Υπάρχουν πτυχία που γράφονται με ιδρώτα. Και υπάρχουν πτυχία που γράφονται με γνωριμίες.
του Αντώνη Μπατζιά
Στα ελληνικά πανεπιστήμια,
υπήρχε μια συγκεκριμένη κάστα ανθρώπων. Τους θυμάσαι; Ήταν εκείνοι που δεν
κρατούσαν ποτέ σημειώσεις, αλλά πάντα κρατούσαν μια ντάνα αφίσες. Ήταν εκείνοι
που η μόνη τους επαφή με το αμφιθέατρο ήταν για να διακόψουν το μάθημα και να
μοιράσουν γραμμές και ρουσφέτια.
Υπάρχουν πτυχία που γράφονται με ιδρώτα. Και
υπάρχουν πτυχία που γράφονται με γνωριμίες. Κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο,
υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία. Τα πτυχία που δεν γράφτηκαν ποτέ, αλλά
πληρώθηκαν κανονικά, μπήκαν σε φακέλους, σε βιογραφικά, σε τίτλους. Και κυρίως,
σε καριέρες. Οι υπόλοιποι, οι «γραφικοί», πιστεύουνε ανόητα ότι το χαρτί που θα
παίρνανε στο τέλος θα είχε κάποια αξία. Ότι η γνώση ήταν το διαβατήριο για μια
ζωή με αξιοπρέπεια. Πόσο γελασμένοι ήταν.
Στην
Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην Ελλάδα 2.0, το πτυχίο είναι σαν το ηθικό
πλεονέκτημα, το επικαλείσαι μόνο όταν δεν το έχεις. Και η περίπτωση του
Μακάριου Λαζαρίδη δεν είναι απλώς ένα ακόμα «γαλάζιο» ατόπημα. Είναι ο
καθρέφτης μιας κοινωνίας που σαπίζει από το κεφάλι, ενώ το σώμα της προσπαθεί
απεγνωσμένα να κρατηθεί στη ζωή.
Ο «Επιστήμονας» του Λυκείου
Ας
πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, με την ψυχρή ειρωνεία που τους αρμόζει. Ο κ.
Λαζαρίδης, το «δεξί χέρι», ο άνθρωπος που ψιθυρίζει στα αυτιά της εξουσίας,
αποκαλύπτεται ότι αμειβόταν ως «επιστημονικός συνεργάτης» στο Υπουργείο
Παιδείας, προσέξτε την τραγική ειρωνεία, στο Παιδείας, την εποχή της Μαριέττας
Γιαννάκου, όντας απλώς απόφοιτος Λυκείου. Για να προσληφθείς ως ειδικός
επιστήμονας, ο νόμος είναι σαφής, χρειάζεσαι πτυχίο, μεταπτυχιακό, διδακτορικό.
Ο
Μακάριος όμως είχε κάτι πολύ ανώτερο από έναν τίτλο σπουδών, είναι ωραίος και
είχε κομματική ταυτότητα.Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πως ενώ εκατομμύρια νέοι
στην Ελλάδα λιώνουν στις βιβλιοθήκες, ενώ διδάκτορες με βαρύτατα βιογραφικά
δουλεύουν ως εκπαιδευτικοί και πεθαίνουν στην αίθουσα κυριολεκτικά, ο κ.
Λαζαρίδης «βάφτιζε» τον εαυτό του επιστήμονα.
Κι
όχι μόνο αυτό, αλλά σήμερα κουνάει και το δάχτυλο. Μιλάει για τη «νομιμότητα»,
για την «αξιολόγηση», για το «ψηφιακό κράτος».
Ποια
αξιολόγηση, αλήθεια; Αυτή που επιτρέπει σε έναν απόφοιτο λυκείου να εισπράττει
μισθούς «άριστου» επιστήμονα; Ή μήπως αυτή που καλύπτει τις τρύπες στα
βιογραφικά με το παχύ στρώμα της κομματικής προστασίας;
Από το απολυτήριο στο έδρανο χωρίς ενδιάμεσες στάσεις
Η
ειρωνεία δεν είναι ότι κάποιος μπορεί να γίνει βουλευτής χωρίς πτυχίο. Η
ειρωνεία είναι ότι μπορεί να παρουσιαστεί ως “επιστήμονας”. Σε μια χώρα όπου
άνθρωποι με διδακτορικά δουλεύουν με ωρομίσθια. Σε σχολικές αίθουσες που
στάζουν. Σε εργασιακές συνθήκες που δεν αντέχονται. Και μερικές φορές,
κυριολεκτικά δεν αντέχονται. Καταρρέουν. Σιωπηλά.
Κι
απέναντι σε αυτό, υπάρχει μια άλλη διαδρομή. Πιο σύντομη. Πιο αποτελεσματική.
Χωρίς βιβλία, χωρίς εξετάσεις, χωρίς αποτυχίες. Μια διαδρομή που δεν σε
δοκιμάζει. Σε τοποθετεί.
Είναι
η διαδρομή της πολιτικής επάρκειας χωρίς επιστημονική βάση, η διαδρομή που δεν
σε ρωτάει τι ξέρεις, αλλά ποιον ξέρεις.
Και
κάπου εκεί, η λέξη “αριστεία” γίνεται ανέκδοτο. Ένα σύνθημα που δεν περιγράφει
πραγματικότητα, αλλά επιθυμία. Όχι των πολλών. Των λίγων.
Αυτή
είναι η Ελλάδα 2.0. Από τη μια, ο επιστήμονας που πεθαίνει στη σχολική έδρα
γιατί δεν έχει να πληρώσει για τις βασικές του ανάγκες. Από την άλλη, ο
«επιστήμονας» του Λυκείου που ανεβαίνει τα σκαλιά της ιεραρχίας, παίρνει
υπουργικούς θώκους και εξασφαλίζει το μέλλον του (και της οικογένειάς του)
πατώντας πάνω σε πλαστά αφηγήματα.
Είναι
η απόλυτη απαξίωση της μόρφωσης. Είναι το μήνυμα που στέλνει η Νέα Δημοκρατία
σε κάθε παιδί: «Μη διαβάζεις. Μη σπουδάζεις. Μάθε να κολλάς αφίσες, μάθε να
γλείφεις τα σωστά παπούτσια και το κράτος θα σε βαφτίσει ό,τι θέλεις».
Ο «Σταθμαρχισμός» ως Εθνικό Σπορ
Καμία
έκπληξη πλέον. Η περίπτωση Λαζαρίδη δεν είναι εξαίρεση, είναι ο κανόνας. Είναι
η ίδια νοοτροπία που έβαλε έναν άνθρωπο, ο οποίος μέχρι χθες μοίραζε σχολικά βιβλία,
να διαχειρίζεται τις ράγες και τις ζωές των ανθρώπων στα Τέμπη. Ο
«σταθμαρχισμός» είναι η επίσημη ιδεολογία της κυβέρνησης των αρίστων. Είναι η
πεποίθηση ότι το ρουσφέτι μπορεί να αντικαταστήσει τη γνώση, ότι η «τοποθέτηση»
του δικού μας παιδιού είναι πιο σημαντική από την ασφάλεια ή τη δικαιοσύνη.
Ρουσφέτι.
Μια
λέξη βαριά, παλιά, που νομίζαμε ότι θα την αφήναμε πίσω μας μαζί με τις
ασπρόμαυρες ταινίες. Κι όμως, επιστρέφει πιο λαμπερή από ποτέ, ντυμένη με
ψηφιακά πέπλα και επικοινωνιακά τρικ. Ο κ. Λαζαρίδης, ο οποίος στις δηλώσεις
του «Πόθεν Έσχες» μιλάει για διαφάνεια και ειλικρίνεια, φαίνεται να ξέχασε να
αναφέρει το «Πόθεν» του πτυχίου του. Ή μήπως το «Έσχες» της επιστημονικής του
ιδιότητας ήταν απλώς μια μεταφορά που εμείς οι κοινοί θνητοί δεν καταλάβαμε;
Κι
ανάμεσα σε δηλώσεις και μισόλογα, υπάρχει και η εικόνα. Εκεί που δεν
χρειάζονται έγγραφα, ούτε τίτλοι. Μόνο σώμα, βλέμμα και τρόπος. Μια αμηχανία
που προσπαθεί να ντυθεί αυτοπεποίθηση. Μια σιγουριά που ακούγεται δανεική. Σαν
φοιτητής που μπαίνει σε μάθημα στο τέλος του εξαμήνου και μιλάει λες και το
παρακολουθούσε από την αρχή. Μόνο που εδώ δεν είναι αμφιθέατρο. Είναι δημόσιος
λόγος. Και το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν ξέρεις.
Είναι
ότι δεν καταλαβαίνεις καν ότι φαίνεται. Γιατί σε ένα σύστημα που σε έμαθε ότι η
εικόνα αρκεί, η ουσία γίνεται περιττή λεπτομέρεια. Και τότε δεν γελάς μόνο με
την αμηχανία. Γελάς με την αυτοπεποίθηση που τη συνοδεύει. Αυτή είναι η πιο
καθαρή απόδειξη ότι δεν πρόκειται για λάθος. Πρόκειται για κανονικότητα. Αλλά,
τι είναι ο ειδικός επιστήμονας; Κάποια επικίνδυνη καθαρίστρια με πλαστό
απολυτήριο λυκείου;;;
Η Απόγνωση μιας Γενιάς
Δες
τα νέα παιδιά που ετοιμάζονται για τις πανελλήνιες, κλείνονται στα
φροντιστήρια, να αγωνιούν, να ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον. Και μετά δες το
βιογραφικό του κ. Λαζαρίδη. Τι να πούμε στα παιδιά; Ότι η γνώση είναι δύναμη;
Εδώ
βρίσκεται η πραγματική τραγωδία. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν διαλύει μόνο τη
δημόσια παιδεία, την υγεία ή την οικονομία. Διαλύει το ίδιο το κίνητρο για
πρόοδο, δημιουργεί μια κοινωνία όπου η αριστεία είναι ένα άδειο κέλυφος, μια
ταμπέλα που την αγοράζεις με την υποταγή σου στο κόμμα.
Ο
κ. Λαζαρίδης προφανώς και δεν πρόκειται να παραιτηθεί. Στην Ελλάδα του
«σταθερά, τολμηρά, μπροστά», η παραίτηση θεωρείται αδυναμία, όχι πράξη
ευθιξίας. Θα συνεχίσει να κάθεται στην
καρέκλα
του, να εισπράττει τον μισθό του και να μας κουνάει το δάχτυλο για τις
μεταρρυθμίσεις που «χρειάζεται ο τόπος».
Η
Ελλάδα 2.0 είναι μια Ελλάδα για λίγους. Για τους «Μακάριους» αυτής της γης που
βρήκαν τον τρόπο να παρακάμψουν την ουρά, τη λογική και τη νομιμότητα.
Καλό
βράδυ, από μια χώρα που δεν έχει πια ούτε πτυχίο, ούτε ντροπή.
Κουτί Πανδώρας



