Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Διεθνής Ακροδεξιά / «Να φοβάστε περισσότερο τον ήχο από παντόφλες παρά τις μπότες που παρελαύνουν»

 


της Φωτεινής Λαμπρίδη

Με τον Ντόναλντ Τραμπ στο τιμόνι, ένα ετερόκλητο ακροδεξιό κίνημα – που αποτελείται από παλαιοσυντηρητικούς και νεο-αντιδραστικούς – επιχειρεί να κατακτήσει τον κόσμο ανατρέποντας τις αξίες του Διαφωτισμού.

Μια σειρά πρόσφατων βιβλίων στη διεθνή αγορά προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Οι περισσότεροι συγγραφείς παραδέχονται πως κανένας δεν προέβλεψε ακριβώς αυτή την εξέλιξη, αν και «…η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού έπρεπε κάπως να μας υποψιάσει» όπως ισχυρίζονται πολλοί διανοητές.

Το θέμα προβλημάτισε και τον ανήσυχο ισπανό Sergio C. Fanjul, ο οποίος έχει πτυχίο στην Αστροφυσική και μεταπτυχιακό στη Δημοσιογραφία.

Έχει εκδώσει πολλά βιβλία και έχει τιμηθεί με βραβεία όπως το Paco Rabal για Πολιτιστική Δημοσιογραφία και το Pablo García Baena για Ποίηση. Είναι καθηγητής συγγραφής, σεναριογράφος τηλεόρασης, ραδιοφωνικός παραγωγός στο Poesía o Barbarie και ποιητής. Από το 2009 γράφει στήλες και άρθρα στην εφημερίδα El País και σε ένα από αυτά, συνοψίζει τα όσα αποκόμισε από τα βιβλία που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το διεθνές κύμα της ακροδεξιάς στις μέρες μας.

«Η άνοδος της παγκόσμιας ακροδεξιάς μπορεί να ιδωθεί σαν μια επιδημία. Δεν ξεσπά ξαφνικά: αρχικά εμφανίζεται ως ένας ήπιος, σχεδόν ανεπαίσθητος πυρετός. Έπειτα εξαπλώνεται, μεταλλάσσεται, γίνεται μεταδοτική. Τελικά εγκαθίσταται, όπως το κλίμα. Παύει να προκαλεί συναγερμό επειδή γίνεται συνηθισμένη» γράφει στην El Pais και αναφέρεται πρώτα στον Αργεντίνο ερευνητή Φράνκο Ντέλε Ντόνε, συγγραφέα του βιβλίου Epidemia ultra: Del fascismo europeo a Silicon Valley («Ακροδεξιά επιδημία: Από τον ευρωπαϊκό φασισμό έως τη Silicon Valley»), που εκδόθηκε το 2025.

«Βρισκόμαστε στο πιο προχωρημένο στάδιο της επιδημίας», λέει ο συγγραφέας. Στο έργο του υποστηρίζει ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις διέπραξαν ένα σοβαρό λάθος: υποτίμησαν τις εκρήξεις της ακροδεξιάς μέχρι να εξαπλωθούν. Και τώρα, λέει, ίσως είναι ήδη αργά.

«Το βιβλίο αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά δοκίμια που κυκλοφορούν σήμερα, καθώς η εκδοτική βιομηχανία – πάντα ευαίσθητη σε ζητήματα που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση – προσπαθεί να κατανοήσει ένα φαινόμενο που ελάχιστοι είχαν προβλέψει» γράφει ο Sergio C. Fanjul. Tο κενό αυτό προσπαθούν να καλύψουν τώρα έργα συγγραφέων όπως οι Αντονέλα Μάρτι, Μαρκ Φορτιέ, Μπρούνο Καρδενιόσα, Αντριάνα Χεστ, Φρανσέσκ-Μαρκ Άλβαρο και Λουσιάνα Πέκερ, ενώ αναμένονται και νέα βιβλία από άλλους ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους. Εδώ να προσθέσουμε ότι και η ελληνική βιβλιογραφία συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση με βιβλία όπως του Πέτρου Παπακωνσταντίνου, του Δημήτρη Ψαρρά κ.α.

Οι ρίζες του φαινομένου

Πού βρίσκεται όμως η απαρχή αυτής της πολιτικής τάσης; Ο αρθρογράφος αναφέρεται στον Ντέλε Ντόνε ο οποίος αναζητά τις ρίζες της σε μια μακρά ιστορική διαδρομή: από τις ιδεολογικές σκιές των αρχών του 20ού αιώνα έως την αυταρχική στροφή που ενσάρκωσε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Κεντρική ιδέα αυτής της παράδοσης είναι η θεωρία της «παρακμής της Δύσης», που διατυπώθηκε από τον Γερμανό φιλόσοφο Όσβαλντ Σπένγκλερ και τροφοδότησε τη φασιστική φαντασία της δεκαετίας του 1930.

Μετά την απαξίωση αυτών των ιδεολογιών – οι οποίες ηττήθηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – το νήμα ξαναπιάνεται από τη λεγόμενη Nouvelle Droite («Νέα Δεξιά»), υπό την καθοδήγηση του Γάλλου φιλοσόφου Αλέν ντε Μπενουά. Το ρεύμα αυτό εμφανίστηκε ως απάντηση στις αντικουλτούρες και στη Νέα Αριστερά που αναδύθηκαν μετά τον Μάη του 1968.

Παράδοξο στοιχείο: η Νέα Δεξιά υιοθέτησε την έννοια της πολιτισμικής ηγεμονίας από τον Ιταλό κομμουνιστή στοχαστή Αντόνιο Γκράμσι, τον οποίο επικαλούνταν συχνά.

Ένα ετερόκλητο ιδεολογικό αρχιπέλαγος

«Ο σημερινός πολιτισμικός πόλεμος που διεξάγει η νέα παγκόσμια ακροδεξιά αποτελεί μια ετερογενή και συχνά αντιφατική συμμαχία. Στο εσωτερικό της συνυπάρχουν παλαιοσυντηρητικοί και «αναρχοκαπιταλιστές», παραδοσιοκράτες και νεοναζί, κεφάλαια της Silicon Valley αλλά και θεωρίες συνωμοσίας» γράφει ο Sergio C. Fanjul και εξηγεί πως:

Πρόκειται για ένα «αρχιπέλαγος» ιδεών που τροφοδοτείται από αγανάκτηση: από την αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού και από την αίσθηση ότι το μέλλον έχει κλείσει. Πολλοί από τους υποστηρικτές του πιστεύουν ότι ο κόσμος πρέπει να «επαναρυθμιστεί» και να επιστρέψει σε μια υποτιθέμενη χρυσή εποχή – είτε στη δεκαετία του 1950 είτε ακόμη πιο πίσω, πριν από τον Διαφωτισμό. Πρόκειται για μια διάχυτη νοσταλγία για έναν ιδανικό παρελθόν που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ.

Ο πολιτισμικός πόλεμος

Παρά τη διαφορετικότητα των ρευμάτων, αναδύεται μια κοινή αφήγηση: ο διαρκής πολιτισμικός πόλεμος, η ανάγκη κατασκευής ενός κοινού εχθρού και η ένθερμη υπεράσπιση παραδοσιακών και πατριαρχικών ιεραρχιών.

Εδώ ο Sergio C. Fanjul αναφέρεται στην πολιτική επιστήμονα Αντονέλα Μάρτι η οποία υποστηρίζει ότι τα κινήματα αυτά βασίζονται στον φόβο, στο μίσος και στη χειραγώγηση. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον μισογυνισμό, για παράδειγμα μέσα από τη λεγόμενη manosphere στο διαδίκτυο, η οποία προσελκύει «θυμωμένους νέους άνδρες» σε επιθετικές και ιεραρχικές μορφές ανδρισμού.

Παράλληλα, τα κινήματα αυτά χρησιμοποιούν τη θρησκεία ως πολιτικό εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και πειθαρχίας. «Διψούν για θεοκρατία», υποστηρίζει η Μάρτι.

Για να κινητοποιηθεί το ακροατήριό τους, δημιουργούνται εχθροί: οι «woke», οι μετανάστες ή όποιος άλλος μπορεί να παρουσιαστεί ως απειλή. Ο όρος «woke», λέει η ίδια, λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος για οτιδήποτε δεν τους αρέσει.

Η διάκριση μεταξύ ριζοσπαστικής και άκρας δεξιάς

Μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο και την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία, οι κατάχρηση εξουσίας από την πλευρά της αμερικανικής υπηρεσίας μετανάστευσης ICE θεωρείται από ορισμένους το τελευταίο – μέχρι στιγμής – στάδιο αυτής της ακροδεξιάς «επιδημίας», διαπιστώνει ο αρθρογράφος και αναφέρεται στον Ντέλε Ντόνε που γράφει πως:

«Η συμπεριφορά της ICE θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστική… αν και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με αυτή τη λέξη. Ωστόσο φαίνεται να ταιριάζει εδώ». Ο ίδιος διακρίνει τη ριζοσπαστική δεξιά – που διαβρώνει τη δημοκρατία από μέσα – από την ακραία δεξιά επαναστατικού χαρακτήρα, που επιδιώκει να καταργήσει πλήρως τη δημοκρατία.

«Ο τελικός στόχος και των δύο είναι ο ίδιος: ένα μη δημοκρατικό καθεστώς», λέει. «Και πλησιάζουμε προς αυτό το σημείο. Ίσως είναι ήδη αργά για να αποτραπεί η ριζοσπαστικοποίηση».

Μισογυνισμός και θρησκεία

Παρά τις διαφορές τους, αυτά τα κινήματα μοιράζονται ένα κοινό αφήγημα: τον διαρκή πολιτισμικό πόλεμο, την ανάγκη κατασκευής ενός κοινού εχθρού και την υπεράσπιση των παραδοσιακών πατριαρχικών ιεραρχιών.

Για να μιλήσει για τον μισογυνισμό ως συστατικό της ακροδεξιάς κουλτούρας ο Sergio C. Fanjul, αναφέρεται στην πολιτική επιστήμονα Αντονέλα Μάρτι η οποία υποστηρίζει ότι αυτά τα ρεύματα βασίζονται στον φόβο, το μίσος και τη χειραγώγηση. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον μισογυνισμό – για παράδειγμα μέσω της λεγόμενης manosphere στο διαδίκτυο, η οποία προσελκύει «θυμωμένους νέους άνδρες» που επιτίθενται. Παράλληλα, εδραιώνουν τη θέση τους σε θρησκευτικές κοινότητες κυρίως στους ευαγγελιστές.

«Η νέα δεξιά χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως πολιτικό εργαλείο, ως μηχανισμό ηθικού ελέγχου και κοινωνικής πειθαρχίας. Διψούν για θεοκρατία», υποστηρίζει.

Για να κινητοποιηθεί το κίνημα, δημιουργούνται εχθροί: οι «woke» ή οι μετανάστες. «Ο όρος «woke» λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος για όλα όσα δεν τους αρέσουν», εξηγεί.

Η πολιτική του θεάματος και η «Σκοτεινή Διαφώτιση»

Οι νέοι ηγέτες της ακροδεξιάς – όπως ο Τραμπ, ο Χαβιέρ Μιλέι ή ο Ναΐμπ Μπουκέλε – χαρακτηρίζονται από υπερβολή, θεατρικότητα και έντονη καλλιέργεια της προσωπολατρείας.

«Δεν προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες αλλά να τους σοκάρουν», εξηγεί η Μάρτι. «Δεν θέλουν να οικοδομήσουν κάτι· θέλουν να καταστρέψουν. Οι υποστηρικτές τους τους ακολουθούν ακριβώς για αυτό που υπόσχονται να καταστρέψουν. Πρόκειται για ένα κίνημα εκδίκησης».

Ένα από τα πιο ακραία ιδεολογικά ρεύματα της σύγχρονης ακροδεξιάς είναι η λεγόμενη «Σκοτεινή Διαφώτιση» (Dark Enlightenment), γνωστή και ως νεο-αντιδραστικό κίνημα (NRx). Οι εκπρόσωποί του προτείνουν μια υπερκαπιταλιστική και υπερτεχνολογική νεομοναρχία ως λύση στα προβλήματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Στο μοντέλο αυτό η κοινωνία θα διοικείται από έναν «βασιλιά-διευθύνοντα σύμβουλο», σαν μια αυστηρά ιεραρχημένη εταιρεία στην οποία οι πολίτες θα λειτουργούν ως μέτοχοι.

Οι ιδέες αυτές έχουν επηρεάσει κύκλους της Silicon Valley και συνδέονται με πρόσωπα όπως ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Πίτερ Τιλ.

«Η δημοκρατία καταρρέει από μέσα» – Τα ερωτήματα του μέλλοντος

Ο αρθρογράφος αναφέρεται και στον Καναδό κοινωνιολόγο Μαρκ Φορτιέ που υποστηρίζει ότι ο φασισμός συχνά γεννιέται όχι από θεαματικές εκρήξεις βίας αλλά από αδιαφορία και παθητικότητα.

«Πρέπει να φοβόμαστε περισσότερο τον ήχο από παντόφλες παρά τις μπότες που παρελαύνουν», γράφει. Με άλλα λόγια, το κακό προκύπτει συχνά από την καθημερινή αδράνεια των πολιτών. «Η δημοκρατία καταρρέει πάντοτε από μέσα».

«Πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση; Θα ενισχυθεί η ακροδεξιά ή θα αποδυναμωθεί από τις ίδιες της τις υπερβολές;» αναρωτιέται ο αρθρογράφος.

Ο Φορτιέ θεωρεί ότι οι Ρεπουμπλικανοί στις ΗΠΑ ίσως υπερεκτιμούν τη δύναμή τους και υποτιμούν την αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει η πολιτική βία. Οι Αμερικανοί, σημειώνει, στήριξαν τον Τραμπ αναζητώντας ασφάλεια, όχι για να ζουν με φόβο απέναντι σε ένα αυταρχικό κράτος.

Ωστόσο, αν οι τάσεις αυτές συνεχιστούν, ο κόσμος θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα δυστοπικό τοπίο: έναν κόσμο όπου ο αυταρχισμός θα είναι ο κανόνας, οι ελευθερίες θα περιορίζονται και οι κοινωνικές ανισότητες θα διευρύνονται δραματικά.

«Θα είναι ένας κόσμος που δεν θα ήθελα να αφήσω στις κόρες μου», καταλήγει ο Φράνκο Ντέλε Ντόνε. «Έναν κόσμο όπου ο αυταρχισμός θα είναι ο κανόνας, οι ελευθερίες θα περιορίζονται και οι ανισότητες θα αυξάνονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργηθούν δύο κοινωνικές τάξεις σε παράλληλες πραγματικότητες — έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα πάψει να έχει αξία».

TVXS

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Πόλεμος, πατήρ πάντων;

 


Ο κίνδυνος σήμερα είναι να παγιδευτούμε σε μια απλή λογική στρατοπέδων, επιλέγοντας ποια από τις κυρίαρχες επιδιώξεις μοιάζει πιο αρεστή.

του Γιώργου Κατσαίτη

Ο πόλεμος, σε τόσα μέτωπα πλέον και με τόσο καθοριστικές συνέπειες, επαναφέρει αναγκαστικά το πολιτικό ζήτημα. Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Το γεγονός ότι την τράπουλα ανακατεύει σήμερα ο δικέφαλος Ιανός ΗΠΑ–Ισραήλ αποτελεί ασφαλώς επιθετική ενέργεια. Ταυτόχρονα όμως εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία αναδιάταξης της παγκόσμιας σκακιέρας.

Τα επεισόδια αυτής της αναδιάταξης έχουν ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, ουσιαστικά από τη στιγμή που κατέβηκε η κόκκινη σημαία από τον ιστό του Κρεμλίνου και τερματίστηκε ο διπολισμός που όριζε το βασικό πεδίο της διεθνούς αντιπαράθεσης έως και πριν από τριάντα και σαράντα χρόνια.

Ο κίνδυνος σήμερα είναι να παγιδευτούμε σε μια απλή λογική στρατοπέδων, επιλέγοντας ποια από τις κυρίαρχες επιδιώξεις μοιάζει πιο αρεστή – για χίλιους λόγους και συνήθως σύμφωνα με το εκάστοτε εθνικό αφήγημα. Όμως παράλληλα αναδύεται ξανά το κοινωνικό ζήτημα, που διατρέχει και συνδέει οριζόντια τους λαούς και στις δύο πλευρές των συγκρούσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, το οποίο συχνά λοιδορείται ως παρωχημένο αλλά στην πραγματικότητα έχει συκοφαντηθεί από έναν βαθιά ριζωμένο ραγιαδισμό, πρώτη έρχεται η αλληλεγγύη προς τους βασανισμένους και τα θύματα των επιθέσεων. Πρόκειται για μια στοιχειώδη ηθική στάση, που ταυτόχρονα παραπέμπει σε ένα διαφορετικό υπόδειγμα ανθρώπινων σχέσεων και συλλογικής ζωής.

Η υποστήριξη των λαών που βρίσκονται υπό πίεση στοχεύει ακριβώς στην ενίσχυσή τους, ώστε, διαπραγματευόμενοι την υπόσταση και την κυριαρχία τους, να μην εξαναγκαστούν σε υποχωρήσεις που θα μετέτρεπαν τελικά τον αγώνα τους σε πύρρειο.

Γι’ αυτό έχει σημασία να στηριχθούν οι λαοί που βρίσκονται σήμερα στο στόχαστρο: οι Πέρσες, οι Παλαιστίνιοι, οι Βενεζουελάνοι, οι Κουβανοί — οι ίδιοι και η θεσμική τους υπόσταση όπου αυτή υφίσταται και απειλείται.

Η κυρίαρχη εθνική αφήγηση, όπως ιστορικά συγκροτήθηκε μέσα από επιλογές ολιγαρχιών και την υποταγή των κοινωνιών —διαδικασίες σύνθετες που συχνά απλουστεύονται— δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική οπτική. Χρειάζεται η αναζήτηση μιας διαφορετικής θέσμισης, στην επιδίωξη της οποίας το κοινωνικό ενοποιητικό στοιχείο θα επανέλθει στο προσκήνιο.

Δύσκολα πράγματα. Αλλά μήπως ο ολέθριος ασκός του Αιόλου που άνοιξε σκορπώντας τον θάνατο μπορεί να θεωρηθεί εύκολη υπόθεση;

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ-ΚΕΡΚΥΡΑ

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Το έγκλημα του επιθετικού πολέμου είναι το υπέρτατο έγκλημα

 


του Ιωάννη Καλπούζου*

Η επίθεση κατά του Ιράν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ είναι ένα διεθνές έγκλημα. Αν αυτό σας ακούγεται κάπως απόλυτο, ηθικολογικό, αφελές ή φιλικό προς «τους μουλάδες», επιτρέψτε μου να καταφύγω στο θετικισμό του νομικού.

Δεν υπάρχει η παραμικρή νομική βάση. Ούτε ένοπλη επίθεση – ούτε παρούσα ούτε επικείμενη -, ούτε απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Δεν υπάρχει καν μια προσπάθεια – όπως υπήρχε στον επίσης παράνομο πόλεμο κατά του Ιράκ – νομικής δικαιολόγησης και επιχειρήματος.

Όχι μόνο γιατί οι κυβερνήσεις του Τραμπ και του Νετανιάχου δεν έχουν ούτε ενδιαφέρον ούτε ανάγκη νομικής δικαιολόγησης. Αλλά και γιατί από την μία πλευρά οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμα αποφασίσει γιατί το κάνουν ενώ, από την άλλη, το Ισραήλ αισθάνεται πλέον πολύ άνετα να δρα εκτός κάθε νόμου και με το στόχο εξόντωσης και εξάλειψης όλων των αντιπάλων του.

Όλα αυτά είναι γνωστά, προφανή και κατανοητά, εν πολλοίς, και από τους ενάντιους και από τους υποστηρικτές αλλά και από τους επαμφοτερίζοντες. Η διαφορά έγκειται στο αν αυτό έχει, εντέλει, σημασία.

Σύμφωνα με το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης το έγκλημα του επιθετικού πολέμου («έγκλημα κατά της ειρήνης» λεγόταν τότε) αποτελεί το υπέρτατο διεθνές έγκλημα γιατί περιέχει το τη «συσσωρευμένη απαξία του όλου» (the accumulated evil of the whole).

Δεν είναι λοιπόν μόνο η αξία και η προστασία της εθνικής κυριαρχίας που δικαιολογεί την απαγόρευση και την ποινικοποίηση του επιθετικού πολέμου. Είναι και ό,τι, αναπόφευκτα, επακολουθεί.

Ας δεχτούμε ότι η θανάτωση τουλάχιστον 175 μικρών κοριτσιών δεν έγινε με άμεσο δόλο. Φαίνεται, κατά την έρευνα του Guardian, ότι οφείλεται σε χρήση χάρτη δεκαετίας που παρουσίαζε το σχολείο ως μέρος ενός συμπλέγματος που περιείχε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο και ένα πολιτιστικό κέντρο των Φρουρών της Επανάστασης.

Δε θα ήταν δύσκολο ούτε για τους Αμερικάνους ούτε για τους Ισραηλινούς να επαληθεύσουν το χαρακτήρα του κτηρίου και οι συνθήκες της Γενεύης επιβάλλουν υποχρέωση συνεχούς μέριμνας αποφυγής επιθέσεων κατά αμάχων και την λήψη όλων των εφικτών μέτρων.

Τα μέσα παρακολούθησης που έχουν, δορυφορικά και άλλα, είναι εκτεταμένα. Ο Υπουργός Πολέμου (και ουχί Αμύνης) Hegseth βέβαια δεν ανέχεται, λέει, τέτοιους «ανόητους κανόνες». «Θάνατος και καταστροφή από τον ουρανό, όλη μέρα», είπε επίσης.

Είτε «λάθος» είτε προϊόν κολάσιμης αδιαφορίας και φονικού ενθουσιασμού, ο θάνατος αυτών των παιδιών εμπεριέχεται και είναι αποτέλεσμα του αρχικού εγκλήματος. Όχι μόνο ως αίτιο και αιτιατό.

Αλλά και επειδή και τα δύο εμπίπτουν στην ίδια στάση και λογική αδιαφορίας που βασίζεται στην απανθρωποποίηση του άλλου. Στην ανικανότητα πολιτικής σκέψης. Στην λογική της επίλυσης των διαφορών μέσω της θεαματικής βίας, της εξόντωσης του αντιπάλου, του φόνου.

Ο Γερμανός Καγκελάριος Μερτς, περισσότερο και από τους άλλους επαμφοτερίζοντες Ευρωπαίους, θεωρεί ότι όλα αυτά δεν έχουν και τόση σημασία. «Δεν είναι η ώρα για διαλέξεις.» Τι τραγωδία λοιπόν που η Γερμανία, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είναι αυτοί που αναθεωρούν και απορρίπτουν το θεμελιώδες dictum της Νυρεμβέργης.

Πιστέψτε με, η στάση μου απέναντι στη διεθνή τάξη που εγκαθιδρύθηκε το ’45 δεν είναι ρομαντική. Η νομική καταδίκη των αντιπάλων υπηρετούσε την εδραίωση ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας που παρείχε άπλετη ελευθερία στους επικεφαλής του και δυνατότητες εκμετάλλευσης των αδυνάμων.

Οι δε αρχή της εθνικής κυριαρχίας μπορεί να επιτρέψει τη συνέχεια διαφόρων καταπιεστικών καθεστώτων, όπως εξάλλου και η εξωτερική επιρροή. Η ιστορία του Ιράν, από το ’53 μέχρι σήμερα το δείχνει.

Η απροκάλυπτη εγκατάλειψη όμως των αρχών που το υποκριτικό αυτό σύστημα επέτρεπε να επιβιώνουν δεν οδηγεί μόνο στο γεωπολιτικό χάος που βλέπουμε. Αλλά και στην απανθρωποποίηση όλων μάς – θυμάτων, θυτών και συνεργατών.

*Ο Ιωάννης Καλπούζος είναι επισκέπτης καθηγητής στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ και έχει διδάξει, μεταξύ άλλων, στο Boston University και το City Law School.

TVXS


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Καισαριανή / Τα άβολα ντοκουμέντα για τους ιδεολογικούς απογόνους των συνεργατών των ναζί

 


της Φωτεινής Λαμπρίδη

Λίγες φωτογραφίες – ντοκουμέντα της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών τον Δεκέμβρη του 1944 στην Καισαριανή, ήταν αρκετές για να προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης και δάκρυα.

Η σιωπή των εικόνων είπε πολλά περισσότερα από όσα πασχίζουμε να εξηγούμε και να αναλύουμε συχνά με αφορμή διάφορα προτάγματα.

Δεν προκάλεσαν ωστόσο συγκίνηση σε όλους και όλες παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τεράστιο ιστορικό ντοκουμέντο της εκτέλεσης από ναζί 200 αγωνιστών που έπεσαν για αυτή την πατρίδα, γι’ αυτόν τον λαό.

Τα «μετρημένα» και σιωπηλά στελέχη μιας κυβέρνησης που επιδίδεται συχνά σε αντικομμουνιστικά ντελίρια που άργησαν να βγάλουν ανακοινώσεις και διεκδίκησαν υπό την πίεση φορέων και κομμάτων τα τεκμήρια, οι νεοδημοκράτικοι λογαριασμοί που έσπευσαν να αμφισβητήσουν τη γνησιότητας τους και οι φασιστές που βεβήλωσαν το μνημείο των πεσόντων στο Σκοπευτήριο, με διαφορετική ένταση ο καθένας, άνοιξαν πάλι το παράθυρο να φανεί από που αιμορραγεί αυτή η πληγή που ονομάζουν «εθνικό διχασμό».

Μια πληγή που στην πραγματικότητα ονομάζεται «διαχρονική ατιμωρησία των ιδεολογικών απογόνων των ελλήνων συνεργατών των ναζί» που όχι απλά την έβγαλαν καθαρή αλλά στελέχωσαν και το μετεμφυλιακό κράτος.

Από αυτή την ατιμωρησία του καθόλου ευκαταφρόνητου αριθμού δωσιλόγων, αντλούν το θράσος τους οι ιδεολογικοι απόγονοι τους που διαστρεβλώνουν την ιστορία και βανδαλίζουν μνημεία και είναι μια καλή ευκαιρία αυτή να θυμίσουμε δύο εξαιρετικά βιβλία: Το «Οι δίκες των δωσίλογων» 1944-1949 (Εκδόσεις Πόλις) του Δημήτρη Κουσουρή και «Οι Δωσίλογοι» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) του Μενέλαου Χαραλαμπίδη.

Η σε βάθος μελέτη της ιστορίας των δωσιλόγων κάνει κατανοητό ποιοι ενοχλήθηκαν από το περήφανο βλέμμα των ανθρώπων που πήγαιναν ευθυτενείς, με θάρρος και το τραγούδι στο στόμα κοιτάζοντας ευθύβολα τον εχθρό στα μάτια, προς τον θάνατο. Είναι εκείνοι που ακόμα υποφέρουν από το γεγονός ότι οι 200 ήρωες ήταν κομμουνιστές. Αυτοί γράφουν τα σχόλια μίσους για τα ντοκουμέντα αυτά, αυτοί που με τα νεύρα σπασμένα πήγαν να βανδαλίσουν το μνημείο. Αυτοί μούδιασαν μπροστά στα αδιάψευστα στοιχεία μιας αταλάντευτα γενναίας αναμέτρησης με το θηρίο του ναζισμού.

Η έρευνα των ιστορικών Δημήτρη Κουσουρή και Μενέλαου Χαραλαμπίδη αποκαλύπτει ότι ο δωσιλογισμός στην Ελλάδα δεν ήταν ένα περιθωριακό φαινόμενο, αλλά ένα φαινόμενο με μαζικά χαρακτηριστικά.

Όπως επισημαίνει ο Κουσουρής, χιλιάδες Έλληνες συνεργάστηκαν με τις ιταλικές και τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ο δωσιλογισμός δεν περιοριζόταν σε ιδεολογική ταύτιση. Ήταν συχνά μια σχέση συμφέροντος, κατά την οποία οι εμπλεκόμενοι αποκόμιζαν προσωπικά οφέλη, ενώ ζημίωναν την Ελλάδα και τον εθνικό αγώνα.

Η έκταση του φαινομένου αποτυπώνεται και στα στοιχεία των διώξεων μετά την Απελευθέρωση. Από τις 15.000 καταγγελίες στην Αθήνα, μόλις 2.200 έφτασαν στο ακροατήριο.

Συνολικά, το 85% των υποθέσεων αρχειοθετήθηκε και πολλοί δωσίλογοι ενσωματώθηκαν στο νέο κράτος που συγκροτήθηκε υπό την αιγίδα των δυτικών συμμάχων, λόγω του αντικομμουνιστικού τους προσανατολισμού.

Διέθεταν οικονομική ισχύ και διασυνδέσεις, γεγονός που τους επέτρεψε να αποφύγουν την τιμωρία. Στην πράξη, καταδικάστηκαν κυρίως οι οικονομικά ασθενέστεροι, «τα μικρά ψάρια», ενώ οι ισχυρότεροι παρέμειναν στο απυρόβλητο.

Η ατιμωρησία αυτή δεν ήταν απλώς μια αποτυχία της δικαιοσύνης. Ήταν μια πολιτική επιλογή που διαμόρφωσε το μεταπολεμικό κράτος. Όπως σημειώνει ο Κουσουρής, αρκετοί από τους δωσίλογους όχι μόνο επανεντάχθηκαν στην κοινωνία, αλλά έγιναν μέρος της πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Κάποιοι έφτασαν σε κορυφαίες θέσεις εξουσίας, ενώ οι οικογένειές τους ενσωματώθηκαν πλήρως στο πολιτικό σύστημα.

Ο δωσιλογισμός έγινε ένα ισχυρό ταμπού, που αποκρύφτηκε πίσω από το αφήγημα της εθνικής ενότητας και της αντικομμουνιστικής «αναγκαιότητας».

Η έρευνα του Μενέλαου Χαραλαμπίδη φωτίζει ακόμη πιο σκοτεινές πτυχές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει εντοπίσει, το 60-70% των Ελλήνων αντιστασιακών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς είχαν προηγουμένως συλληφθεί από ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας. Δηλαδή, οι εκτελέσεις δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της ναζιστικής κατοχής, αλλά και της ενεργού συμμετοχής ελληνικών κρατικών μηχανισμών. Ο Χαραλαμπίδης εισάγει τον όρο «ελληνική κατοχή» για να περιγράψει τη δράση των ελληνικών ταγμάτων ασφαλείας, τα οποία λειτουργούσαν ως προέκταση του γερμανικού στρατού κατοχής.

Όπως είπε σε συνέντευξη του στο tvxs, η συνεργασία αυτή δεν ήταν μια περιθωριακή παρέκκλιση. Ξεκίνησε από την πρώτη ημέρα της Κατοχής, με τη συγκρότηση της κυβέρνησης Τσολάκογλου, και επεκτάθηκε σε όλο τον κρατικό μηχανισμό. «Ένα σημαντικό τμήμα της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής ελίτ συνεργάστηκε ενεργά με τον κατακτητή, συχνά πριν ακόμη οργανωθεί η αντίσταση. Η συνεργασία δεν ήταν απάντηση στη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων. Αντιθέτως, προηγήθηκε και συνέβαλε στη διάλυση της κοινωνικής συνοχής».

Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ πλήρως. Τα αρχεία των σωμάτων ασφαλείας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, κατά παράβαση της διεθνούς πρακτικής που προβλέπει το άνοιγμά τους μετά από 30 χρόνια. Η αποσιώπηση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Είναι μια μορφή θεσμικής λήθης, που εμποδίζει την κοινωνία να αναμετρηθεί με το παρελθόν της.

Η ατιμωρησία των δωσίλογων είχε βαθιές συνέπειες. Όπως επισημαίνει ο Χαραλαμπίδης, η μη απονομή δικαιοσύνης δημιούργησε μια διαχρονική δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο κράτος και τη δικαιοσύνη. Η αίσθηση ότι οι συνεργάτες του κατακτητή όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά επιβραβεύτηκαν, άφησε ένα τραύμα που παραμένει ανοιχτό.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η βεβήλωση του μνημείου της Καισαριανής αποκτά μια βαθύτερη σημασία. Δεν πρόκειται για μια απλή πράξη βανδαλισμού. Οι ιδεολογικοί απόγονοι των δωσίλογων δεν εμφανίζονται σε ένα ιστορικό κενό. Εμφανίζονται σε μια κοινωνία που δεν αναμετρήθηκε πλήρως με το παρελθόν της, που δεν απέδωσε δικαιοσύνη και που επέτρεψε τη διατήρηση μύθων και αποσιωπήσεων. Αποθρασύνονται δε περισσότερο με τις πλάτες της διεθνούς της ακροδεξιάς που ενδυναμώνεται.

Η Καισαριανή είναι ένας τόπος μνήμης, αλλά και ένας τόπος ευθύνης. Κι όσοι δεν αντιμετωπίζουν τη γνώση της ιστορίας σαν μια ακαδημαϊκή άσκηση αλλά σαν μια πολιτική και ηθική αναγκαιότητα, ειδικά σε μια εποχή που τα φαντάσματα του ναζισμού επιστρέφουν, καταλαβαίνουν πολλά.

Οι ανατριχιαστικές φωτογραφίες απευθύνουν μηνύματα προς πολλούς και διαφορετικούς αποδέκτες, όπως κάνουν πάντα όλα τα αντικείμενα που ενεργοποιούν την ιστορική μνήμη. Στην αριστερά υπενθυμίζουν την αναγκαιότητα επανάκτησης μιας γενναιότητας και άλλων αξιών που κινδυνεύουμε να απωλέσουμε πλήρως βυθισμένοι στην ηττοπάθεια.

Στους απογόνους των συνεργατών των ναζί, τα ντοκουμέντα υπενθυμίζουν πως υπάρχει πάντα κάτι πιο ισχυρό από τη δύναμη της εξουσίας και τη μπότα του κατακτητή: αυτή η άσβεστη φλόγα στα μάτια των ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν για έναν καλύτερο κόσμο, που δεν ενεργούν για το συμφέρον τους. Τους υπενθυμίζουν κάτι ακόμα όμως. Πως ανά πάσα στιγμή, η φωνή της ζώσας μνήμης μπορεί να ακουστεί πιο ηχηρά και να τους ξεμπροστιάσει. «Δεν είστε οι πατριώτες όπως λέτε. Είστε οι πατριδοκάπηλοι, οι προδότες συνεργάτες των ναζί, οι φασίστες».

TVXS


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Μην πετάξουμε μαζί με τα απόνερα και το μωρό

 


του Αντιλιάν Κοτζάι

Η υπόθεση Παναγόπουλου δημιουργεί αισθήματα αποστροφής και απώθησης προς την κοινωνία, σχετικά με την έννοια του συνδικαλισμού, σε μία συγκυρία, όπου έτσι και αλλιώς το συνδικαλιστικό κίνημα είναι την τελευταία δεκαπενταετία βαθιά τραυματισμένο.

Όμως, θέλει μεγάλη προσοχή, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος μαζί με τα απόνερα να πετάξουμε και το παιδί, δηλαδή την χρησιμότητα του συνδικαλισμού.

Είναι αλήθεια ότι σε κάθε επίπεδο οι δομές εκπροσώπησης των πολιτών πάσχουν και αυτό αποτυπώνεται και στο υψηλότερο επίπεδο, που είναι το πολιτικό σύστημα, το οποίο αντί να ενσωματώνει πολίτες, τους οδηγεί τα τελευταία χρόνια στην αποχή και την αδράνεια.

Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά ο βασικότερος είναι η κρατικοποίηση των κομμάτων.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αντί τα κόμματα να είναι δυνάμεις μετασχηματισμού, ενσωματώνουν τα κελεύσματα του κράτους, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται από τα αιτήματα της κοινωνίας.

Κρατικοποίηση του συνδικαλισμού

Το ίδιο πρόβλημα που υπάρχει με τα «κρατικά κόμματα» ή τα «κόμματα καρτέλ» ισχύει και στην περίπτωση του συνδικαλισμού, καθώς τις τελευταίες δεκαετίες η ΓΣΕΕ και μία σειρά από οργανώσεις γραφειοκρατικοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία «ελίτ», της οποίας τα συμφέροντα αυτονομήθηκαν από αυτά των εργαζομένων.

Σε αυτό το πλαίσιο οι εργαζόμενοι απομακρύνονται από τις συλλογικές διαδικασίες και οι αντιπολιτικές τάσεις γιγαντώνονται.

Αυτό το είδαμε και στην εποχή της κρίσης, όπου οι συντηρητικές δυνάμεις σπίλωναν την έννοια του συνδικαλισμού, πατώντας ακριβώς σε αυτές τις παθογένειες των τελευταίων δεκαετιών.

Σε αυτή την κοινωνική βάση βρίσκει εύφορο έδαφος και η ακροδεξιά.

Το αίτημα, η επιστροφή στην κοινωνική βάση

Για αυτό και πλέον χρειάζεται ένας ριζικός επαναπροσδιορισμός της έννοιας του συνδικαλισμού και των συλλογικών διαδικασιών, που θα έχει στο επίκεντρο τον κοινωνικό έλεγχο των δομών εκπροσώπησης.

Όσο οι συσχετισμοί στο συνδικαλιστικό κίνημα δημιουργούνται με «οργανώσεις φαντάσματα» και από μηχανισμούς που ενεργοποιούνται μόνο όταν υπάρχει κάλπη, τόσο θα βαθαίνει η κρίση εμπιστοσύνης των εργαζομένων.

Πλέον, πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για την οικονομική αναπαραγωγή αυτών των δομών, διότι όπως έλεγε και ένας καθηγητής στο πανεπιστήμιο, «πες μου πώς αναπαράγεται με υλικούς όρους μία οργάνωση για να σου πω από ποιόν ελέγχεται».

Κουτί Πανδώρας

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Οι νεκροί μετανάστες της Χίου είναι δική μας τραγωδία

 


της Άσπας Πανωμερίτη

 

Από τους νεκρούς των Τεμπών, των εργατριών της Βιολάντα, των οπαδών του ΠΑΟΚ, στους πνιγμένους μετανάστες της Χίου, ο θάνατος και το βίωμά του φέρουν τον ίδιο ακριβώς πόνο.

Πλέον οι ημέρες και οι βδομάδες μετριούνται σε τραγικά περιστατικά με τελευταίο τον φρικτό θάνατο που βρήκαν οι μετανάστεςστη Χίο. Όλα αυτά τα συμβάντα πάντα έχουν στο επίκεντρο ανθρώπους καθημερινούς. Από τα Τέμπη που 57 νέοι άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, ως τις εργάτριες της Βιολάντα και το τροχαίο των οπαδών του ΠΑΟΚ, θρηνούμε την ανθρώπινη ζωή και το πόσο βίαια μπορεί να χαθεί από την μια στιγμή στην άλλη.

Όλες οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν μια κοινή συνισταμένη: Άνθρωποι της διπλανής πόρτας έχασαν την ζωή τους εξαιτίας μιας σειράς λαθών.

Ωστόσο, συνειδητά ή ασυνείδητα έχουμε ξεχάσει τους 500 νεκρούς μετανάστες στο ναυάγιο της Πύλου, ένα από τα πιο πολύνεκρα ναυάγια στην ιστορία, ξεχνάμε ότιδήποτε δεν μπορούμε να ταυτιστούμε άμεσα. Αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα επειδή το θέτουμε ως «δεύτερης κατηγορίας θάνατο», αλλά πιθανά ο θάνατος ως βίωμα έχει να κάνει με την ταύτιση, με το πόσο κοντά αισθανόμαστε το γεγονός.

Στα ελληνικά νερά για άλλη μια φορά βρήκαν τραγικό θάνατο μετανάστες και μετανάστριες που έφυγαν από κάποιον πόλεμο, κάποια κτηνωδία, πιθανά για να περάσουν από την Ελλάδα στην Ευρώπη.Όπως αναφέρουν οι μέχρι τώρα πληροφορίες, ο απολογισμός είναι τουλάχιστον 15 νεκροί και 24 τραυματίες. Ωστόσο ο αριθμός αναμένεται να αυξηθεί καθώς κατά την διάρκεια της ημέρας θα ενταθούν οι έρευνες που διεξάγονταν κατά την διάρκεια της νύχτας.

Η επιχείρηση έρευνας και διάσωσης συνεχίζεται από θαλάσσης και αέρος με τη συμμετοχή πλωτών μέσων του Λιμενικού, ιδιωτικών σκαφών, διασωστών και ελικοπτέρου Super Puma, το οποίο πραγματοποιεί πτήσεις με θερμικές κάμερες για τον εντοπσμό τυχόν επιζώντων.

Η κυβέρνηση έχει επιλέξει μια πολύ σαφή μεταναστευτική πολιτική, την πολιτική των επαναπροωθήσεων και της Frontex. Αυτοί οι άνθρωποι, που έχουν και αυτοί οικογένεια και βιώνουν τον πόνο, τον θρήνο και την θλίψη, θαλασσοπνίγηκαν, ασφυκτιούσαν. Κάποιοι θα θρηνήσουν γι’ αυτούς.

Το συμβάν αυτό θα αποτελέσει είδηση για σήμερα, αλλά όχι γι’αύριο. Ο θάνατος των μεταναστών, που αποτελεί αποτέλεσμα μιας ταξικά και φυλετικά προσδιορισμένης πολιτικής είναι εξίσου σημαντικός με οποιοδήποτε άλλο περιστατικό θανάτου κρατικής αμέλειας και πολιτικής.

Να μην είναι απλά ένας τίτλος στις ειδήσεις,«τραγωδία με μετανάστες στην Χίο» και απλά μετά να ξεχαστεί, είναι όντως τραγωδία, ποτισμένη με ανθρώπινο πόνο και αίμα των κατατρεγμένων. Να μην γίνει η απώλεια συνήθεια μας, να σταθούμε στο γεγονός ότι 15 άνθρωποι σκοτώθηκαν στην θάλασσα, γιατί το βίωμα του θανάτου δεν έχει όρια, σύνορα ή μια μόνο ταυτότητα.

Κουτί Πανδώρας


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

«Το τζάμπα πέθανε» / Αν δεν μπορούμε να ζήσουμε με 800 ευρώ, πρόβλημά μας – Ο κυνισμός ως κυβερνητική γλώσσα

 


της Φωτεινής Λαμπρίδη

Τη φράση «το τζάμπα πέθανε», ακούσαμε από τη βουλεύτρια της ΝΔ Χριστίνα Αλεξοπούλου στο Mega, ως απάντηση στο πώς μπορούν να επιβιώσουν εκπαιδευτικοί με μισθούς 800 ευρώ εν μέσω στεγαστικής και διατροφικής ακρίβειας.

Υπενθυμίζεται ότι σε ανάρτησή της στο twitter το 2019, η κ. Αλεξοπούλου είχε αναδημοσιεύσει άρθρο της εκκλησιαστικής ιστοσελίδας romfea.gr σχετικά με την «προστασία του αγέννητου παιδιού», παίρνοντας ξεκάθαρη θέση κατά των αμβλώσεων.

Στα λεγόμενά της χθες, οι δημοσιογράφοι πάγωσαν, σταυροκοπήθηκαν, οι τηλεθεατές μουδιάσαμε, ωστόσο δεν ήταν η πρώτη φορά που στέλεχος της ΝΔ γίνεται προσβλητικό απέναντι στους πολίτες εκφράζοντας άκρως κυνικό λόγο. Μήπως τελικά δεν πρόκειται για «άστοχες στιγμές» αλλά για ενσυνείδητη πολιτική επιλογή;

Τα τελευταία χρόνια, στελέχη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζονται όλο και συχνότερα να απαντούν σε κοινωνικά αδιέξοδα με φράσεις που σοκάρουν όχι μόνο για το περιεχόμενό τους, αλλά για την ψυχρότητα με την οποία εκφέρονται. Από το  «αν ο κ. Καραμανλής έλεγε ότι υπάρχει θέμα ασφάλειας στα τρένα, δεν θα έμπαινε κανείς» του Άδωνι Γεωργιάδη μέχρι τα όσα ακούστηκαν πρόσφατα στην εξεταστική για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ ο λόγος της εξουσίας στη χώρα μετατοπίζεται από τη διαχείριση προβλημάτων στη σχεδόν επιδεικτική αδιαφορία για αυτά.

Πεινάτε. Ε, και; Κατηγορούμαστε για διαπλοκή και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Ε, και; Κατηγορούμαστε πως κλονίζουμε το κράτος δικαίου ελέγχοντας της Δικαιοσύνη. Ε, και; Στο τέλος της ημέρας, όπως θα πει η κυβερνητική προπαγάνδα, ο Μητσοτάκης θα εγγυηθεί τη σταθερότητα.

Η κυβέρνηση αυτή έχει ωφελήσει το κεφάλαιο όσο καμία άλλη στη μεταπολιτευτική περίοδο. Φορολογικές ελαφρύνσεις για μεγάλες επιχειρήσεις, απορρύθμιση της εργασίας, αποδυνάμωση συλλογικών συμβάσεων, εκτόξευση της επισφαλούς απασχόλησης, δημόσιο χρήμα σε λίγους και ισχυρούς, παντελής απονεύρωση ελεγκτικών μηχανισμών. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, η στέγη γίνεται απρόσιτη, η καθημερινότητα για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ασφυκτική.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κυνισμός δεν είναι ένα λάθος. Λειτουργεί ως εργαλείο. Ένα εργαλείο που επιδιώκει να μετατοπίσει το πρόβλημα από τη δομή στην ατομική ευθύνη. Αν δεν βγαίνεις με 800 ευρώ, φταις εσύ. Τι θέλεις να σου δώσουμε τσάμπα σπίτι; Αν δεν βρίσκεις σπίτι, δεν προσπάθησες αρκετά. Αν εξαντλείσαι, «έτσι είναι η ζωή δύσκολη». Ο κυνικός λόγος απονομιμοποιεί το κοινωνικό αίτημα πριν καν διατυπωθεί πλήρως.

Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα σοκ. Ένα σοκ που παραλύει, προκαλεί τα μουδιάσματα που προανέφερα. Όταν η εξουσία μιλά χωρίς κανένα ίχνος ενσυναίσθησης, σπάει ένα άγραφο κοινωνικό συμβόλαιο: ότι, έστω και προσχηματικά, θα προσποιηθεί πως μας κατανοεί, μας ακούει, έχει ευθύνη να μας φροντίσει.

Αυτό το σπάσιμο του συμβολαίου δεν είναι τυχαίο όπως δεν είναι και η τυχαία η επιθετικότητα στελεχών στα ΜΜΕ (δείτε Βούλτεψη και Γεωργιάδη), σε συνθήκες που προστάζουν τουλάχιστον ταπεινότητα από την πλευρά της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση έχει κάνει την επιλογή της επίδειξης ισχύος «μπορούμε να το πούμε έτσι, και δεν θα μας συμβεί τίποτα»;

Το ερώτημα είναι αν ο κυνισμός είναι συνειδητή στρατηγική ή αποτέλεσμα αποθράσυνσης εξαιτίας της απόστασης της κυβέρνησης από την κοινωνία και της πεποίθησης πως τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετούν νυχθημερόν θα διασφαλίσουν την ισχύ τους.

Η απάντηση ίσως βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία, πρόκειται για μια εξουσία που αισθάνεται ισχυρή, πολιτικά θωρακισμένη, με θεσμούς, ΜΜΕ και οικονομικά συμφέροντα σε ευθυγράμμιση. Από την άλλη, ο κυνισμός λειτουργεί και πειθαρχικά όμως.

Δηλαδή εκπαιδεύει την κοινωνία στη χαμηλή προσδοκία, στην αποδοχή του «there is no alternative» (δεν υπάρχει εναλλακτική λύση). Εδώ οι ευθύνες της αντιπολίτευσης για την αποθράσυνση της κυβέρνησης είναι μεγάλες.

Το πυρ που ανοίγουν τα κυβερνητικά στελέχη κάθε φορά επιστρατεύοντας τον κυνισμό, φαίνεται να προσανατολίζεται σε μία κοινωνική – επαγγελματική ομάδα, ενώ στην πραγματικότητα είναι απέναντι σε όλη την κοινωνία.

Η κ. Αλεξοπούλου, με το «το τζάμπα πέθανε», δεν απευθύνεται μόνο στους εκπαιδευτικούς. Απευθύνεται σε όλους: εργαζόμενους – ες, νέους ες, άνεργους. Τους λέει ότι η εποχή των δικαιωμάτων έχει τελειώσει και ότι όποιος δεν αντέχει, περισσεύει. Είναι μια ωμή ταξική δήλωση, ειπωμένη χωρίς φόβο, σχεδόν με περηφάνια.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τέτοιες δηλώσεις προσβάλλουν. Προφανώς και προσβάλλουν. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουν να περνούν ως «ατυχείς εκφράσεις» ή αν θα αναγνωριστούν ως αυτό που είναι: η κανονικοποίηση ενός λόγου που νομιμοποιεί την κοινωνική βία. Γιατί όταν η εξουσία μιλά κυνικά, δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα. Την διαμορφώνει.

Και τότε, το «το τζάμπα πέθανε» παύει να είναι απλά μια προειδοποίηση. Γίνεται πολιτική.  Γίνεται επίθεση προς όλες και όλους. Ας μην ξεχνάμε όμως, πως οι μεγαλύτερες ασκήσεις κυνισμού έγιναν πάνω στις ζωές των προσφύγων. Όταν ο σημερινός υπουργός μετανάστευσης έλεγε πως «χωρίς νεκρούς δεν μπορούμε να έχουμε επιτυχημένη φύλαξη συνόρων», όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδεχόταν τα θανατηφόρα pushbacks στο CNN. Κάποτε θα ερχόταν και η σειρά μας να ακούσουμε πως αν δεν μπορούμε να ζήσουμε με 800 ευρώ, είναι πρόβλημα μας γιατί «το τζάμπα πέθανε».

TVXS


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Ποιοι μελλοθάνατοι, καημένε; Εδώ έχουμε πόλο!

 


 του Νίκου Παπαδογιάννη 

Η Ελλάδα κλαίει και οδύρεται, ο πλανήτης απειλείται με ανάφλεξη, αλλά εμείς ψάχνουμε στη μπάλα ψήγματα εθνικής υπερηφάνειας και μοιράζουμε βραβεία Κούλιτζερ.

Τίποτε δεν λέει «Ελλάδα 2026» όσο τα δελτία ειδήσεων της κρατικής τηλεόρασης («δημόσια», έχουν οδηγία να την αποκαλούν οι κρατικοδίαιτοι υπάλληλοί της), ιδίως όταν έρχεται μία αθλητική επιτυχία να τονώσει το εθνικό μας φρόνημα.

Κυριακή βράδυ, στην Αγία Παρασκευή, οι υπεύθυνοι του βραδινού δελτίου της ΕΡΤ ξαπόστειλαν τις κανονικές ειδήσεις στο πυρ το εξώτερον, εξοστρακίζοντάς τις στα «ψιλά γράμματα» ώστε να μην διαταραχθεί η ραστώνη των νοικοκυραίων που ζουν το όνειρό τους στην Ελλάδα του Μητσοτάκη.

Το πρώτο δεκάλεπτο του δελτίου αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στην Εθνική πόλο, η οποία κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και μας έκανε όλους να ξεχάσουμε τα προβλήματά μας και να τραγουδάμε στις στέγες. Πώς είπατε; Δεν τραγουδήσατε σε καμία στέγη εσείς; Δικό σας πρόβλημα και τη Δευτέρα να έρθετε με τον κηδεμόνα σας. Στο μεταξύ, ανοίξτε κάποιο από τα δεκάδες κανάλια της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής ΕΡΤ μπας και ξεστραβωθείτε.

Δέκα λεπτά, που λέτε, μπάλα στην πισίνα. Με ζωντανές συνδέσεις, με στιγμιότυπα, με σημαίες, με ταμπούρλα, με επινίκιες δηλώσεις, με Βρούτση, με Κούβελο, εννοείται και με τα συγχαρητήρια των ηγεμόνων.

«Συγκινημένος», δήλωσε ο Κωνσταντίνος Τασούλας, μόλις ενημερώθηκε περί τινος πρόκειται και τι χρώμα έχει η μπάλα. «Εθνικά υπερήφανος», ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τις χιονισμένες βουνοπλαγιές του Χελμού όπου πέρασε το Σαββατοκύριακο.

Ποιο Νταβός, τώρα, καημένοι; Γιατί να περάσεις το τριήμερο μυρίζοντας τις λερωμένες πάνες του Τραμπ στις Άλπεις όταν μπορείς να ξεσκάσεις στις χασαποταβέρνες της Ζαχλωρούς και των Καλαβρύτων αγκαζέ με τον Δημητριάδη και τον Κυρανάκη;

Έτσι κι αλλιώς, τα Μέσα, το κεφαλαίο «Μ» τα μάρανε, θα γράψουν ότι το Νταβός εξελίχθηκε σε θρίαμβο της διπλωματίας του Μητσοτάκη. Η Απογευματινή, η εφημερίδα όπου ξεκίνησα τη φοβερή μου σταδιοδρομία το μακρινό 1987, έχει το βραβείο Κούλιτζερ εξασφαλισμένο.

Σαμπάνιες ανακατεμένες με χλώριο και ωσαννά μέχρι ναυτίας. Που, και αθλητικά να το δει κανείς, κατέκτησε ένα μετάλλιο τρίτης γραμμής, σε περιθωριακό άθλημα με το οποίο ασχολούνται πανευρωπαϊκά 6-7 χώρες όλες κι όλες, σε μία διοργάνωση της πλάκας, όπου οι περισσότερες καλές ομάδες εμφανίστηκαν με ανανεωμένη σύνθεση.

Καλά καλά δεν το πανηγύρισαν ούτε οι παίκτες, επειδή ακριβώς γνώριζαν ότι η ήττα στον ημιτελικό στοιχειοθετούσε αποτυχία.

Χίλια μπράβο στα παλικάρια που κέρδισαν το μετάλλιο και που δεν έλειψαν ποτέ από κοντά μας, κολυμπώντας κόντρα στο ρεύμα της διάχυτης παρακμής, αλλά μέχρι εκεί.

Η μεταλλιολαγνεία είναι ένα μάλλον φαιδρό σύμπτωμα του ελληνικού αθλητισμού και της ελληνικής κοινωνίας, που ψάχνει στη μπάλα ψήγματα της ανύπαρκτης εθνικής υπερηφάνειας. Χθες ήταν το πόλο, προχθές το μπάσκετ, μεθαύριο η Γιουροβίζιον. «Ο Στέλιος Αργυρόπουλος είναι το Μπελαρά της ελληνικής ομάδας», αναφώνησε ο σπήκερ του μικρού τελικού. Το πιάσατε το υπονοούμενο ή να το κάνω πενηνταράκια;

Πρώτο θέμα στις Ειδήσεις, με αφιέρωμα φαραωνικών διαστάσεων, η υδατοσφαίριση. Δεύτερο θέμα, ότι κάνει πολύ κρύο στην Αμερική και δεν έχουν ρεύμα, έτσι, για να ξέρει ο κυρ Παντελής ότι δεν παραλύει μόνο το ελληνικό κράτος από το χιονιά.

Τρίτο θέμα, ένας που σκότωσε τον πατέρα του. Τέταρτο θέμα, μία δασκάλα που κακοποίησε κάποιον μαθητή και κινδυνεύει με φυλάκιση. Ας είναι καλά το αστυνομικό δελτίο, που φροντίζει ώστε να γεμίζουν τα δελτία με αίμα, σπέρμα, κινδυνολογία, αστυνομολαγνεία και οιμωγές τρόμου.

Η Μινεάπολις και ο κίνδυνος εμφυλίου πολέμου στις ΗΠΑ του ημιπαράφρονα συμμάχου Τραμπ; Πέμπτο θέμα, εκτός βάθρου, πνιγμένο στα απόνερα της πισίνας.

Ποιος παγκόσμιος πόλεμος τώρα, ποιες δολοφονίες και ποιος ICE; Και πολύ του πέφτει η πέμπτη θέση, αυτουνού του Άλεξ Πρίτι, που άλλωστε πήγαινε γυρεύοντας σαν τον Γρηγορόπουλο, σαν τον Παύλο Φύσσα και σαν αυτούς που πήγαν και πήραν Φεβρουάριο μήνα το τρένο για τη Θεσσαλονίκη αντί να καθίσουν στα ζεστά τους να βλέπουν Σκάι.

Τα Ιράν, οι Γροιλανδίες, οι Παλαιστίνες και οι άλλες τριτοκοσμικές γειτονιές, μονόστηλα στην καλύτερη περίπτωση, δίπλα στα φαρμακεία και τα διανυκτερεύοντα βενζινάδικα.

Και προς το τέλος έξτρα αθλητικά, διότι δεν γίνεται να ολοκληρωθεί κυριακάτικο δελτίο χωρίς να προβληθούν τα γκολ του πρωταθλήματος των κακοποιών, των χουλιγκάνων και των στημένων. Τι εννοείτε, «υπάρχει και η Αθλητική Κυριακή»; Σε ποιον να πρωτοκάνει δηλώσεις ο Γιάννης Βρούτσης;

Λίγες ώρες αργότερα είχαμε την πολύνεκρη τραγωδία στο εργοστάσιο της «Βιολάντα», οπότε δώσ’ του αίμα και φέρετρα, κάτι σαν Κρανς-Μοντανά α λα ελληνικά.

Δεν φαίνεται να υπάρχει άμεση κρατική ευθύνη για τους θανάτους οπότε τα κανάλια ξεχύθηκαν άφοβα για δακρύβρεχτο ρεπορτάζ στα χαροκαμένα σπίτια, δίχως να φοβούνται ότι θα πεταχτεί από πουθενά καμία Καρυστιανού να αρχίσει τις αντικυβερνητικές κορώνες.

Eίναι και κοντά σταΤέμπη τα Τρίκαλα, οπότε δεν ξέρεις τι γίνεται αν αρχίσει η φιλολογία περί εύφλεκτων υλικών και προπανίου.

Μόλις στεγνώσουν τα δάκρυα, θα ξεκινήσει νέος γύρος αθλητικά και πόλο. Χθες άρχισε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα γυναικών, ό,τι πρέπει για να ξεχάσουμε για λίγο ακόμη τις ζωές μας που καίγονται.

Α, τώρα που είπα «καίγονται», προσοχή στα καζάνια του Περάματος, για τα οποία γράψαμε προχθές στο Documento. Περνάω συχνά από την περιοχή και τρέμει το φυλλοκάρδι μου, όποτε σκέφτομαι τι μπορεί να συμβεί αν έχουμε καμία ανάφλεξη.

Στο Λαύριο με τα εκρηκτικά και τις νάρκες με φέρνει σπάνια ο άνεμος, αλλά όσο σκέφτομαι πόσο Μάτι μου φάνηκε η Σαρωνίδα την τελευταία φορά που οδήγησα στον παραθαλάσσιο δρόμο, που είναι παραθαλάσσιος αλλά δεν βλέπει θάλασσα όπως δεν έβλεπε ούτε ο αντίστοιχος του Ματιού, ανατριχιάζω σύγκορμος.

Μέχρι τις καλοκαιρινές πυρκαγιές, όμως, έχουμε άφθονο χρόνο και πάμπολλες αθλητικές διοργανώσεις για να ξεχαστούμε.

Ελλάδα στο Μουντιάλ δυστυχώς δεν παίζει, αλλά ακόμα κι αν γίνει στραβή τον Ιούνιο, θα τη θάψουμε κάτω από καμιά ισοπαλία της Παραγουάης με τη Σκωτία.

Κουτί πανδώρας