Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Καισαριανή / Τα άβολα ντοκουμέντα για τους ιδεολογικούς απογόνους των συνεργατών των ναζί

 


της Φωτεινής Λαμπρίδη

Λίγες φωτογραφίες – ντοκουμέντα της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών τον Δεκέμβρη του 1944 στην Καισαριανή, ήταν αρκετές για να προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης και δάκρυα.

Η σιωπή των εικόνων είπε πολλά περισσότερα από όσα πασχίζουμε να εξηγούμε και να αναλύουμε συχνά με αφορμή διάφορα προτάγματα.

Δεν προκάλεσαν ωστόσο συγκίνηση σε όλους και όλες παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τεράστιο ιστορικό ντοκουμέντο της εκτέλεσης από ναζί 200 αγωνιστών που έπεσαν για αυτή την πατρίδα, γι’ αυτόν τον λαό.

Τα «μετρημένα» και σιωπηλά στελέχη μιας κυβέρνησης που επιδίδεται συχνά σε αντικομμουνιστικά ντελίρια που άργησαν να βγάλουν ανακοινώσεις και διεκδίκησαν υπό την πίεση φορέων και κομμάτων τα τεκμήρια, οι νεοδημοκράτικοι λογαριασμοί που έσπευσαν να αμφισβητήσουν τη γνησιότητας τους και οι φασιστές που βεβήλωσαν το μνημείο των πεσόντων στο Σκοπευτήριο, με διαφορετική ένταση ο καθένας, άνοιξαν πάλι το παράθυρο να φανεί από που αιμορραγεί αυτή η πληγή που ονομάζουν «εθνικό διχασμό».

Μια πληγή που στην πραγματικότητα ονομάζεται «διαχρονική ατιμωρησία των ιδεολογικών απογόνων των ελλήνων συνεργατών των ναζί» που όχι απλά την έβγαλαν καθαρή αλλά στελέχωσαν και το μετεμφυλιακό κράτος.

Από αυτή την ατιμωρησία του καθόλου ευκαταφρόνητου αριθμού δωσιλόγων, αντλούν το θράσος τους οι ιδεολογικοι απόγονοι τους που διαστρεβλώνουν την ιστορία και βανδαλίζουν μνημεία και είναι μια καλή ευκαιρία αυτή να θυμίσουμε δύο εξαιρετικά βιβλία: Το «Οι δίκες των δωσίλογων» 1944-1949 (Εκδόσεις Πόλις) του Δημήτρη Κουσουρή και «Οι Δωσίλογοι» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) του Μενέλαου Χαραλαμπίδη.

Η σε βάθος μελέτη της ιστορίας των δωσιλόγων κάνει κατανοητό ποιοι ενοχλήθηκαν από το περήφανο βλέμμα των ανθρώπων που πήγαιναν ευθυτενείς, με θάρρος και το τραγούδι στο στόμα κοιτάζοντας ευθύβολα τον εχθρό στα μάτια, προς τον θάνατο. Είναι εκείνοι που ακόμα υποφέρουν από το γεγονός ότι οι 200 ήρωες ήταν κομμουνιστές. Αυτοί γράφουν τα σχόλια μίσους για τα ντοκουμέντα αυτά, αυτοί που με τα νεύρα σπασμένα πήγαν να βανδαλίσουν το μνημείο. Αυτοί μούδιασαν μπροστά στα αδιάψευστα στοιχεία μιας αταλάντευτα γενναίας αναμέτρησης με το θηρίο του ναζισμού.

Η έρευνα των ιστορικών Δημήτρη Κουσουρή και Μενέλαου Χαραλαμπίδη αποκαλύπτει ότι ο δωσιλογισμός στην Ελλάδα δεν ήταν ένα περιθωριακό φαινόμενο, αλλά ένα φαινόμενο με μαζικά χαρακτηριστικά.

Όπως επισημαίνει ο Κουσουρής, χιλιάδες Έλληνες συνεργάστηκαν με τις ιταλικές και τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ο δωσιλογισμός δεν περιοριζόταν σε ιδεολογική ταύτιση. Ήταν συχνά μια σχέση συμφέροντος, κατά την οποία οι εμπλεκόμενοι αποκόμιζαν προσωπικά οφέλη, ενώ ζημίωναν την Ελλάδα και τον εθνικό αγώνα.

Η έκταση του φαινομένου αποτυπώνεται και στα στοιχεία των διώξεων μετά την Απελευθέρωση. Από τις 15.000 καταγγελίες στην Αθήνα, μόλις 2.200 έφτασαν στο ακροατήριο.

Συνολικά, το 85% των υποθέσεων αρχειοθετήθηκε και πολλοί δωσίλογοι ενσωματώθηκαν στο νέο κράτος που συγκροτήθηκε υπό την αιγίδα των δυτικών συμμάχων, λόγω του αντικομμουνιστικού τους προσανατολισμού.

Διέθεταν οικονομική ισχύ και διασυνδέσεις, γεγονός που τους επέτρεψε να αποφύγουν την τιμωρία. Στην πράξη, καταδικάστηκαν κυρίως οι οικονομικά ασθενέστεροι, «τα μικρά ψάρια», ενώ οι ισχυρότεροι παρέμειναν στο απυρόβλητο.

Η ατιμωρησία αυτή δεν ήταν απλώς μια αποτυχία της δικαιοσύνης. Ήταν μια πολιτική επιλογή που διαμόρφωσε το μεταπολεμικό κράτος. Όπως σημειώνει ο Κουσουρής, αρκετοί από τους δωσίλογους όχι μόνο επανεντάχθηκαν στην κοινωνία, αλλά έγιναν μέρος της πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Κάποιοι έφτασαν σε κορυφαίες θέσεις εξουσίας, ενώ οι οικογένειές τους ενσωματώθηκαν πλήρως στο πολιτικό σύστημα.

Ο δωσιλογισμός έγινε ένα ισχυρό ταμπού, που αποκρύφτηκε πίσω από το αφήγημα της εθνικής ενότητας και της αντικομμουνιστικής «αναγκαιότητας».

Η έρευνα του Μενέλαου Χαραλαμπίδη φωτίζει ακόμη πιο σκοτεινές πτυχές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει εντοπίσει, το 60-70% των Ελλήνων αντιστασιακών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς είχαν προηγουμένως συλληφθεί από ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας. Δηλαδή, οι εκτελέσεις δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της ναζιστικής κατοχής, αλλά και της ενεργού συμμετοχής ελληνικών κρατικών μηχανισμών. Ο Χαραλαμπίδης εισάγει τον όρο «ελληνική κατοχή» για να περιγράψει τη δράση των ελληνικών ταγμάτων ασφαλείας, τα οποία λειτουργούσαν ως προέκταση του γερμανικού στρατού κατοχής.

Όπως είπε σε συνέντευξη του στο tvxs, η συνεργασία αυτή δεν ήταν μια περιθωριακή παρέκκλιση. Ξεκίνησε από την πρώτη ημέρα της Κατοχής, με τη συγκρότηση της κυβέρνησης Τσολάκογλου, και επεκτάθηκε σε όλο τον κρατικό μηχανισμό. «Ένα σημαντικό τμήμα της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής ελίτ συνεργάστηκε ενεργά με τον κατακτητή, συχνά πριν ακόμη οργανωθεί η αντίσταση. Η συνεργασία δεν ήταν απάντηση στη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων. Αντιθέτως, προηγήθηκε και συνέβαλε στη διάλυση της κοινωνικής συνοχής».

Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ πλήρως. Τα αρχεία των σωμάτων ασφαλείας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, κατά παράβαση της διεθνούς πρακτικής που προβλέπει το άνοιγμά τους μετά από 30 χρόνια. Η αποσιώπηση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Είναι μια μορφή θεσμικής λήθης, που εμποδίζει την κοινωνία να αναμετρηθεί με το παρελθόν της.

Η ατιμωρησία των δωσίλογων είχε βαθιές συνέπειες. Όπως επισημαίνει ο Χαραλαμπίδης, η μη απονομή δικαιοσύνης δημιούργησε μια διαχρονική δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο κράτος και τη δικαιοσύνη. Η αίσθηση ότι οι συνεργάτες του κατακτητή όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά επιβραβεύτηκαν, άφησε ένα τραύμα που παραμένει ανοιχτό.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η βεβήλωση του μνημείου της Καισαριανής αποκτά μια βαθύτερη σημασία. Δεν πρόκειται για μια απλή πράξη βανδαλισμού. Οι ιδεολογικοί απόγονοι των δωσίλογων δεν εμφανίζονται σε ένα ιστορικό κενό. Εμφανίζονται σε μια κοινωνία που δεν αναμετρήθηκε πλήρως με το παρελθόν της, που δεν απέδωσε δικαιοσύνη και που επέτρεψε τη διατήρηση μύθων και αποσιωπήσεων. Αποθρασύνονται δε περισσότερο με τις πλάτες της διεθνούς της ακροδεξιάς που ενδυναμώνεται.

Η Καισαριανή είναι ένας τόπος μνήμης, αλλά και ένας τόπος ευθύνης. Κι όσοι δεν αντιμετωπίζουν τη γνώση της ιστορίας σαν μια ακαδημαϊκή άσκηση αλλά σαν μια πολιτική και ηθική αναγκαιότητα, ειδικά σε μια εποχή που τα φαντάσματα του ναζισμού επιστρέφουν, καταλαβαίνουν πολλά.

Οι ανατριχιαστικές φωτογραφίες απευθύνουν μηνύματα προς πολλούς και διαφορετικούς αποδέκτες, όπως κάνουν πάντα όλα τα αντικείμενα που ενεργοποιούν την ιστορική μνήμη. Στην αριστερά υπενθυμίζουν την αναγκαιότητα επανάκτησης μιας γενναιότητας και άλλων αξιών που κινδυνεύουμε να απωλέσουμε πλήρως βυθισμένοι στην ηττοπάθεια.

Στους απογόνους των συνεργατών των ναζί, τα ντοκουμέντα υπενθυμίζουν πως υπάρχει πάντα κάτι πιο ισχυρό από τη δύναμη της εξουσίας και τη μπότα του κατακτητή: αυτή η άσβεστη φλόγα στα μάτια των ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν για έναν καλύτερο κόσμο, που δεν ενεργούν για το συμφέρον τους. Τους υπενθυμίζουν κάτι ακόμα όμως. Πως ανά πάσα στιγμή, η φωνή της ζώσας μνήμης μπορεί να ακουστεί πιο ηχηρά και να τους ξεμπροστιάσει. «Δεν είστε οι πατριώτες όπως λέτε. Είστε οι πατριδοκάπηλοι, οι προδότες συνεργάτες των ναζί, οι φασίστες».

TVXS


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Μην πετάξουμε μαζί με τα απόνερα και το μωρό

 


του Αντιλιάν Κοτζάι

Η υπόθεση Παναγόπουλου δημιουργεί αισθήματα αποστροφής και απώθησης προς την κοινωνία, σχετικά με την έννοια του συνδικαλισμού, σε μία συγκυρία, όπου έτσι και αλλιώς το συνδικαλιστικό κίνημα είναι την τελευταία δεκαπενταετία βαθιά τραυματισμένο.

Όμως, θέλει μεγάλη προσοχή, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος μαζί με τα απόνερα να πετάξουμε και το παιδί, δηλαδή την χρησιμότητα του συνδικαλισμού.

Είναι αλήθεια ότι σε κάθε επίπεδο οι δομές εκπροσώπησης των πολιτών πάσχουν και αυτό αποτυπώνεται και στο υψηλότερο επίπεδο, που είναι το πολιτικό σύστημα, το οποίο αντί να ενσωματώνει πολίτες, τους οδηγεί τα τελευταία χρόνια στην αποχή και την αδράνεια.

Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά ο βασικότερος είναι η κρατικοποίηση των κομμάτων.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αντί τα κόμματα να είναι δυνάμεις μετασχηματισμού, ενσωματώνουν τα κελεύσματα του κράτους, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται από τα αιτήματα της κοινωνίας.

Κρατικοποίηση του συνδικαλισμού

Το ίδιο πρόβλημα που υπάρχει με τα «κρατικά κόμματα» ή τα «κόμματα καρτέλ» ισχύει και στην περίπτωση του συνδικαλισμού, καθώς τις τελευταίες δεκαετίες η ΓΣΕΕ και μία σειρά από οργανώσεις γραφειοκρατικοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία «ελίτ», της οποίας τα συμφέροντα αυτονομήθηκαν από αυτά των εργαζομένων.

Σε αυτό το πλαίσιο οι εργαζόμενοι απομακρύνονται από τις συλλογικές διαδικασίες και οι αντιπολιτικές τάσεις γιγαντώνονται.

Αυτό το είδαμε και στην εποχή της κρίσης, όπου οι συντηρητικές δυνάμεις σπίλωναν την έννοια του συνδικαλισμού, πατώντας ακριβώς σε αυτές τις παθογένειες των τελευταίων δεκαετιών.

Σε αυτή την κοινωνική βάση βρίσκει εύφορο έδαφος και η ακροδεξιά.

Το αίτημα, η επιστροφή στην κοινωνική βάση

Για αυτό και πλέον χρειάζεται ένας ριζικός επαναπροσδιορισμός της έννοιας του συνδικαλισμού και των συλλογικών διαδικασιών, που θα έχει στο επίκεντρο τον κοινωνικό έλεγχο των δομών εκπροσώπησης.

Όσο οι συσχετισμοί στο συνδικαλιστικό κίνημα δημιουργούνται με «οργανώσεις φαντάσματα» και από μηχανισμούς που ενεργοποιούνται μόνο όταν υπάρχει κάλπη, τόσο θα βαθαίνει η κρίση εμπιστοσύνης των εργαζομένων.

Πλέον, πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για την οικονομική αναπαραγωγή αυτών των δομών, διότι όπως έλεγε και ένας καθηγητής στο πανεπιστήμιο, «πες μου πώς αναπαράγεται με υλικούς όρους μία οργάνωση για να σου πω από ποιόν ελέγχεται».

Κουτί Πανδώρας

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Οι νεκροί μετανάστες της Χίου είναι δική μας τραγωδία

 


της Άσπας Πανωμερίτη

 

Από τους νεκρούς των Τεμπών, των εργατριών της Βιολάντα, των οπαδών του ΠΑΟΚ, στους πνιγμένους μετανάστες της Χίου, ο θάνατος και το βίωμά του φέρουν τον ίδιο ακριβώς πόνο.

Πλέον οι ημέρες και οι βδομάδες μετριούνται σε τραγικά περιστατικά με τελευταίο τον φρικτό θάνατο που βρήκαν οι μετανάστεςστη Χίο. Όλα αυτά τα συμβάντα πάντα έχουν στο επίκεντρο ανθρώπους καθημερινούς. Από τα Τέμπη που 57 νέοι άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, ως τις εργάτριες της Βιολάντα και το τροχαίο των οπαδών του ΠΑΟΚ, θρηνούμε την ανθρώπινη ζωή και το πόσο βίαια μπορεί να χαθεί από την μια στιγμή στην άλλη.

Όλες οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν μια κοινή συνισταμένη: Άνθρωποι της διπλανής πόρτας έχασαν την ζωή τους εξαιτίας μιας σειράς λαθών.

Ωστόσο, συνειδητά ή ασυνείδητα έχουμε ξεχάσει τους 500 νεκρούς μετανάστες στο ναυάγιο της Πύλου, ένα από τα πιο πολύνεκρα ναυάγια στην ιστορία, ξεχνάμε ότιδήποτε δεν μπορούμε να ταυτιστούμε άμεσα. Αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα επειδή το θέτουμε ως «δεύτερης κατηγορίας θάνατο», αλλά πιθανά ο θάνατος ως βίωμα έχει να κάνει με την ταύτιση, με το πόσο κοντά αισθανόμαστε το γεγονός.

Στα ελληνικά νερά για άλλη μια φορά βρήκαν τραγικό θάνατο μετανάστες και μετανάστριες που έφυγαν από κάποιον πόλεμο, κάποια κτηνωδία, πιθανά για να περάσουν από την Ελλάδα στην Ευρώπη.Όπως αναφέρουν οι μέχρι τώρα πληροφορίες, ο απολογισμός είναι τουλάχιστον 15 νεκροί και 24 τραυματίες. Ωστόσο ο αριθμός αναμένεται να αυξηθεί καθώς κατά την διάρκεια της ημέρας θα ενταθούν οι έρευνες που διεξάγονταν κατά την διάρκεια της νύχτας.

Η επιχείρηση έρευνας και διάσωσης συνεχίζεται από θαλάσσης και αέρος με τη συμμετοχή πλωτών μέσων του Λιμενικού, ιδιωτικών σκαφών, διασωστών και ελικοπτέρου Super Puma, το οποίο πραγματοποιεί πτήσεις με θερμικές κάμερες για τον εντοπσμό τυχόν επιζώντων.

Η κυβέρνηση έχει επιλέξει μια πολύ σαφή μεταναστευτική πολιτική, την πολιτική των επαναπροωθήσεων και της Frontex. Αυτοί οι άνθρωποι, που έχουν και αυτοί οικογένεια και βιώνουν τον πόνο, τον θρήνο και την θλίψη, θαλασσοπνίγηκαν, ασφυκτιούσαν. Κάποιοι θα θρηνήσουν γι’ αυτούς.

Το συμβάν αυτό θα αποτελέσει είδηση για σήμερα, αλλά όχι γι’αύριο. Ο θάνατος των μεταναστών, που αποτελεί αποτέλεσμα μιας ταξικά και φυλετικά προσδιορισμένης πολιτικής είναι εξίσου σημαντικός με οποιοδήποτε άλλο περιστατικό θανάτου κρατικής αμέλειας και πολιτικής.

Να μην είναι απλά ένας τίτλος στις ειδήσεις,«τραγωδία με μετανάστες στην Χίο» και απλά μετά να ξεχαστεί, είναι όντως τραγωδία, ποτισμένη με ανθρώπινο πόνο και αίμα των κατατρεγμένων. Να μην γίνει η απώλεια συνήθεια μας, να σταθούμε στο γεγονός ότι 15 άνθρωποι σκοτώθηκαν στην θάλασσα, γιατί το βίωμα του θανάτου δεν έχει όρια, σύνορα ή μια μόνο ταυτότητα.

Κουτί Πανδώρας


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

«Το τζάμπα πέθανε» / Αν δεν μπορούμε να ζήσουμε με 800 ευρώ, πρόβλημά μας – Ο κυνισμός ως κυβερνητική γλώσσα

 


της Φωτεινής Λαμπρίδη

Τη φράση «το τζάμπα πέθανε», ακούσαμε από τη βουλεύτρια της ΝΔ Χριστίνα Αλεξοπούλου στο Mega, ως απάντηση στο πώς μπορούν να επιβιώσουν εκπαιδευτικοί με μισθούς 800 ευρώ εν μέσω στεγαστικής και διατροφικής ακρίβειας.

Υπενθυμίζεται ότι σε ανάρτησή της στο twitter το 2019, η κ. Αλεξοπούλου είχε αναδημοσιεύσει άρθρο της εκκλησιαστικής ιστοσελίδας romfea.gr σχετικά με την «προστασία του αγέννητου παιδιού», παίρνοντας ξεκάθαρη θέση κατά των αμβλώσεων.

Στα λεγόμενά της χθες, οι δημοσιογράφοι πάγωσαν, σταυροκοπήθηκαν, οι τηλεθεατές μουδιάσαμε, ωστόσο δεν ήταν η πρώτη φορά που στέλεχος της ΝΔ γίνεται προσβλητικό απέναντι στους πολίτες εκφράζοντας άκρως κυνικό λόγο. Μήπως τελικά δεν πρόκειται για «άστοχες στιγμές» αλλά για ενσυνείδητη πολιτική επιλογή;

Τα τελευταία χρόνια, στελέχη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζονται όλο και συχνότερα να απαντούν σε κοινωνικά αδιέξοδα με φράσεις που σοκάρουν όχι μόνο για το περιεχόμενό τους, αλλά για την ψυχρότητα με την οποία εκφέρονται. Από το  «αν ο κ. Καραμανλής έλεγε ότι υπάρχει θέμα ασφάλειας στα τρένα, δεν θα έμπαινε κανείς» του Άδωνι Γεωργιάδη μέχρι τα όσα ακούστηκαν πρόσφατα στην εξεταστική για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ ο λόγος της εξουσίας στη χώρα μετατοπίζεται από τη διαχείριση προβλημάτων στη σχεδόν επιδεικτική αδιαφορία για αυτά.

Πεινάτε. Ε, και; Κατηγορούμαστε για διαπλοκή και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Ε, και; Κατηγορούμαστε πως κλονίζουμε το κράτος δικαίου ελέγχοντας της Δικαιοσύνη. Ε, και; Στο τέλος της ημέρας, όπως θα πει η κυβερνητική προπαγάνδα, ο Μητσοτάκης θα εγγυηθεί τη σταθερότητα.

Η κυβέρνηση αυτή έχει ωφελήσει το κεφάλαιο όσο καμία άλλη στη μεταπολιτευτική περίοδο. Φορολογικές ελαφρύνσεις για μεγάλες επιχειρήσεις, απορρύθμιση της εργασίας, αποδυνάμωση συλλογικών συμβάσεων, εκτόξευση της επισφαλούς απασχόλησης, δημόσιο χρήμα σε λίγους και ισχυρούς, παντελής απονεύρωση ελεγκτικών μηχανισμών. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, η στέγη γίνεται απρόσιτη, η καθημερινότητα για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ασφυκτική.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κυνισμός δεν είναι ένα λάθος. Λειτουργεί ως εργαλείο. Ένα εργαλείο που επιδιώκει να μετατοπίσει το πρόβλημα από τη δομή στην ατομική ευθύνη. Αν δεν βγαίνεις με 800 ευρώ, φταις εσύ. Τι θέλεις να σου δώσουμε τσάμπα σπίτι; Αν δεν βρίσκεις σπίτι, δεν προσπάθησες αρκετά. Αν εξαντλείσαι, «έτσι είναι η ζωή δύσκολη». Ο κυνικός λόγος απονομιμοποιεί το κοινωνικό αίτημα πριν καν διατυπωθεί πλήρως.

Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα σοκ. Ένα σοκ που παραλύει, προκαλεί τα μουδιάσματα που προανέφερα. Όταν η εξουσία μιλά χωρίς κανένα ίχνος ενσυναίσθησης, σπάει ένα άγραφο κοινωνικό συμβόλαιο: ότι, έστω και προσχηματικά, θα προσποιηθεί πως μας κατανοεί, μας ακούει, έχει ευθύνη να μας φροντίσει.

Αυτό το σπάσιμο του συμβολαίου δεν είναι τυχαίο όπως δεν είναι και η τυχαία η επιθετικότητα στελεχών στα ΜΜΕ (δείτε Βούλτεψη και Γεωργιάδη), σε συνθήκες που προστάζουν τουλάχιστον ταπεινότητα από την πλευρά της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση έχει κάνει την επιλογή της επίδειξης ισχύος «μπορούμε να το πούμε έτσι, και δεν θα μας συμβεί τίποτα»;

Το ερώτημα είναι αν ο κυνισμός είναι συνειδητή στρατηγική ή αποτέλεσμα αποθράσυνσης εξαιτίας της απόστασης της κυβέρνησης από την κοινωνία και της πεποίθησης πως τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετούν νυχθημερόν θα διασφαλίσουν την ισχύ τους.

Η απάντηση ίσως βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία, πρόκειται για μια εξουσία που αισθάνεται ισχυρή, πολιτικά θωρακισμένη, με θεσμούς, ΜΜΕ και οικονομικά συμφέροντα σε ευθυγράμμιση. Από την άλλη, ο κυνισμός λειτουργεί και πειθαρχικά όμως.

Δηλαδή εκπαιδεύει την κοινωνία στη χαμηλή προσδοκία, στην αποδοχή του «there is no alternative» (δεν υπάρχει εναλλακτική λύση). Εδώ οι ευθύνες της αντιπολίτευσης για την αποθράσυνση της κυβέρνησης είναι μεγάλες.

Το πυρ που ανοίγουν τα κυβερνητικά στελέχη κάθε φορά επιστρατεύοντας τον κυνισμό, φαίνεται να προσανατολίζεται σε μία κοινωνική – επαγγελματική ομάδα, ενώ στην πραγματικότητα είναι απέναντι σε όλη την κοινωνία.

Η κ. Αλεξοπούλου, με το «το τζάμπα πέθανε», δεν απευθύνεται μόνο στους εκπαιδευτικούς. Απευθύνεται σε όλους: εργαζόμενους – ες, νέους ες, άνεργους. Τους λέει ότι η εποχή των δικαιωμάτων έχει τελειώσει και ότι όποιος δεν αντέχει, περισσεύει. Είναι μια ωμή ταξική δήλωση, ειπωμένη χωρίς φόβο, σχεδόν με περηφάνια.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τέτοιες δηλώσεις προσβάλλουν. Προφανώς και προσβάλλουν. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουν να περνούν ως «ατυχείς εκφράσεις» ή αν θα αναγνωριστούν ως αυτό που είναι: η κανονικοποίηση ενός λόγου που νομιμοποιεί την κοινωνική βία. Γιατί όταν η εξουσία μιλά κυνικά, δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα. Την διαμορφώνει.

Και τότε, το «το τζάμπα πέθανε» παύει να είναι απλά μια προειδοποίηση. Γίνεται πολιτική.  Γίνεται επίθεση προς όλες και όλους. Ας μην ξεχνάμε όμως, πως οι μεγαλύτερες ασκήσεις κυνισμού έγιναν πάνω στις ζωές των προσφύγων. Όταν ο σημερινός υπουργός μετανάστευσης έλεγε πως «χωρίς νεκρούς δεν μπορούμε να έχουμε επιτυχημένη φύλαξη συνόρων», όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδεχόταν τα θανατηφόρα pushbacks στο CNN. Κάποτε θα ερχόταν και η σειρά μας να ακούσουμε πως αν δεν μπορούμε να ζήσουμε με 800 ευρώ, είναι πρόβλημα μας γιατί «το τζάμπα πέθανε».

TVXS


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Ποιοι μελλοθάνατοι, καημένε; Εδώ έχουμε πόλο!

 


 του Νίκου Παπαδογιάννη 

Η Ελλάδα κλαίει και οδύρεται, ο πλανήτης απειλείται με ανάφλεξη, αλλά εμείς ψάχνουμε στη μπάλα ψήγματα εθνικής υπερηφάνειας και μοιράζουμε βραβεία Κούλιτζερ.

Τίποτε δεν λέει «Ελλάδα 2026» όσο τα δελτία ειδήσεων της κρατικής τηλεόρασης («δημόσια», έχουν οδηγία να την αποκαλούν οι κρατικοδίαιτοι υπάλληλοί της), ιδίως όταν έρχεται μία αθλητική επιτυχία να τονώσει το εθνικό μας φρόνημα.

Κυριακή βράδυ, στην Αγία Παρασκευή, οι υπεύθυνοι του βραδινού δελτίου της ΕΡΤ ξαπόστειλαν τις κανονικές ειδήσεις στο πυρ το εξώτερον, εξοστρακίζοντάς τις στα «ψιλά γράμματα» ώστε να μην διαταραχθεί η ραστώνη των νοικοκυραίων που ζουν το όνειρό τους στην Ελλάδα του Μητσοτάκη.

Το πρώτο δεκάλεπτο του δελτίου αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στην Εθνική πόλο, η οποία κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και μας έκανε όλους να ξεχάσουμε τα προβλήματά μας και να τραγουδάμε στις στέγες. Πώς είπατε; Δεν τραγουδήσατε σε καμία στέγη εσείς; Δικό σας πρόβλημα και τη Δευτέρα να έρθετε με τον κηδεμόνα σας. Στο μεταξύ, ανοίξτε κάποιο από τα δεκάδες κανάλια της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής ΕΡΤ μπας και ξεστραβωθείτε.

Δέκα λεπτά, που λέτε, μπάλα στην πισίνα. Με ζωντανές συνδέσεις, με στιγμιότυπα, με σημαίες, με ταμπούρλα, με επινίκιες δηλώσεις, με Βρούτση, με Κούβελο, εννοείται και με τα συγχαρητήρια των ηγεμόνων.

«Συγκινημένος», δήλωσε ο Κωνσταντίνος Τασούλας, μόλις ενημερώθηκε περί τινος πρόκειται και τι χρώμα έχει η μπάλα. «Εθνικά υπερήφανος», ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τις χιονισμένες βουνοπλαγιές του Χελμού όπου πέρασε το Σαββατοκύριακο.

Ποιο Νταβός, τώρα, καημένοι; Γιατί να περάσεις το τριήμερο μυρίζοντας τις λερωμένες πάνες του Τραμπ στις Άλπεις όταν μπορείς να ξεσκάσεις στις χασαποταβέρνες της Ζαχλωρούς και των Καλαβρύτων αγκαζέ με τον Δημητριάδη και τον Κυρανάκη;

Έτσι κι αλλιώς, τα Μέσα, το κεφαλαίο «Μ» τα μάρανε, θα γράψουν ότι το Νταβός εξελίχθηκε σε θρίαμβο της διπλωματίας του Μητσοτάκη. Η Απογευματινή, η εφημερίδα όπου ξεκίνησα τη φοβερή μου σταδιοδρομία το μακρινό 1987, έχει το βραβείο Κούλιτζερ εξασφαλισμένο.

Σαμπάνιες ανακατεμένες με χλώριο και ωσαννά μέχρι ναυτίας. Που, και αθλητικά να το δει κανείς, κατέκτησε ένα μετάλλιο τρίτης γραμμής, σε περιθωριακό άθλημα με το οποίο ασχολούνται πανευρωπαϊκά 6-7 χώρες όλες κι όλες, σε μία διοργάνωση της πλάκας, όπου οι περισσότερες καλές ομάδες εμφανίστηκαν με ανανεωμένη σύνθεση.

Καλά καλά δεν το πανηγύρισαν ούτε οι παίκτες, επειδή ακριβώς γνώριζαν ότι η ήττα στον ημιτελικό στοιχειοθετούσε αποτυχία.

Χίλια μπράβο στα παλικάρια που κέρδισαν το μετάλλιο και που δεν έλειψαν ποτέ από κοντά μας, κολυμπώντας κόντρα στο ρεύμα της διάχυτης παρακμής, αλλά μέχρι εκεί.

Η μεταλλιολαγνεία είναι ένα μάλλον φαιδρό σύμπτωμα του ελληνικού αθλητισμού και της ελληνικής κοινωνίας, που ψάχνει στη μπάλα ψήγματα της ανύπαρκτης εθνικής υπερηφάνειας. Χθες ήταν το πόλο, προχθές το μπάσκετ, μεθαύριο η Γιουροβίζιον. «Ο Στέλιος Αργυρόπουλος είναι το Μπελαρά της ελληνικής ομάδας», αναφώνησε ο σπήκερ του μικρού τελικού. Το πιάσατε το υπονοούμενο ή να το κάνω πενηνταράκια;

Πρώτο θέμα στις Ειδήσεις, με αφιέρωμα φαραωνικών διαστάσεων, η υδατοσφαίριση. Δεύτερο θέμα, ότι κάνει πολύ κρύο στην Αμερική και δεν έχουν ρεύμα, έτσι, για να ξέρει ο κυρ Παντελής ότι δεν παραλύει μόνο το ελληνικό κράτος από το χιονιά.

Τρίτο θέμα, ένας που σκότωσε τον πατέρα του. Τέταρτο θέμα, μία δασκάλα που κακοποίησε κάποιον μαθητή και κινδυνεύει με φυλάκιση. Ας είναι καλά το αστυνομικό δελτίο, που φροντίζει ώστε να γεμίζουν τα δελτία με αίμα, σπέρμα, κινδυνολογία, αστυνομολαγνεία και οιμωγές τρόμου.

Η Μινεάπολις και ο κίνδυνος εμφυλίου πολέμου στις ΗΠΑ του ημιπαράφρονα συμμάχου Τραμπ; Πέμπτο θέμα, εκτός βάθρου, πνιγμένο στα απόνερα της πισίνας.

Ποιος παγκόσμιος πόλεμος τώρα, ποιες δολοφονίες και ποιος ICE; Και πολύ του πέφτει η πέμπτη θέση, αυτουνού του Άλεξ Πρίτι, που άλλωστε πήγαινε γυρεύοντας σαν τον Γρηγορόπουλο, σαν τον Παύλο Φύσσα και σαν αυτούς που πήγαν και πήραν Φεβρουάριο μήνα το τρένο για τη Θεσσαλονίκη αντί να καθίσουν στα ζεστά τους να βλέπουν Σκάι.

Τα Ιράν, οι Γροιλανδίες, οι Παλαιστίνες και οι άλλες τριτοκοσμικές γειτονιές, μονόστηλα στην καλύτερη περίπτωση, δίπλα στα φαρμακεία και τα διανυκτερεύοντα βενζινάδικα.

Και προς το τέλος έξτρα αθλητικά, διότι δεν γίνεται να ολοκληρωθεί κυριακάτικο δελτίο χωρίς να προβληθούν τα γκολ του πρωταθλήματος των κακοποιών, των χουλιγκάνων και των στημένων. Τι εννοείτε, «υπάρχει και η Αθλητική Κυριακή»; Σε ποιον να πρωτοκάνει δηλώσεις ο Γιάννης Βρούτσης;

Λίγες ώρες αργότερα είχαμε την πολύνεκρη τραγωδία στο εργοστάσιο της «Βιολάντα», οπότε δώσ’ του αίμα και φέρετρα, κάτι σαν Κρανς-Μοντανά α λα ελληνικά.

Δεν φαίνεται να υπάρχει άμεση κρατική ευθύνη για τους θανάτους οπότε τα κανάλια ξεχύθηκαν άφοβα για δακρύβρεχτο ρεπορτάζ στα χαροκαμένα σπίτια, δίχως να φοβούνται ότι θα πεταχτεί από πουθενά καμία Καρυστιανού να αρχίσει τις αντικυβερνητικές κορώνες.

Eίναι και κοντά σταΤέμπη τα Τρίκαλα, οπότε δεν ξέρεις τι γίνεται αν αρχίσει η φιλολογία περί εύφλεκτων υλικών και προπανίου.

Μόλις στεγνώσουν τα δάκρυα, θα ξεκινήσει νέος γύρος αθλητικά και πόλο. Χθες άρχισε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα γυναικών, ό,τι πρέπει για να ξεχάσουμε για λίγο ακόμη τις ζωές μας που καίγονται.

Α, τώρα που είπα «καίγονται», προσοχή στα καζάνια του Περάματος, για τα οποία γράψαμε προχθές στο Documento. Περνάω συχνά από την περιοχή και τρέμει το φυλλοκάρδι μου, όποτε σκέφτομαι τι μπορεί να συμβεί αν έχουμε καμία ανάφλεξη.

Στο Λαύριο με τα εκρηκτικά και τις νάρκες με φέρνει σπάνια ο άνεμος, αλλά όσο σκέφτομαι πόσο Μάτι μου φάνηκε η Σαρωνίδα την τελευταία φορά που οδήγησα στον παραθαλάσσιο δρόμο, που είναι παραθαλάσσιος αλλά δεν βλέπει θάλασσα όπως δεν έβλεπε ούτε ο αντίστοιχος του Ματιού, ανατριχιάζω σύγκορμος.

Μέχρι τις καλοκαιρινές πυρκαγιές, όμως, έχουμε άφθονο χρόνο και πάμπολλες αθλητικές διοργανώσεις για να ξεχαστούμε.

Ελλάδα στο Μουντιάλ δυστυχώς δεν παίζει, αλλά ακόμα κι αν γίνει στραβή τον Ιούνιο, θα τη θάψουμε κάτω από καμιά ισοπαλία της Παραγουάης με τη Σκωτία.

Κουτί πανδώρας


Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Είμαστε όλοι Ιρανοί*

 


του Γιώργου Κατσαίτη

Φθηνή και ρηχή είναι η σπέκουλα που κυκλοφορεί στα σόσιαλ περί δήθεν αριστερής αδιαφορίας για τον ξεσηκωμό των Ιρανών.

Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που παραβλέπει συνειδητά τη διαχρονική στάση της Αριστεράς: κριτική απέναντι στο θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν, αλλά χωρίς ταύτιση με τις δυτικές επεμβατικές αφηγήσεις και τα γεωπολιτικά τους σχέδια.

Εξίσου πρόχειρες, επιπέδου πρωινάδικου, είναι οι συγκρίσεις με τη μαζική διεθνή κινητοποίηση για την Παλαιστίνη. Εκεί δεν έχουμε να κάνουμε με μια συγκυριακή ευαισθησία, αλλά με αντίδραση σε δεκαετίες κατοχής, αποκλεισμού και συστηματικών διακρίσεων, που πλέον αναγνωρίζονται και από διεθνείς οργανισμούς ως καθεστώς απαρτχάιντ. Η επιλεκτική αγανάκτηση αποκαλύπτει περισσότερα για τον παρατηρητή παρά για τα ίδια τα γεγονότα.

Η αγγλοσαξονική Δύση δεν συγκινείται από τα δίκαια των Ιρανών. Η σύγκρουση με την Τεχεράνη αφορά τον έλεγχο ενεργειακών πόρων, τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και τον ανταγωνισμό με την Κίνα. Στο πλαίσιο αυτό, οι κοινωνικές αντιδράσεις στο εσωτερικό του Ιράν εργαλειοποιούνται, ντύνονται με τον μανδύα του «εκδημοκρατισμού» και εντάσσονται σε σενάρια που η πρόσφατη ιστορία έχει δείξει πού οδηγούν.

Το θεοκρατικό καθεστώς, όσο καταπιεστικό κι αν είναι, δεν μπορεί να αποκοπεί από το κοινωνικό και πολιτισμικό του υπόβαθρο. Για μεγάλες μερίδες μουσουλμανικών κοινωνιών, η θρησκεία λειτουργεί και ως ταυτότητα και ως συνεκτικός ιστός. Οι αλλαγές δεν επιβάλλονται απ’ έξω· ωριμάζουν από μέσα, με αντιφάσεις και καθυστερήσεις.

Ένας δυτικός, ασφαλής και καλοζωισμένος παρατηρητής δύσκολα μπορεί να μπει στη θέση ενός Ιρανού, Άραβα ή Παλαιστίνιου. Ο ηθικός σχολιασμός καταλήγει συχνά σε συγκαλυμμένο ρατσισμό.

Η Αριστερά υπήρξε πάντοτε απέναντι στις διαιρέσεις και τον ιμπεριαλισμό. Γι’ αυτό στέκεται αλληλέγγυα και με τους Ιρανούς και με τους Παλαιστίνιους, με αγωνία για την έκβαση των αγώνων τους και με επίγνωση των κινδύνων της εκμετάλλευσής τους.

* Κατά το ιστορικό σύνθημα του Μάη του ’68: «Είμαστε όλοι Γερμανοεβραίοι». Το σύνθημα «Nous sommes tous des Juifs allemands» (1968) αποτέλεσε κορυφαία στιγμή αντιρατσιστικής αλληλεγγύης, υπεράσπισης του δικαιώματος πολιτικής συμμετοχής ανεξαρτήτως καταγωγής.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ-ΚΕΡΚΥΡΑ

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Αχ Μαρία!

 


του Χρήστου Ξανθάκη

Η φάση με το κόμμα Καρυστιανού (σόρυ, αλλά ως την ώρα που θα ανακοινωθεί επισήμως, πως αλλιώς να το αποκαλέσει κανείς;), θυμίζει ταινία τρόμου. Αμερικάνικη ταινία τρόμου για να είμαι πιο ακριβής, όχι τίποτις ευρωπαϊκά με κοινωνικό προβληματισμό και μεταφυσικές ανησυχίες.
Ράιτ θρου τρόμος και φρίκη, να γίνεται γρανίτα το αίμα στις φλέβες σου.

Όπου βρισκόμαστε, τέλος πάντων, στην εξοχή, στο βαθύ το Νότο (εκεί συμβαίνουν τα καλύτερα, τι να κλάσει ο προχώ Βορράς;) κι έχει πάει μια παρέα για πικ νικ και πέφτει η νύχτα και όπως βολτάρουν ένα γύρω, βλέπουν ένα σπίτι σκότεινο κι αμπαρωμένο.
Και αποφασίζουν να το εξερευνήσουν!

Βγάνουν, λοιπόν, τους φακούς απ’ τα σακίδια (ή το φακό του κινητού, γουατέβα), πλησιάζουν σιγά σιγά, πετάνε πετραδάκια στα παράθυρα, άχνα και μούγκα από μέσα, βεβαιώνονται ότι είναι έρημο το οίκημα, πάμε ρε φίλε να μπουκάρουμε, να χαρχαλέψουμε.
Έχει αρχίσει και παγώνει η αίθουσα…

Μια και δυο το παρεάκι ξηλώνει κάτι σανίδια απ’ τα παράθυρα, ανοίγει τρύπα, μπαίνουν αυτοί ιντριγκαρισμένοι, βγαίνουν οι νυχτερίδες αναστατωμένες, μαυσωλείο ινσάιντ.
Σκόνη ένα δάχτυλο στα έπιπλα, αράχνες παντού, μούχλα κάργα, σημεία ζωής μηδέν.
Ξεκινάει η υποβλητική μουσική, ανεβαίνουν οι σφυγμοί στο σινεμά.

Σκοντάφτει ένας κόπανος απ’ την παρέα σε μια καρέκλα, μπάπα μπούπα κουτρουβαλάει, “κάτι άκουσα”, λέει ένας άλλος, “άσε ρε βλάκα” του απαντάει μια τρίτη, κάπως ανατριχιάζουν.
Κι εκεί ακριβώς γίνεται αυτό που όλοι και όλες περιμένουν, χώνοντας τα νύχια τους στις πολυθρόνες της αιθούσης:
Πετάγεται το καλό κορίτσι της παρέας και δηλώνει “εγώ θα πάω να δω τι παίζει στο υπόγειο”!

Βαθύς αναστεναγμός απ’ το φιλοθεάμον κοινό, συν κραυγές του τύπου “μην πας κοπέλα μου, μην πας, έχει διαόλια εκεί κάτω και θα σε φάνε”.
Αντιδρά και η παρέα, όχι με τίποτα, κάτσε μαζί μας, κάτσε να ξημερώσει καλύτερα.
Αλλά το καλό κορίτσι επιμένει:
“Σιγά ρε φοβητσιάρηδες, τι θα πάθω; Φέρε ‘δω το φακό”!

Και αρχίζει να κατεβαίνει τα σκαλιά…

Ως εδώ, όμως, με τα κινηματογραφικά τα στιγμιότυπα και ας περάσουμε στη σκληρή πραγματικότητα.

Μπορεί εγώ να μη θέλω κόμμα από την Καρυστιανού, μπορεί να την προτιμώ ως σύμβολο και φάρο Δικαιοσύνης, αλλά σ’ αυτή τη χώρα οι πολίτες έχουν δικαιώματα (για την ώρα Ντόνταλντ μου, για την ώρα!), οπότε δικαίωμά της είναι και της ιδίας να κατέβει στον πολιτικό στίβο.

Ώσπου να ανακοινωθεί αυτό, ας αφήσουμε παρακαλώ στην άκρη τις μαλακίες περί ακροδεξιάς, λαϊκισμού, απολιτίκ, ακόμη δεν τον είδαμε Γιάννη τον βαφτίσαμε.

Ας τους αφήσουμε τους αφορισμούς για την ώρα που θα προκύψει πλήρες πρόγραμμα από το κόμμα Καρυστιανού, αν και είμαι απολύτως σίγουρος ότι θα είναι αρκούντως μιξ γκριλ και ολ ινκλούσιβ και θα τα μπλέξουν τα μπουτάκια τους, διάφοροι καλοθελητές.

Άλλωστε για το καλό της Ελλάδας παλεύουν όλοι, από τον Μητσοτάκη ως τον Κουτσούμπα κι από τον Ανδρουλάκη ως τον Φάμελλο.

Ή μήπως βγήκε κανείς εξ αυτών να δηλώσει ότι αγωνίζεται για το κακό της χώρας και μου διέφυγε;

Ως τότε, λοιπόν, ως το πλήρες ξεδίπλωμα του προγράμματος, μόνο ερωτήματα μπορούμε να απευθύνουμε και ορίστε τρία μάλλον κρίσιμα:

·                     Πως μπορείς να λες ότι θα οικοδομήσεις κάτι χωρίς ανθρώπους που έχουν ανακατευθεί με την πολιτική, όταν το δεξί σου χέρι κατέβηκε υποψήφια με τη ΝΙΚΗ και ο άνθρωπός σου στη Βόρεια Ελλάδα (δεν έχει διαψευσθεί) έπαιζε μπαλίτσα σε περικολόζα μορφώματα;

Ναι, ναι, ξέρω, μέσω της “Καθημερινής” διευκρινίσθηκε ότι δεν θα συμμετέχουν στο νέο εγχείρημα “όσοι είχαν εκλεγεί ή είχαν θέση σε κάποιο κόμμα”, ενώ θα επιτραπεί η συμμετοχή σε όσους ήταν υποψήφιοι αλλά δεν εξελέγησαν -όπως το “δεξί χέρι” για παράδειγμα.
Αν αρχίσαν, όμως, από τώρα οι εκπτώσεις…

·                     Από και ως που η αναφορά στις 1.300.000 υπογραφές για τα Τέμπη στο τελευταίο “πολιτικό” ποστάρισμα; Νομίζω ότι όσοι και όσες υπέγραψαν, το κάνανε έχοντας στο νου τους το συγκεκριμένο έγκλημα και δεν δίνανε έγκριση για άλλη χρήση της χειρονομίας τους.

Ή των δεδομένων τους.

Κι ένα τελευταίο, που είναι και λίγο πέρσοναλ, γιατί ο μπαμπάς και η μαμά μεγαλώσανε στην μαύρη την πείνα:

·                     Όταν ο ελληνικός λαός δοκιμάζεται από τη σαρωτική ακρίβεια και η τρύπα στο πορτοφόλι του φαίνεται από την Ανδρομέδα, μήπως πρέπει ν’ ακούσουμε μία έστω λέξη από την Καρυστιανού για το πως βλέπει και το πως θα αντιμετωπίσει αυτή την κατάρα;

Γιατρός είναι η γυναίκα, πιστεύω ότι μπορεί εύκολα να το ξεφτιλίσει το φρικαλέο “σαν τη γρίπη είναι, θα περάσει” του Κωστή Χατζηδάκη…

Voices / Newpost  

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Γιουσουφάκια, τεμενάδες και ένας επικίνδυνος άνθρωπος

 


«Δεν είναι καιρός να συζητήσουμε για τη νομιμότητα». Μα ναι, αυτό θα πούμε στον σουλτάνο, όταν έρθει να μας φορέσει φέσι και να μας πάρει το κεφάλι.

του Νίκου Παπαδογιάννη

Εάν δεν σας βύθισε σε μελαγχολία η περασμένη Κυριακή, με τη σχεδόν προδοτική δήλωση – πετρελαιοκηλίδα του Κυριάκου Μητσοτάκη περί Βενεζουέλας («δεν είναι η ώρα για να συζητήσουμε τα περί νομιμότητας της επέμβασης των ΗΠΑ») και με την απίστευτη ξεφτίλα των ελληνικών αεροδρομίων, πραγματικά σας ζηλεύω, εσάς που αδιαφορείτε για όλα αυτά και ασχολείστε αποκλειστικά με τα ριάλιτι, τη μπάλα και τη Γιουροβίζιον.

Όταν βέβαια σας χτυπήσει την πόρτα ο σουλτάνος και σας πει ότι ήρθε να σας φορέσει φέσι και δεν είναι ώρα να συζητάμε για νομιμότητες και τέτοιες βλακείες, να μη παραπονεθείτε.

Δεν θα φταίει αυτός, αλλά εσείς. Εσείς, που παραδώσατε τα κλειδιά του τόπου –ξανά και ξανά- σε έναν άνθρωπο επικίνδυνο, που θα ‘πρεπε να κάθεται ντυμένος γιουσουφάκι όχι στον πρωθυπουργικό θώκο, αλλά στο σκαμνί ειδικού δικαστηρίου: για τα Τέμπη, για τονΟΠΕΚΕΠΕ, για τη διαφθορά, για τον εξανδραποδισμό της δικαιοσύνης και του τύπου, τώρα και για την εξωτερική πολιτική που ασκείται με τεμενάδες.

Φτάσαμε, εν έτει 2026, λες και ζούμε δεύτερο μεσαίωνα, να ομνύουμε στο «δίκαιο του ισχυρού» (εμείς οι ανύπαρκτοι) και να διαστρεβλώνουμε αρχαία τσιτάτα να δικαιολογήσουμε τις υποκλίσεις στον αυτόκλητο χωροφύλακα Τραμπ και στον αιμοσταγή γενοκτόνο τουΙσραήλ.

Να σηκωθεί ο Θουκουδίδης από τον τάφο του και να αρχίσει να μοιράζει κλωτσιές…

Για καλή μας τύχη, εμείς δεν διαθέτουμε κοιτάσματα πετρελαίου ούτε κομμουνιστική κυβέρνηση «ναρκεμπόρων», οπότε δεν κινδυνεύουμε άμεσα με βομβαρδισμό.

Κατοικούμε ωστόσο σε οικόπεδο στρατηγικής σημασίας και κοιμόμαστε δίπλα σε πάνοπλο γείτονα που εποφθαλμιά τα ηλιόλουστα νησάκια μας, επειδή μπορεί. Οπότε;

Περισσότερο και από τους κακομοίρηδες που πανηγυρίζουν ακόμη επειδή ξορκίσαμε το μουστάκι του Πολάκη και τους Μαδούρους του ΣυΡιζΑ , λυπάμαι τους αιθεροβάμονες που πιστεύουν ότι η Ελλάδα θα αποκρούσει εύκολα μία πιθανή τουρκική εισβολή και μέσα σε κάνα εικοσάλεπτο θα πάρει και την Πόλη.

Ή και τους νυχτωμένους, που βλέπουν τον ημιπαράφρονα του Λευκού Οίκου και λένε «σύμμαχος».

Εάν ο Τραμπ και τα κόκκινα κασκέτα έπαιρναν την ψωροκώσταινα στα σοβαρά, δεν θα μας φόρτωναν για πρέσβειρα μία πλαστική κούκλα, που πέρα από τα υπόλοιπα εξύβριζε χυδαία την Ελλάδα και συνέκρινε τους Έλληνες με κοπρόσκυλα που κατουράνε το χαλάκι όπου κοιμούνται.

Δίκιο είχε βέβαια, που μας έλεγε αδιόρθωτους τζαμπατζήδες και ανεπίδεκτους εκπαίδευσης, αλλά αυτό είναι διαφορετική συζήτηση. Της ανεπάγγελτης κυρίας που κάνει διεθνή πολιτική καριέρα ως πρώην σύντροφος του υιού Τραμπ δεν θα ‘πρεπε να της πέφτει λόγος.

Υπάρχουν, πάντως, και χειρότερα. Θα μπορούσαμε να είμαστεΔανία ή Καναδάς και να ξυπνάμε καθημερινά με ξεκούδουνες απειλές να κρέμονται σαν δαμόκλεια σπαθιά πάνω από το κεφάλι μας.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε δημόσια το σχέδιό του να προσαρτήσει τη Γροιλανδία – η οποία αποτελεί δανική κτήση εδώ και δύο αιώνες, αυτόνομη από το 2009 – επειδή πολύ απλά εποφθαλμιά τα κοιτάσματά της.

Τρομοκρατημένες η κεντρική κυβέρνηση της Δανίας αλλά και η τοπική της Γροιλανδίας απαντούν με το «σεις», με το «σας» και με το «δεν είναι δυνατόν» και με το «δεν πωλείται».

Παραπέμπουν στις διεθνείς συνθήκες και στο καταστατικό του ΝΑΤΟ, πασχίζουν να ξυπνήσουν την κοιμώμενη Ευρώπη, αλλά κατά βάθος γνωρίζουν ότι παραμένουν αβοήθητες στο έλεος του ανεκδιήγητου πλανητάρχη.

Τι θα πράξουν οι Δανοί, μεθαύριο που θα δουν την αστερόεσσα να ανεμίζει πάνω στους πάγους; Θα κηρύξουν πόλεμο στις ΗΠΑ;

Θα στείλουν στρατεύματα, τανκς και πολικές αρκούδες για να κατασπαράξουν τους πεζοναύτες του Τραμπ;

Θα ζητήσουν βοήθεια από τον Κυριάκο («δεν είναι ώρα να μιλάμε για τέτοια») Μητσοτάκη και τους συν αυτώ; Θα πάρουν μήπως πίσω τα δανεικά που έχουν δώσει στον Ζελένσκι προκειμένου να αποκρούσουν την εισβολή;

Πιο πιθανό είναι να βρεθεί με κουκούλα στο κεφάλι και με ξυρισμένο μουστάκι η άμοιρη Μέτε Φρέντρικσεν, παρά να προβάλει αντίσταση και να βρει συμπαραστάτες η μικρούλα, πειθήνια και φιλήσυχη Δανία.

Το ίδιο ισχύει για τους (συνδιοργανωτές του Μουντιάλ) Καναδούς, που μπορεί να ζουν σε μία χώρα αχανή, αλλά ούτε πυρηνικούς πυραύλους διαθέτουν ούτε φαντάζονταν ποτέ ότι ο πλούσιος γείτονας θα θελήσει να τους μετατρέψει σε 51η Πολιτεία, καταπώς λέει και ξαναλέει ο Τραμπ.

Παρόμοιες απειλές αντιμετωπίζουν πλέον το Μεξικό, η Κολομβία, η Νιγηρία και όποιος άλλος σκουρόχρωμος ξυπόλητος μπαίνει στο μάτι του ακατανόμαστου.

Εάν ο Τραμπ γνώριζε τα ονόματα περισσότερων χωρών, θα τις απειλούσε και αυτές. Μέχρι που θα κάνει το λάθος να αφυπνίσει καμία Κίνα και θα γίνουμε όλοι μαζί ολοκαύτωμα, ζωή να ‘χουμε να τον θυμόμαστε τον πλανήτη.

Για τη Ρωσία δεν υπάρχει θέμα, αφού Τραμπ και Πούτιν είναι από την πρώτη μέρα της …μεταπολίτευσης στην Ουάσινγκτον κώλος και βρακί. Σας αφήνω να ξεδιαλέξετε μόνοι σας, ποιος από τους δύο είναι ο κώλος και ποιος το βρακί.

Κλείνω το παρόν σημείωμα με τη χθεσινή δήλωση της Μαρτίνα Ναβρατίλοβα:

«Όποια αμερικανική εταιρία καυσίμων υπεξαιρέσει πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, θα πρέπει να τιμωρηθεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο».

Όχι ότι ιδρώνει το αυτί κανενός στις ΗΠΑ για τέτοιου είδους όργανα. Εάν πάλι δεν έχετε ακουστά το όνομα Ναβρατίλοβα, ζητήστε πληροφορίες από την εθνική μας νύφη, που είναι και συνάδελφός της στα γήπεδα του τένις.

Η εμβληματική και για την κοινωνική δράση της Μαρτίνα δεν πρόκειται βέβαια να συμπεθεριάσει ποτέ με κανένα Μητσοτακέικο.

Από το δικό μου μετερίζι, σας εκλιπαρώ να σβήσετε την τηλεόραση και να ασχοληθείτε με τις ζωές μας που καίγονται. Των οικιών υμών εμπιμπραμένων, υμείς άδετε.

Ημείς πάλι οι ανησυχούντες παίζουμε το βιολί μας και τραγουδάμε το τροπάριό μας, αλλά μόνοι μας τα λέμε και μόνοι μας τ’ ακούμε.

Τι καταλάβαμε το 2019, που φωνάζαμε ότι θα ήταν έγκλημα ενάντια στον ελληνισμό να δοθεί συγχωροχάρτι στους αρχιερείς της ρεμούλας και της υποτέλειας; Ξέρω, ξέρω.

Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να πούμε τέτοια. Προέχει να βουτήξουμε στα συντριβάνια για να πιάσουμε το σταυρό, να φιλήσουμε το χέρι του παππούλη και να ευλογηθούμε από τον φανταστικό μας φίλο. Καλώς ορίσαμε στον 19ο αιώνα.

Κουτί Πανδώρας