέρνηση τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Καθώς όλοι αντιλήφθηκαν τι «παίζεται» με την εσπευσμένη αδειοδότησή τους. Σκοπός της οποίας δεν είναι ούτε η προστασία της αξιοπιστίας της ανώτατης εκπαίδευσης, ούτε η προστασία των φοιτητών που τα εμπιστεύονται και των πολιτών που θα εμπιστευτούν αύριο τους αποφοίτους τους.

Σκοπός της κυβερνητικής σπουδής είναι η Ελλάδα, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς ακαδημαϊκή αξιολόγηση, να αποκτήσει άμεσα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Πρώτα γιατί αυτό επιβάλλει η ιδεολογία της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Και δεύτερον γιατί αυτό εξυπηρετεί τα οικονομικά συμφέροντα που υπηρετεί η κυβέρνηση αυτή.

Στόχος είναι το μεγάλο κέρδος με την ελάχιστη, δυνατή, επένδυση. Την ευθύνη τωνα ελέγχων, άλλωστε, και της ακαδημαϊκής αξιολόγησης την έχουν οι ίδιοι οι κυβερνητικοί φορείς. Οπότε ας μην ανησυχούν οι φίλοι τους οι επιχειρηματίες…

Η κυβέρνηση με την ιδεοληψία της παράδοσης σε ιδιώτες και μάλιστα κοψοχρονιά και άνευ όρων και κανόνων των τομέων της υγείας και της παιδείας, εγκληματεί.

Πρώτα γιατί μειώνει την αξιοπιστία αυτών των δομών. Η σπουδή με την οποία αυτές αδειοδοτήθηκαν, μετά το φιάσκο του ΣτΕ, έπληξε θανάσιμα την αξιοπιστία τους. Όσο οι ασθενείς δεν θα εμπιστευθούν ξανά κλινικές σαν και αυτή στην οποία άφησε την τελευταία του πνοή ό άτυχος Μαζωνάκης, άλλο τόσο και οι οικογένειες των φοιτητών δεν θα εμπιστευθούν ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο, η άδεια του οποίου ακυρώθηκε στον πρώτο χρόνο λειτουργίας του από τα δικαστήρια. Και έπεται συνέχεια, καθώς κατατέθηκαν και άλλες προσφυγές για την άρον άρον επαναδειοδότηση…

Δεύτερον και κυριότερο, όμως, η όλη μεθόδευση άφησε εκτεθειμένους και χωρίς προστασία τους πολίτες που εμπιστεύονται τις ιδιωτικές δομές. Γιατί, πως να εμπιστευθεί η κοινωνία αύριο έναν γιατρό, έναν δικηγόρο ή έναν οποιονδήποτε επιστήμονα, απόφοιτο ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου, η άδεια του οποίου ακυρώθηκε στα δικαστήρια γιατί αποδείχθηκε ότι δεν ήταν, τελικά, πανεπιστήμιο;

Και αν το πρώτο ενδιαφέρει μόνο τους επιχειρηματίες που επενδύουν, το δεύτερο αφορά και ενδιαφέρει το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

Η Ελλάδα δεν είναι, όπως ισχυρίζονται οι κυβερνητικοί, η μόνη χώρα στον κόσμο, μετά τη Βόρεια Κορέα, που δεν έχει ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Ψάξτε στη Σκανδιναβία κι αν βρείτε ένα, ελάτε να το δείξετε και σε εμάς.

Αλλά και εκεί που ιδρύθηκαν τέτοια πανεπιστήμια, όπως στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι κανόνες της αξιολόγησης ήταν τόσο αυστηροί, που αυτά που τελικά επιτράπηκε να λειτουργούν είναι ελάχιστα και καλύπτουν ένα μόλις 5%-10% του φοιτητικού πληθυσμού.

Αν η Ελλάδα του κ. Μητσοτάκη, όμως, έχει πράγματι μια πρωτιά, αυτή είναι ότι είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που επενδύει στον υγειονομικό τουρισμό, αφήνοντας όσους εμπιστεύονται τις κλινικές της να πεθαίνουν αβοήθητοι.

Όπως η Ελλάδα του κ. Μητσοτάκη είναι και η μόνη χώρα στον κόσμο που «έστησε» ιδιωτικά πανεπιστήμια, οι άδειες των οποίων ακυρώθηκαν από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας στην πρώτη ακόμη χρονιά της λειτουργίας τους, γιατί δεν είχαν περάσει τη βάσανο των ουσιαστικών ελέγχων και της ακαδημαϊκής αξιολόγησης.

Αυτά συμβαίνουν εκεί στον ευρωπαϊκό Νότο που τρίζει ο θάνατος κι η… απάτη κάνει κρότο.

*Ο Γιάννης Μυλόπουλος είναι Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

TVXS



Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Το μαύρο που μοιάζει γκρίζο

 

Βαθιά και πολυδιάστατη η κρίση που αντιμετωπίζει η Γερμανία

του Ηλία Καραβόλια

Όποιος δεν ανησυχεί και πιστεύει ότι το αποτέλεσμα υπέρ του AfD στη Γερμανία είναι φυσιολογικό και κανονικό (αφού είναι έκφραση δημοκρατίας σε χώρα με ακρίβεια, που μπαίνει σε ύφεση) και ότι δεν είναι τόσο ακροδεξιοί όσο φαίνονται ή π.χ. ανησυχητικά εθνικιστές – τότε είναι τυχερός, το εννοώ.

Οι τύποι αυτοί είναι απίστευτα κυνικοί. Και κυρίως -αυτό κρατήστε- προετοιμασμένοι. Λάτρεις του τεχνολαϊκισμού και του τεχνοφασισμού, σε ευθεία γραμμή (όπως γράφεται σε σοβαρά γερμανικά μέσα) με τους ανθρώπους του Q Anon, του MAGA, αλλά και με συνδέσμους του Ιλον Μασκ (όπως και κάποιοι εδώ στην Ελλάδα).

Το μαύρο έρχεται. Αν δεν μας νοιάζει, και το λέμε γκρίζο, τότε ας κρατήσουμε το φως στην άκρη του μυαλού μας αναμμένο. Η Γερμανία αντιμετωπίζει μια βαθιά πολυδιάστατη κρίση που συνδυάζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις. Τον Αύγουστο οι άνεργοι ξεπέρασαν τα 3 εκατομμύρια, ενώ οι εταιρικές πτωχεύσεις κινούνται σε επίπεδα 80% υψηλότερα από τα προ πανδημίας. Ο βιομηχανικός τομέας χάνει περίπου 15.000 θέσεις εργασίας κάθε μήνα.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος και τα επιτόκια πιέζουν την ανταγωνιστικότητα, οδηγώντας το κόστος δανεισμού της χώρας στα υψηλότερα επίπεδα από την εποχή της κρίσης χρέους.

Αλλά αυτοί οι τύποι που εκλέχθηκαν στις περιφερειακές εκλογές δεν κατηγορούν π.χ. τους επικεφαλής της Deutsche Bank ή τους μεγάλους βιομηχάνους με το outsourcing στην Κίνα και τη συντονισμένη προσέλκυση μετά των κινεζικών κεφαλαίων στη Γερμανία. Κατηγορούν πάντα τους μετανάστες και τα κόμματα που κυβερνούσαν, οπότε και τους δέχθηκαν στη χώρα τους.

Δεν τολμούν να πουν αν αυτοί οι μετανάστες έγιναν φτηνά χέρια στην κάθε Volkswagen που καταρρέει ή αν αύριο βολεύει την Ευρώπη και το λόμπι των εξοπλισμών να τους κάνει «Γερμανούς» και να τους στείλει στο μέτωπο κατά του Ρώσου «εισβολέα». Σανό δεν τρώει μόνο ο ελληνικός λαός, να συνεννοηθούμε κάποτε.

efsyn


Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποιος δεν είδε τα παιδιά στην Κυψέλη;

 



Η κάλυψη της υπόθεσης μετατρέπει την εγκληματική φρίκη σε θέαμα, κατασκευάζει «τέρατα» και αφήνει στο περιθώριο το κρίσιμο ερώτημα, πώς τα παιδιά αυτά παρέμειναν αόρατα στους μηχανισμούς προστασίας;

 

της Χριστιάνας Στυλιανού

Λίγες σκέψεις με αφορμή την υπόθεση της Κυψέλης, όπου εντοπίστηκε μέσα σε βαλίτσα η κατεψυγμένη σορός ενός βρέφους περίπου εννέα μηνών. Αρχικά τα περισσότερα μέσα έκαναν λόγο για «έμβρυο», ενώ τα νεότερα ευρήματα αναφέρουν βρέφος που έφερε πολλαπλά τραύματα.

Παράλληλα, στο διαμέρισμα βρίσκονταν τρία ανήλικα παιδιά, ανάμεσά τους μία έγκυος δεκαπεντάχρονη, με τις Αρχές να διερευνούν πλέον τις συνθήκες ζωής και τις ενδεχόμενες κακοποιήσεις που υπέστησαν.

Η φρίκη του γεγονότος είναι αδιαμφισβήτητη. Το ερώτημα, όμως, είναι πώς μετατρέπεται σε θέαμα: «σπίτι της φρίκης», «σατανισμένο μωρό», «κατεψυγμένο έμβρυο μέσα σε βαλίτσα», «ανατριχιαστικές αποκαλύψεις», ακόμη και ανεπιβεβαίωτα σενάρια περί αιμομιξίας και μαστροπείας.

Η είδηση δεν είναι το γεγονός καθαυτό, αλλά η αφήγηση που κατασκευάζεται γύρω από αυτό. Στο όνομα της ενημέρωσης δημοσιοποιήθηκαν ακόμη και εξαιρετικά ευαίσθητα δεδομένα για τα τρία ανήλικα παιδιά, όπως η εγκυμοσύνη της 15χρονης, ο υποσιτισμός τους, καθώς και πληροφορίες ότι έχουν διαγνωστεί με σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα –με τα πρώτα ρεπορτάζ να αναφέρουν συγκεκριμένα ότι η 15χρονη και ο εννιάχρονος αδελφός της νοσούν από σύφιλη.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να είναι σημαντικές για τη διερεύνηση της κακοποίησης και της εγκατάλειψής τους, η άκριτη δημοσιοποίησή τους, ωστόσο, μετατρέπει τα ίδια τα παιδιά σε μέρος του θεάματος και τα υποβάλλει σε μια δεύτερη, δημόσια έκθεση.

Ενώ όλα τα φώτα πέφτουν στο νεκρό βρέφος, τα τρία παιδιά που επέζησαν παραδίδονται, μαζί με το ιατρικό και προσωπικό τους ιστορικό, στο αδηφάγο βλέμμα του κοινού.

Τα ΜΜΕ επηρεάζουν την κοινωνική αντίδραση και στη συνέχεια την επανεντάσσουν στο ρεπορτάζ, τροφοδοτώντας έναν διαρκή κύκλο κάλυψης.

Μέσα σε αυτόν τον ανατροφοδοτούμενο κύκλο, η υπόθεση της Κυψέλης περιορίζεται εύκολα σε μια αφήγηση εξατομικευμένης φρίκης, με «τέρατα» και θύματα, ενώ τα ευρύτερα ερωτήματα παραμένουν στο περιθώριο:

Πώς ζούσαν αυτά τα παιδιά; Ποιοι γνώριζαν; Ποιοι θεσμοί απουσίαζαν; Γιατί κανένας μηχανισμός προστασίας δεν ενεργοποιήθηκε εγκαίρως;

Όπως υποστήριζε ο Βρετανός κοινωνιολόγος Στιούαρτ Χολ, οι ιστορίες εγκλήματος οικοδομούνται κυρίως μέσα από τις αστυνομικές, δικαστικές και «ειδικές» πηγές, οι οποίες λειτουργούν ως πρωταρχικοί προσδιοριστές της πραγματικότητας. Έτσι δημιουργείται γρήγορα μια κλειστή αφήγηση με αποτρόπαιες λεπτομέρειες.

Εκείνο που κινδυνεύει να χαθεί είναι το ουσιαστικότερο ερώτημα: πώς μια οικογένεια με τρία παιδιά, ανάμεσά τους μία έγκυο ανήλικη, έζησε για τόσο καιρό σε τέτοιες συνθήκες χωρίς να ενεργοποιηθεί κανένας μηχανισμός προστασίας;

Η εξατομίκευση του κακού προκαλεί αποτροπιασμό. Η διερεύνηση των θεσμικών και κοινωνικών ευθυνών, όμως, μπορεί να αποτρέψει την επανάληψή του.

Η φρίκη, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο μέσα στη βαλίτσα. Βρίσκεται και σε όσα συνέβαιναν επί χρόνια έξω από αυτήν, χωρίς να γίνουν ποτέ είδηση.

Κουτί Πανδώρας