Έχει πτυχίο, ξένες γλώσσες, μεταπτυχιακό,
πιστοποιήσεις, σεμινάρια, ψηφιακές δεξιότητες, πρακτικές εμπειρίες. Κι όμως, η
αγορά εξακολουθεί να του ζητά «κάτι ακόμη».
του Αντώνη Μπατζιά
Η Ελλάδα του 2026 ξυπνάει νωρίς. Όχι από
φιλοδοξία, αλλά από άγχος. Από εκείνο το άγχος που χτυπά πριν ακόμη ανοίξουν τα
μάτια. Ένας νέος άνθρωπος ανοίγει το laptop, κοιτάζει αγγελίες, στέλνει
βιογραφικά, διορθώνει το LinkedIn,
ξαναγράφει συνοδευτικές επιστολές σε εταιρείες που πιθανότατα δεν θα απαντήσουν
ποτέ.
Έχει
πτυχίο, ξένες γλώσσες, μεταπτυχιακό, πιστοποιήσεις, σεμινάρια, ψηφιακές
δεξιότητες, πρακτικές εμπειρίες. Κι όμως, η αγορά εξακολουθεί να του ζητά «κάτι ακόμη».
Περισσότερη
εμπειρία, περισσότερη ευελιξία, περισσότερη διαθεσιμότητα, λιγότερες
απαιτήσεις. Στο τέλος, του προσφέρεται ένας βασικός μισθός ή, στην καλύτερη,
κάτι παραπάνω και μια υπόσχεση εξέλιξης που συνήθως δεν έρχεται ποτέ.
Την
ίδια στιγμή, σε μια άλλη όψη της ίδιας χώρας, ένας ακόμη «ειδικός σύμβουλος» αναλαμβάνει θέση ευθύνης, χωρίς σαφή επαγγελματική
διαδρομή, χωρίς ανταγωνιστική διαδικασία, χωρίς να έχει περάσει από την
εξαντλητική αγορά εργασίας που βιώνει η πλειονότητα των νέων.
Κι
έπειτα ξεκινά το γνώριμο κήρυγμα περί αξιολόγησης, αριστείας και ατομικής
ευθύνης. Η Ελλάδα έχει πράγματι χιούμορ, συχνά, όμως, εις βάρος της.
Η γενιά των προσόντων & το άδειο ψυγείο
Μας
έμαθαν από μικρά παιδιά ότι «αν διαβάσεις, θα προκόψεις» και οι σημερινοί νέοι είναι ίσως η πιο μορφωμένη
γενιά που γνώρισε η χώρα.
Όχι
επειδή τους χαρίστηκε μια εύκολη διαδρομή, αλλά επειδή αναγκάστηκαν να
επενδύσουν διαρκώς στην εκπαίδευση για να επιβιώσουν.
Μεγάλωσαν
μέσα σε οικονομική κρίση, ανεργία, πανδημία, αβεβαιότητα και ακρίβεια. Έμαθαν
από νωρίς ότι το βασικό πτυχίο δεν αρκεί. Ούτε το μεταπτυχιακό, ούτε η γνώση
δύο ξένων γλωσσών, ούτε η συνεχής επιμόρφωση.
Έτσι, άρχισαν να συλλέγουν τίτλους σπουδών και
πιστοποιήσεις σαν μέσα άμυνας απέναντι σε μια αγορά που συνεχώς ανεβάζει τον πήχη,
χωρίς να βελτιώνει τις απολαβές.
Με
σεμινάρια τα Σαββατοκύριακα, μαθήματα μετά τη δουλειά, online courses αργά τη
νύχτα, δεξιότητες που πρέπει να ανανεώνονται πριν καν προλάβουν να
αξιοποιηθούν. Δια βίου μάθηση κι Άγιος ο Θεός…
Δεν
σπουδάζουν πλέον για να ανέβουν κοινωνικά. Σπουδάζουν για να μη μείνουν εκτός
παιχνιδιού. Και παρ’ όλα αυτά, πολλοί καταλήγουν σε επισφαλείς θέσεις εργασίας,
με χαμηλές αποδοχές και περιορισμένες προοπτικές. Το βιογραφικό μεγαλώνει, αλλά
ο ορίζοντας μικραίνει.
Η άλλη Ελλάδα της εύκολης ανέλιξης
Αλλά,
μισό λεπτό. Μην κλάψεις ακόμα. Γιατί την ίδια ώρα που αυτό το παιδί μετράει τα
κέρματα για το τυλιχτό, λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, στα σαλόνια της «γαλάζιας»
εξουσίας, το σκηνικό αλλάζει.
Εκεί,
η «αριστεία» δεν χρειάζεται Master, δεν
χρειάζεται καν πτυχίο Λυκείου μερικές φορές. Εκεί, το μόνο «χαρτί»
που μετράει είναι η κομματική ταυτότητα και το «μιλημένο»
τηλέφωνο. Μια άλλη πραγματικότητα που η πρόσβαση δεν περνά από διαγωνισμούς,
αξιοκρατικές διαδικασίες ή αποδεδειγμένα προσόντα.
Είναι
η Ελλάδα των μετακλητών, των ειδικών συνεργατών, των συμβούλων που εμφανίζονται
ξαφνικά σε θέσεις ευθύνης χωρίς σαφή δημόσια λογοδοσία για τη διαδρομή τους.
Η
Ελλάδα των κομματικών δικτύων, των γνωριμιών και των κλειστών θυρών που
ανοίγουν μόνο για συγκεκριμένους. Στον ιδιωτικό τομέα ζητούνται portfolio,
εμπειρία, συνεντεύξεις πολλαπλών σταδίων, διαρκής αξιολόγηση.
Σε αυτό το παράλληλο σύστημα, συχνά αρκεί η σωστή
σχέση με τον σωστό άνθρωπο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αδικία. Είναι ότι
παρουσιάζεται ως κανονικότητα.
Και
τελικά χρηματοδοτείται από τους ίδιους ανθρώπους που φορολογούνται, πιέζονται
οικονομικά και ακούν καθημερινά διαλέξεις περί προσπάθειας και παραγωγικότητας.
Όσοι δεν κρίθηκαν ποτέ, ζητούν να κριθούν όλοι οι
άλλοι
Εδώ
βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση, αφού άνθρωποι που δεν πέρασαν ποτέ από
πραγματικό ανταγωνισμό μιλούν για αξιοκρατία.
Πρόσωπα
που δεν αξιολογήθηκαν ποτέ ζητούν αξιολόγηση παντού. Εκείνοι που βρέθηκαν σε
προνομιακές θέσεις μέσω πολιτικών ή προσωπικών διαδρομών εμφανίζονται ως
υπερασπιστές της αριστείας.
Την
ίδια ώρα, νέοι εργαζόμενοι με πτυχία, γλώσσες και εμπειρία ακούνε ότι δεν
προσπαθούν αρκετά. Ότι είναι απαιτητικοί. Ότι δεν αντέχουν την πίεση. Ότι δεν
θέλουν να δουλέψουν.
Στην
πραγματικότητα, αυτό που συχνά αρνούνται δεν είναι η εργασία. Είναι η
κακοπληρωμένη εργασία χωρίς προοπτική. Είναι η λογική του «να λες και
ευχαριστώ».
Σου
λένε οι «ειδικοί» των τηλεπαραθύρων: «Φταίει το skills mismatch».
Φταίει,
δηλαδή, το γεγονός ότι οι νέοι δεν μαθαίνουν αυτά που θέλει η αγορά. Τι θέλει η
αγορά, ρε μάγκες; Θέλει πυρηνικούς φυσικούς για να σερβίρουν καφέδες; Θέλει
προγραμματιστές με διδακτορικό για να καταχωρούν τιμολόγια σε μια αποθήκη στον
Ασπρόπυργο; Μην δουλευόμαστε.
Η
αγορά θέλει φθηνό κρέας και τα πτυχία έχουν γίνει απλώς ο τρόπος για να
διαλέγει ο εργοδότης ποιο «κρέας» είναι πιο υπάκουο.
Οι μισθοί της επιβίωσης και οι ζωές σε αναμονή
Ο
μέσος νέος εργαζόμενος σήμερα δεν ζητά υπερβολές, μα τα στοιχειώδη. Να μπορεί
να πληρώνει το ενοίκιό του χωρίς να εξαντλεί όλο τον μισθό. Να γεμίζει το
καλάθι του σούπερ μάρκετ χωρίς αριθμομηχανή.
Να βγει για έναν καφέ χωρίς ενοχές. Να σχεδιάσει το
μέλλον του χωρίς να μοιάζει με κακόγουστο αστείο.
Αντί
γι’ αυτό, πολλοί παραμένουν στο πατρικό σπίτι, αναβάλλουν τη δημιουργία
οικογένειας, μεταθέτουν κάθε σοβαρή απόφαση για «όταν φτάξουν τα πράγματα».
Η
χώρα δεν προσφέρει στους νέους της σταθερότητα αλλά μια διαρκή αναμονή. Κι όταν
χιλιάδες επιλέγουν να φύγουν στο εξωτερικό, το πολιτικό σύστημα προσποιείται
ότι δεν καταλαβαίνει γιατί.
Η κανονικοποίηση της αδικίας
Κάποτε
τέτοιες ιστορίες προκαλούσαν οργή, σήμερα προκαλούν αδιαφορία. Άλλη μία υπόθεση
αμφισβητούμενου βιογραφικού, άλλος ένας διορισμός που σηκώνει ερωτήματα, άλλη
μία δημόσια θέση που αντιμετωπίζεται ως λάφυρο.
Η
κοινωνία έχει συνηθίσει τόσο πολύ τη στρέβλωση, ώστε πολλές φορές παύει να τη
βλέπει. Η την στηρίζει, ελπίζοντας να είναι ο επόμενος «τυχερός»…
Κι
αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη εξέλιξη. Όχι μόνο η ύπαρξη της αναξιοκρατίας,
αλλά η εξοικείωση μαζί της.
Μια χώρα που ζητά συνεχώς περισσότερα από όσους έχουν
λιγότερα
Το
πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά ηθικό. Όταν το κράτος σου λέει
«σπούδασε» και μετά σου δείχνει τον δρόμο για το αεροδρόμιο (το γνωστό Brain
Drain), την ίδια στιγμή που διορίζει τα «δικά μας παιδιά»
με παχυλούς μισθούς, τότε σου κλείνει το μάτι λέγοντας «Μην προσπαθείς. Μην διαβάζεις. Μην
ονειρεύεσαι. Απλώς βρες έναν μπάρμπα στην Κορώνη ή έναν βουλευτή στην Πειραιώς».
Είναι
η πλήρης απαξίωση της έννοιας της προσπάθειας. Είναι το τέλος του «ελληνικού ονείρου» που ήθελε την εκπαίδευση ως το ασανσέρ για την
κοινωνική άνοδο. Τώρα το ασανσέρ είναι χαλασμένο και τα κλειδιά τα έχουν οι
κομματάρχες.
Την
ίδια στιγμή, κάποιοι που δεν χρειάστηκε ποτέ να αποδείξουν πολλά συνεχίζουν να
μιλούν για τεμπελιά, αξιολόγηση και αριστεία. Η χώρα δεν αποτυγχάνει μόνο να
ανταμείψει τους νέους της.
Συχνά τους ζητά και να αποδεχθούν σιωπηλά την αδικία.
Όσο
η Ελλάδα συνεχίζει να είναι το «μαγαζί»
των κολλητών και των ανιψιών, όσο τα πτυχία θα θεωρούνται κουρελόχαρτα και οι
κομματικές ταυτότητες χρυσά διαβατήρια, τόσο η χώρα θα βυθίζεται στη
μετριότητα.
Κι
αυτό είναι πολύ βαρύτερο από έναν χαμηλό μισθό. Είναι μια βαθιά κρίση
αξιοπιστίας.
Κουτί Πανδώρας


