Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Η μαντίλα της παραστάτριας



Το γεγονός σχολιάστηκε αρκετά στα κοινωνικά μέσα και στα κανάλια. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι που τοποθετήθηκαν, το είδαν θετικά. Αυτή είναι και η δική μου η γνώμη, αν και δεν συμμερίζομαι κάποιους κάπως μεγαλόστομους ή υπεραισιόδοξους ισχυρισμούς, όπως ας πούμε ότι αυτή η φωτογραφία «τσακίζει τον ρατσισμό». Δυστυχώς, όπως έδειξαν οι γουρουνοκέφαλοι της Βέροιας, ο ρατσισμός καλά κρατεί 
του Νίκου Σαραντάκου
Τις τελευταίες μέρες το ιστολόγιο είχε κάνει ένα διάλειμμα από την (ζοφερή) επικαιρότητα και πήρε χαρακτήρα επετειακό, αφού είχαμε άρθρα για την επανάσταση του 1821. Ξαναπιάνουμε σήμερα το νήμα της επικαιρότητας, με ένα συμβάν που συζητήθηκε πολύ και που έχει την αφετηρία του, ακριβώς, στον πρόσφατο γιορτασμό της 25ης Μαρτίου.
Κι άλλοι γιορτασμοί της εθνικής μας εορτής έχουν δώσει αφορμή για συζητήσεις, καθώς συνοδευτηκαν από μικρά ή μεγάλα γεγονότα, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ας πούμε ή τις ρατσιστικές ιαχές κάποιου επίλεκτου τμήματος ένστολων, αλλά η πρόσφατη συζήτηση έγινε με αφορμή τη μαθητική παρέλαση και όχι τη στρατιωτική και είχε να κάνει με την αμφίεση μιας μαθήτριας που παρέλασε.
Και άλλες φορές έχει σχολιαστεί η αμφίεση μαθητριών και καθηγητριών που παρελαύνουν, τούτη τη φορά όμως η κριτική δεν αφορούσε τα ψηλοτάκουνα ή τις πολύ κοντές φούστες, αλλά, αντιθέτως, το γεγονός ότι μια αριστούχα μαθήτρια από την Αίγυπτο, η Άγια Ιμπραήμ, μαθήτρια του 41ου Λυκείου (Πλατεία Αμερικής), παρέλασε, και μάλιστα ως παραστάτρια, φορώντας μακριά φούστα και το κεφάλι σκεπασμένο με το χιτζάμπ, το ισλαμικό κεφαλομάντιλο.
Το γεγονός σχολιάστηκε αρκετά στα κοινωνικά μέσα και στα κανάλια. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι που τοποθετήθηκαν, το είδαν θετικά. Αυτή είναι και η δική μου η γνώμη, αν και δεν συμμερίζομαι κάποιους κάπως μεγαλόστομους ή υπεραισιόδοξους ισχυρισμούς, όπως ας πούμε ότι αυτή η φωτογραφία (που έβαλα λίγο πιο πάνω) «τσακίζει τον ρατσισμό». Δυστυχώς, όπως έδειξαν οι γουρουνοκέφαλοι της Βέροιας, ο ρατσισμός καλά κρατεί.
Υπήρξαν ωστόσο και κριτικές, από δυο σκοπιές, που πολύ σχηματικά θα τις ονομάσω συντηρητική και φιλελεύθερη κριτική. Η συντηρητική κριτική εστιάζεται στο γεγονός ότι κακώς επιτράπηκε στη μαθήτρια να παρελάσει διότι η μαντίλα είναι θρησκευτικό σύμβολο «της χώρας της», και εφόσον στη χώρα της οι (αλλοδαπές, δυτικές) γυναίκες δεν μπορούν να κυκλοφορούν ξεμαντίλωτες ή να παρελαύνουν, δεν θα έπρεπε και εδώ να επιτραπεί στην αλλοδαπή μαθήτρια να παρελάσει. Λίγο ασυνάρτητη βρίσκω αυτή την κριτική, η οποία παραβλέπει το γεγονός ότι έχουμε και στη χώρα μας εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μουσουλμάνους, επομένως το ποια στάση κρατάνε άλλες χώρες μάς είναι παντελώς αδιάφορο.  Και η Άγια άλλωστε, καθώς είναι γεννημένη στην Ελλάδα, δεν αποκλείεται σε λίγα χρόνια να πάρει την ελληνική υπηκοότητα, εφόσον η πατρίδα μας την αγκαλιάσει, όπως δείχνει μέχρι τώρα να έχει κάνει.
Η φιλελεύθερη, πάλι, κριτική, θεωρεί ότι κακώς επιτράπηκε στην Άγια να παρελάσει διότι η μαντίλα είναι σύμβολο υποταγής της γυναίκας. Κι αν αύριο εμφανιστεί μια μαθήτρια με μπούρκα; ρωτάει, ρητορικά, ίσως και υποκριτικά, ο Ανδρέας Πετρουλάκης, ο οποίος θεωρεί ότι σε μια παρέλαση επιβάλλεται να υπάρχει ομοιομορφία, και ότι «τα κορίτσια μας σήμερα παρελαύνουν με ελαφρύ ρουχισμό διότι αυτό είναι το νεανικό πρότυπο μιας ευρωπαϊκής χώρας του 21ου αιώνα».
Παρόλο που συμφωνώ ότι η μαντίλα είναι ή μπορεί να είναι σύμβολο υποταγής της γυναίκας, η υπόλοιπη επιχειρηματολογία δεν με πείθει. Καταρχάς, στις μαθητικές παρελάσεις, καλώς ή κακώς, δεν υπάρχει ενδυματολογική ομοιομορφία, όπως ξέρουν καλά όσοι έχουν παρακολουθήσει -και όπως άλλωστε δείχνει ακόμα και η παραπάνω φωτογραφία. Είναι υποκριτικό (και μάλλον ρατσιστικό) να απαιτούμε ενδυματολογική ομοιομορφία μόνο από/για τη μία μουσουλμάνα παραστάτρια. Όσο για τον χειρισμό της υποθετικής μπούρκας, νομίζω ότι η στάση μας θα είναι ίδια με το υποθετικό μπικίνι ή το σορτσάκι ή το σκάφανδρο ή τα βατραχοπέδιλα: θα εφαρμόσουμε την κοινή λογική.
Η μαντίλα, βέβαια, είναι (και) θρησκευτικό σύμβολο. Αν όμως απαγορευτούν γενικώς τα θρησκευτικά σύμβολα στις παρελάσεις, τότε θα πρέπει να βγάλουν και τα σταυρουδάκια, όσοι και όσες τα φορούν, έστω κι αν αυτά φαίνονται λιγότερο. Και γενικά, αν εξοβελιστούν από την εκπαίδευση και τη δημόσια σφαίρα τα θρησκευτικά σύμβολα, θα πρέπει να φύγουν και οι ιερές εικόνες και οι εσταυρωμένοι από τα δημόσια κτίρια -προσωπικά δεν έχω αντίρρηση.
Ειδικά για το θέμα της Άγιας Ιμπραήμ νομίζω ότι καλώς δεν έγινε τίποτε -θα ήταν ολέθριο να της απαγορευτεί να παρελάσει έτσι όπως επέλεξε, και το γεγονός, χωρίς να είναι κοσμοϊστορικό, μάλλον θετικά λειτούργησε για το άνοιγμα της κοινωνίας μας. Θα μου πείτε: το επέλεξε πράγματι η μαθήτρια να φοράει μαντίλα; Ή μήπως της υποβλήθηκε από την οικογένεια, ή μήπως έτσι γαλουχήθηκε; Μα, κανένα έφηβο παιδί δεν αποφασίζει στο κενό, ανεπηρέαστο από μόδες, πρότυπα, πίεση της οικογένειας ή της παρέας. Είναι τάχα ανεπηρέαστες οι μαθήτριες και οι καθηγήτριες που διαλέγουν δωδεκάποντα τακούνια και μικροσκοπικές φούστες και γενικά εμφανίσεις που «μοιράζουν εγκεφαλικά», όπως είναι το ανόητο σλόγκαν;  Κι ο Πετρουλάκης άλλωστε πιο πάνω, λέει ότι υπάρχει ένα νεανικό πρότυπο που επιβάλλει τον ελαφρύ ρουχισμό.
Να πούμε πάντως ότι δεν είναι μόνο το Ισλάμ που θέλει τη γυναίκα με καλυμμένη την κεφαλή. Πρόκειται για παλιές παραδόσεις και διδαχές, πολύ πριν εμφανιστεί ο Μωάμεθ, που μάλιστα υπάρχουν και στον χριστιανισμό. Στην 1η επιστολή προς Κορινθίους, ο Απόστολος Παύλος, στο κεφάλαιο 11, είναι σαφέστατος (παραθέτω μεταφρασμένο το κείμενο):
Θέλω όμως επίσης να ξέρετε ότι η κεφαλή του κάθε άντρα είναι ο Χριστός, κεφαλή της γυναίκας είναι ο άντρας και κεφαλή του Χριστού είναι ο Θεός. Οι άντρες, όταν προσεύχονται ή προφητεύουν με κάλυμμα στο κεφάλι, ντροπιάζουν το Χριστό. Και κάθε γυναίκα που προσεύχεται ή προφητεύει χωρίς κάλυμμα στο κεφάλι, ντροπιάζει τον άντρα της, γιατί δε διαφέρει σε τίποτα από τη γυναίκα που έχει το κεφάλι της ξυρισμένο. (…) Ο άντρας δεν είναι υποχρεωμένος να σκεπάζει το κεφάλι του, γιατί είναι εικόνα και δόξα του Θεού, ενώ η γυναίκα είναι δόξα του άντρα.  Δε δημιουργήθηκε ο άντρας από τη γυναίκα, αλλά η γυναίκα από τον άντρα. Ούτε πλάστηκε ο άντρας για χάρη της γυναίκας, αλλά η γυναίκα για χάρη του άντρα. Γι’ αυτό, εξαιτίας των αγγέλων, η γυναίκα πρέπει να έχει στο κεφάλι της ένα σύμβολο της εξουσίας του άντρα της.
Δεν είναι λοιπόν το Ισλάμ που εγκαινίασε την ανισότητα των φύλων -είχε προηγηθεί ο χριστιανισμός.
Άλλωστε, και στις δικές μας ευρωπαϊκές κοινωνίες μέχρι πολύ πρόσφατα οι γυναίκες κάλυπταν το κεφάλι τους με κεφαλομάντιλο, τσεμπέρι, φακιόλι. Κατά σύμπτωση μάλιστα, στην ίδια παρέλαση όπου ξεχώρισε η μαντίλα της Άγιας Ιμπραήμ, παρέλασαν και πολλές άλλες μαντιλοφορούσες, μερικές μάλιστα από τις οποίες για κάποιο λόγο κράδαιναν και δρεπάνια (όσο απουσιάζει το κλιμάκιο με τα σφυριά, είναι ακίνδυνες). Αλλά αυτές δεν ενόχλησαν διότι φορούσαν παραδοσιακές στολές (έστω και όχι και πολύ παραδοσιακά ψηλοτάκουνα).
Με τούτο δεν λέω ότι δεν με ενοχλεί, εστω και λίγο, η ιδέα της μαντίλας, η οποία, σε ορισμένες ισλαμικές κοινωνίες ασφαλώς είναι όργανο καταπίεσης των γυναικών αφού επιβάλλεται υποχρεωτικά. Ωστόσο, όπως έχει δείξει και η αρνητική πείρα της Γαλλίας, θέλει λεπτότητα ο χειρισμός του θέματος. Ας είμαστε άτεγκτοι με τις μπούρκες, αν και όταν φανούν, κι ας χειριστούμε με ανεκτικότητα και ευρυχωρία πνεύματος τις μαντίλες -και όσο λιγότερο γίνονται θέμα, τόσο λιγότερες θα είναι.
Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Και λεξιλογώντας θα πρέπει να πούμε ότι ναι μεν λέμε για μαντίλα, αλλά το αραβικό όνομα είναι χιτζάμπ. Στη Βικιπαίδεια βρίσκω ότι το χιτζάμπ προέρχεται από μια ρίζα hajaba που σημαίνει «κρύβω» και έχει επίσης πάρει τις σημασίες «κουρτίνα, πέτασμα», αλλά ας το επιβεβαιώσουν οι αραβομαθείς.
Το χιτζάμπ αφήνει το πρόσωπο ακάλυπτο. Όταν το πρόσωπο σκεπάζεται, μιλάμε για νικάμπ ή μπούρκα. Στο Ιράν, το κάλυμμα της κεφαλής λέγεται τσαντόρ -θα το θυμάστε ίσως, οι παλαιότεροι, από τον καιρό της επανάστασης του Χομεϊνί. Το τσαντόρ μπορεί να ταυτίζεται με το χιτζάμπ, μπορεί όμως και να αφήνει λιγότερο ακάλυπτο το πρόσωπο.
Για να πάμε στα ελληνικά, ο γενικός όρος, η μαντίλα, δηλαδή το μαντίλι, είναι λέξη που θα τη βρούμε με διπλή ορθογραφία: μαντήλι / μαντίλι. Η λέξη είναι δάνειο από τα λατινικά, mantelium και mantilium και πέρασε στα ελληνικά ως μανδήλη και μανδήλιον / μανδίλιον, μαντίλιον. Αφού ήδη από τα ελληνιστικά και βυζαντινά χρόνια υπάρχουν και οι δυο ορθογραφίες, και αφού είναι δάνειο, νομίζω πως έχει δίκιο το ΛΚΝ (και η σχολική ορθογραφία) που προτιμά τον τύπο «μαντίλι». Ο Μπαμπινιώτης στα λεξικά του αμφιταλαντεύτηκε, αφού σε άλλες εκδόσεις έχει «μαντίλι» και σε άλλες «μαντήλι». Τελικά η μπίλια έκατσε στο «μαντήλι», και αυτον τον τύπο προτιμάει στις πιο πρόσφατες εκδόσεις -αλλά στο ετυμολογικό λεξικό αποκρύπτει ότι η λέξη διπλογραφόταν στα βυζαντινά χρόνια.
Βέβαια, το μαντίλι μπορεί να έχει πολλές χρήσεις, ενώ η μαντίλα χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για το κάλυμμα της κεφαλής στις γυναίκες, για το κεφαλομάντιλο.
Θα άξιζε άρθρο για τα διάφορα κεφαλομάντιλα και τις ονομασίες τους -είπαμε πιο πάνω: τσεμπέρι, φακιόλι. Να βάλουμε και τη μπόλια. Μια άλλη ωραία λέξη είναι το καλεμκερί, που είναι γυναικείο κεφαλομάντιλο ζωγραφισμένο στο χέρι (της χήρας το καλεμκερί, φωτιά να πέσει να καεί). Πείτε κι εσείς κι άλλες λέξεις, να γράψουμε το άρθρο.
ΥΓ Πολλοί διαμαρτυρήθηκαν που η Άγια Ιμπραήμ φορούσε μαντίλα, κι όμως οι ίδιοι της φόρεσαν μπούρκα -αν και όχι υλική, παρά γλωσσική. Εννοώ όσους έγραψαν ότι η μαθήτρια ήταν «παραστάτης». Και ο θηλυκός τύπος («παραστάτις») δεν είναι πολύ καλύτερος, χώρια που έχει και ιδιότροπη γενική και θυμίζει Κύρου Ανάβαση. Νομίζω πως ο κανονικός και ομαλός τύπος είναι «η παραστάτρια». Όπως ο επαναστάτης έχει την επαναστάτρια και ο αντικαταστάτης την αντικαταστάτρια, έτσι και ο παραστάτης την παραστάτρια.
πηγή: sarantakos.wordpress.com

Σε έναν κόσμο φασισμού, θα είμαστε όλοι μετανάστες



του Γιώργου Μουργή
* Ο παγκοσμιοποιημένος πολιτικός νεοφιλελευθερισμός εξέθρεψε την ακροδεξιά λογική όπως κατ’ αντιστοιχία ο φονταμενταλισμός μετεξελίχθηκε σε ισλαμοφασισμό, τη θρησκευτική, δηλαδή, ακροδεξιά.

* Αν διά της βίας επιβάλλεται στους μουσουλμάνους τρίτης γενιάς να μην αισθάνονται ούτε Βέλγοι, ούτε Γάλλοι, ούτε Βρετανοί, ίσως νομιμοποιούνται να αισθάνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι, μέρος ενός κόσμου που οι άλλοι Ευρωπαίοι, οι βολεμένοι Ευρωπαίοι, εχθρεύονται σαν το κοινό τους «κακό».

* Ο παγκοσμιοποιημένος ιμπεριαλισμός οφείλει μια τεράστια συγγνώμη στα θύματα και στις οικογένειες των τρομοκρατικών επιθέσεων, και ακριβώς το ίδιο οφείλει και στα αθώα θύματα των σύγχρονων σταυροφοριών του δικού του παγκοσμιοποιημένου μιλιταριστικού κεφαλαίου.

* Να μη μετατρέψουμε εμείς οι ίδιοι το αθώο όνειρο των προσφυγόπουλων και την ελπίδα τους για ζωή, σε δικό μας αυριανό θανατικό εφιάλτη. Δεν θα φταίνε τα παιδιά, θα φταίει μια χυδαία κοινωνία με έμβλημα και έκφρασή της τις σηπόμενες γουρουνοκεφαλές.
Καθώς η Ευρώπη διανύει παρατεταμένη περίοδο έντονου φόβου μετά το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα στην καρδιά της, η φτώχεια, η τεράστια ανεργία και ο κοινωνικός αποκλεισμός γιγαντώνουν ταυτόχρονα τις ανισότητες και τη συλλογική απόγνωση. Αποτέλεσμα αυτών είναι οι πολιτικές λιτότητας ως δήθεν απάντηση στην κρίση χρέους που πλήττει την Ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια, αλλά και η ξενοφοβία μαζί με την ισλαμοφοβία να ταΐζουν το τέρας της ακροδεξιάς, ξερνώντας φασιστική ρητορεία, με προοπτική, μάλιστα, κοινωνικής ενσωμάτωσης.
Αν δεχτούμε ότι η παγκόσμια επέλαση του πολιτικού νεοφιλελευθερισμού εξέθρεψε την ακροδεξιά λογική, πρέπει να δεχτούμε ότι κατ’ αντιστοιχία ο σύγχρονος φονταμενταλισμός δημιούργησε συνθήκες μετεξέλιξής του σε ισλαμοφασισμό, τη θρησκευτική, δηλαδή, ακροδεξιά.
Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι 120 εκατομμύρια Ευρωπαίοι ζουν στο όριο της φτώχειας ή και κάτω από αυτό, σε συνθήκες ένδειας, ενώ παράλληλα η αύξηση των προσφυγικών ροών, η καλλιέργεια ξενοφοβίας στις χώρες υποδοχής και ο αυξημένος κίνδυνος κοινωνικών αναταραχών και πολιτικής αστάθειας αποτελούν μερικά μόνο από τα κομμάτια που συνθέτουν το παζλ της αβεβαιότητας.
Η σιωπηρή απόγνωση εξαπλώνεται ανάμεσα στους Ευρωπαίους, οδηγώντας στην κατάθλιψη, στην παραίτηση από διεκδικήσεις και στην απώλεια ελπίδας όχι μόνο για το σήμερα αλλά, κυρίως, για το αύριο.
Η πάλαι ποτέ κραταιά μεσαία τάξη παρασύρεται στη δίνη της φτωχοποίησης.
Όλο και περισσότεροι γίνονται φτωχοί και οι φτωχοί ακόμα φτωχότεροι, σε μια αρχινισμένη διαδικασία περαιτέρω ανοίγματος της ψαλίδας μεταξύ των κεφαλαιοκρατών και όλων των άλλων στρωμάτων του λαού.
Ένας φαύλος κύκλος που διαρκώς διευρύνεται με οδυνηρά κοινωνικά αποτελέσματα, πλήττοντας πλέον και τους μουσουλμάνους δεύτερης και τρίτης γενιάς που ζουν σε ολόκληρη την Ευρώπη - και ειδικά, επιλεκτικά αυτούς. Ειδικά οι μουσουλμάνοι στην πλειονότητά τους ζουν αποκλεισμένοι ως φυσικά πρόσωπα, γκετοποιημένοι σε κοινότητες, αποκομμένοι από κάθε πρόσβαση σε επιλογές που θα μπορούσαν να δώσουν διέξοδο στο τραγικό πρόβλημα της φτώχειας τους αλλά και απάντηση στην κρίση ταυτότητας στην οποία βρίσκονται παγιδευμένοι.Οι Ευρωπαίοι μουσουλμάνοι βιώνουν με τον χειρότερο τρόπο τα εμπόδια στην οποιαδήποτε κοινωνική τους ανέλιξη, όντας αποκλεισμένοι όχι μόνο από την παραγωγική διαδικασία αλλά κυρίως από το δικαίωμα κατάληψης κοινωνικής ή πολιτικής θέσης, δικαίωμα που για τους άλλους Ευρωπαίους θεωρείται, και είναι, αυτονόητο.
Έτσι, η ιδιότητα του μουσουλμάνου λογίζεται «στίγμα», και η απόρριψη του βιογραφικού σου αναμενόμενη αν σε λένε Μοχάμεντ και όχι Μάρτιν ή Γιόχαν, άσχετα αν είσαι αριστούχος της Σορβόννης ή του Κέιμπριτζ.
Πρόκειται, δηλαδή, για κατάργηση βασικού κανόνα κοινωνικοποίησης, που έχει ως αποτέλεσμα καθ’ όλα άξιοι άνθρωποι να μην μπορούν να αυτοπροσδιοριστούν ως Ευρωπαίοι πολίτες, σε μια Ευρώπη που υποκριτικά ευαγγελίζεται δήθεν ίσες ευκαιρίες για όλους τους πολίτες της.
Αν κατ’ αυτόν τον τρόπο επιβάλλεται στον Μοχάμεντ τρίτης γενιάς να μην αισθάνεται ούτε Βέλγος, ούτε Γάλλος, ούτε Βρετανός, ίσως τελικά νομιμοποιείται να αισθάνεται αποδιοπομπαίος τράγος, και άρα μέρος ενός κόσμου που οι άλλοι Ευρωπαίοι, οι βολεμένοι Ευρωπαίοι, εχθρεύονται σαν το κοινό τους «κακό».

Το πρόβλημα δεν λύνεται με δύο μέτρα - δύο σταθμά · γεννάται έτσι

Είναι δεδομένο, πλέον, ότι οι όροι αντιμετώπισης των προσφύγων μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στις Βρυξέλλες, μια πόλη-σύμβολο της ευρωπαϊκής πολιτικής, της ίδιας της Ένωσης, του ΝΑΤΟ και του ευρωπαϊκού κόσμου, αλλάζουν με βαθύτατα αντιδημοκρατικές μεθόδους, την ίδια ώρα που μεθοδικά ενσταλάσσεται σε όλες τις χώρες φόβος για επόμενο πλήγμα. Επέρχεται έτσι ξενοφοβική μετάλλαξη στις κοινωνίες, ισλαμοφοβία, και εκτενέστερος περιορισμός κεκτημένων ελευθεριών και δικαιωμάτων.
Αλλά οι τρομοκράτες του Παρισιού και των Βρυξελλών ήταν Ευρωπαίοι πολίτες που μεγάλωσαν και έζησαν στις γειτονιές αυτών των πόλεων, εν δυνάμει συμπολίτες μας, πολίτες της δικής μας ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Δεν χρειάστηκε πότε κανείς να τους φέρει, εισαγόμενους, από τη Συρία ή το Ισλαμικό Κράτος.
Είναι εγκληματική πολιτική αφέλεια να πιστέψουμε ότι οι βομβαρδισμοί εναντίον στόχων που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καταστρέφουν την πηγή του κακού, αφού οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι ηγέτες χρηματοδότησαν ή εξόπλισαν αυτούς που μετέπειτα... θυμήθηκαν να βομβαρδίσουν. Πρέπει επιτέλους να αντιληφθούμε ότι είτε το χτύπημα γίνεται στις όχθες του Σηκουάνα, είτε στο Σινά, είτε στην Άγκυρα, είτε αύριο ενδεχομένως στη δική μας πόρτα, αποτελεί φαινόμενο που εξέθρεψε ο δικός μας, δυτικός πολιτισμός, με βασική αιτία την έλλειψη βούλησης για πολιτιστική και κοινωνική ενσωμάτωση από γενιά σε γενιά όσων βρέθηκαν στα μέρη κάθε δυτικής γειτονιάς. Η κατ’ ουσίαν απόρριψή τους, ο αποκλεισμός τους, είναι η Λερναία Ύδρα που θα εξακολουθήσει να γεννά νέους θύτες μαζί με νέα θύματα.
Μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και το σύνθημα «είμαστε σε πόλεμο», η ανθρωπότητα μετράει αδιευκρίνιστο αριθμό μουσουλμάνων νεκρών, ανάμεσα σε ενάμιση με δύο εκατομμύρια, σε πεδία ένοπλων συγκρούσεων.
Ας αναλογιστούμε ποσά εκατομμύρια αθώες ψυχές δεν υπήρξαν ποτέ τρομοκράτες, παρά μόνο τεράστιες «παράπλευρες απώλειες» που δεν χωράνε σε κανέναν υγιώς σκεπτόμενο ανθρώπινο νου.

Είτε χριστιανός είτε μουσουλμάνος, ένας -και κοινός- είναι ο εχθρός

Το τραγικό αποτέλεσμα της εξίσωσης που διαχέεται παγκόσμια εξαιτίας των αθώων δυτικών νεκρών, στην ισοπεδωτική λογική του κακού πρόσφυγα-μετανάστη που είναι μουσουλμάνος, άρα κατ’ έπεκταση ισλαμιστής, άρα τρομοκράτης, είναι η άνοδος ακροδεξιάς ρατσιστικής ρητορείας που υλοποιείται σε πολιτική έκφραση από ημιφασιστικά/φασιστικά κόμματα τα οποία θεριεύουν ή, ακόμα χειρότερα, από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που μονομερώς πλέον όχι μόνο δεν αποδέχονται προσφυγικές ροές αλλά θεσμοθετούν συνταγματικά το κλείσιμο των συνόρων τους ή στήνουν νέους φράχτες.
Ως απάντηση στο ενδεχόμενο να ταυτιστούν οι πρόσφυγες που παραμένουν στη χώρα μας ή στην Τουρκία με την ισλαμοφασιστική τρομοκρατία επιβάλλεται η κατάπαυση των εχθροπραξιών στην ευρύτερη περιοχή της Συρίας και του Ιράκ και η ειρήνευση, αλλά και η ακύρωση της συμφωνίας ανάμεσα σε Ευρωπαϊκή Ένωση και Τουρκία, που καταπάτα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Η πολιτιστική και εργασιακή ενσωμάτωση των προσφύγων μπορεί να είναι μια διαδικασία που χρειάζεται χρόνο, αλλά είναι κάτι που οφείλουμε να πράξουμε σαν αρχική μορφή ένταξης, δημιουργώντας τις πρώτες ανοιχτές κοινότητες σε ολόκληρη την Ευρώπη, με ανοιχτά τα σύνορά μας, προετοιμάζοντας τον κοινωνικό ιστό να τους υποδεχτεί ως θύματα πολέμου και όχι ως φυσικούς, οικονομικούς, πολιτιστικούς ή θρησκευτικούς μας εχθρούς.
Όσο εμφιλοχωρεί ο φόβος εντός μας τόσο θα θεριεύει η στείρα αποξένωση των οικονομικών προσφύγων ή όσων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους τους εξαιτίας των πόλεμων, με απρόβλεπτες συνέπειες για όλον τον κοινωνικό ιστό.
Ο φασισμός και η τρομοκρατία τσακίζονται όχι αναστέλλοντας ανθρώπινες ελευθερίες ή αυξάνοντας τα μέτρα δήθεν προφύλαξης. Στο όνομα της ασφάλειας των πολιτών η καταπάτηση κάθε θεμελιώδους κοινωνικού και ανθρώπινου δικαιώματος έκφρασης και συλλογικής συμμετοχής έχει φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς. Η κατ’ επίφαση «μέριμνα» ασφαλείας που κλείνει σύνορα, επικαλείται έκτακτη ανάγκη, και στρατιωτικοποιεί πόλεις σε καιρό ειρήνης με τον φόβο κυρίαρχο συναίσθημα, αποτελεί βαθύτατο πλήγμα στην Ευρώπη των δημοκρατικών άξιων.
Ο παγκοσμιοποιημένος ιμπεριαλισμός είναι αυτός που οφείλει μια τεράστια συγγνώμη στα θύματα και στις οικογένειες των τρομοκρατικών επιθέσεων σε ολόκληρο τον κόσμο, και ακριβώς το ίδιο οφείλει και στα αθώα θύματα των σύγχρονων σταυροφοριών του δικού του παγκοσμιοποιημένου μιλιταριστικού κεφαλαίου.

Το μέλλον εξακολουθεί να βρίσκεται στα δικά μας χέρια - ευτυχώς

Εμείς είμαστε υπόλογοι και κουβαλάμε στις πλάτες μας τη διαχείριση της προσφυγικής υποδοχής, και όχι ο πιτσιρικάς που κράτησε το «Λυπάμαι
Βρυξέλλες» στα χέρια του.
Και πρέπει να βρούμε τον τρόπο να τον κοιτάξουμε στα μάτια αθώα, όπως αθώα ήταν τα δικά του μάτια καθώς τα αποτύπωσε ο φακός, με το μικρό πλακάτ που τον έβαλαν να κρατήσει, στο οποίο ταυτίζεται αυτή η άδολη ύπαρξη με τους διώκτες του, με αυτούς που ανάγκασαν την οικογένειά του να εγκαταλείψουν τα πατρογονικά τους χώματα. Ίσως έτσι βρεθεί κάποιο νόημα στις λάσπες της Ειδομένης όπου τον βάλαμε να κοιμάται δίχως όνειρα, έστω για το αύριο.
Ας έχουμε τον νου μας μη μετατρέψουμε εμείς οι ίδιοι το αθώο όνειρο της ελπίδας του για ζωή, σε δικό μας αυριανό θανατικό εφιάλτη. Δεν θα φταίει το παιδί, θα φταίει μια χυδαία κοινωνία με έμβλημα και έκφρασή της τις σηπόμενες γουρουνοκεφαλές.
tvxs

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Το Εικοσιένα στo σχολείο

Εκδήλωση του Πατριωτικού Συλλόγου Απογόνων Αγωνιστών του 1821 στην αίθουσα τελετών του ΥΠ.ΕΞ. (29/3/2012)
του Παναγιώτη Στάθη*
Η Αριστερά κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια να ερμηνεύση μαρξιστικά την Ελληνική Επανάσταση. Το έργο του Κορδάτου προβάλλεται ξανά. Το θέατρο (το περίφημο «Τσίρκο» της Καρέζη) ακολουθεί και φευ! η τηλεόραση
Κωνσταντίνος Τσάτσος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας (Μάρτιος 1976)
Η διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση) έχει αποτελέσει πολλές φορές αντικείμενο έντονων δημόσιων συζητήσεων και διαμαχών.
Για να περιοριστώ μόνο στις πρόσφατες δεκαετίες, είναι χαρακτηριστικά τα εξής παραδείγματα: του εγχειριδίου Ιστορίας Στ' Δημοτικού «Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια», που γράφτηκε από ομάδα συγγραφέων υπό την εποπτεία της Μαρίας Ρεπούση· του εγχειριδίου Ιστορίας Γ' Λυκείου «Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Κόσμου», που γράφτηκε από ομάδα συγγραφέων υπό την εποπτεία του Γιώργου Κόκκινου το 2002· του εγχειριδίου Ιστορίας της Α' Λυκείου «Ιστορία του ανθρωπίνου γένους» του Λευτέρη Σταυριανού στη δεκαετία του 1980 και στην ίδια δεκαετία του εγχειριδίου Ιστορίας της Γ' Γυμνασίου «Ιστορία νεότερη και σύγχρονη. Ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια» του Βασίλη Κρεμμυδά.
Υπό το βάρος των διαμαρτυριών και των αντιδράσεων όλα τα παραπάνω εγχειρίδια τελικά αποσύρθηκαν, έστω και αν κάποια διδάχτηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα.
Εντονη ήταν επίσης η δημόσια συζήτηση για την ύπαρξη ή μη κρυφών σχολειών στην περίοδο 1453-1821, συζήτηση που προκάλεσε το 1997 η έκδοση του βιβλίου του Αλκη Αγγέλου «Το κρυφό σχολειό. Το χρονικό ενός μύθου».
Η απουσία αναφορών στο κρυφό σχολειό από τα περισσότερα σχολικά εγχειρίδια ή ο χαρακτηρισμός του ως θρύλου σε άλλα τροφοδότησαν επίσης την ένταση της διαμάχης.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η κριτική επικεντρώνεται στην ελλιπή διδασκαλία της Ιστορίας του ελληνικού έθνους και στην υποβάθμιση των εθνικών αγώνων, των πολεμικών κατορθωμάτων και των πολιτισμικών επιτευγμάτων των Ελλήνων.
Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις, η διδασκαλία της περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας και της επανάστασης του 1821 υπήρξε αντικείμενο της διαμάχης, μολονότι οι αφορμές της κριτικής ήταν άλλα ιστορικά ζητήματα.
Για την ελληνική εθνική ταυτότητα και την ελληνική εθνική ιστοριογραφία οι προαναφερόμενες ιστορικές θεματικές συνιστούν κεντρικά στοιχεία, διότι η επανάσταση του 1821 αποτελεί την ιδρυτική πράξη του ελληνικού εθνικού κράτους και την κυριότερη έμπρακτη «απόδειξη» της διατήρησης του ελληνικού έθνους, του «πόθου του για ελευθερία» και του ηρωικού του μεγαλείου.
Η περίοδος επίσης της οθωμανικής κυριαρχίας είναι σημαντική, διότι συνιστά κρίσιμο κρίκο στην «απόδειξη» της αδιάλειπτης ενεργού παρουσίας και της διατήρησης της εθνικής συνείδησης μέσω των εθνικών εξεγέρσεων, του αντιστασιακού ρόλου των κλεφτών και αρματολών, του εθναρχικού ρόλου της Εκκλησίας, της κρυφής εθνικής εκπαίδευσης, του οργανωτικού ρόλου των κοινοτήτων.
Για την εθνική ιστοριογραφία, όλοι αυτοί οι παράγοντες συνετέλεσαν στη διατήρηση του εθνικού φρονήματος και του άσβεστου πόθου για απελευθέρωση από τους Τούρκους.

Ιδεολογία, όχι επιστήμη

Η Εκκλησία διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή στην αναπαραγωγή της συλλογικής μνήμης και τα ΜΜΕ τής τον αναγνωρίζουν
EUROKINISSI/Χ.ΜΠΟΝΗΣ
Οι συζητήσεις αυτές και οι διαμάχες για την Ιστορία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην υπόθεση ότι η Ιστορία, η έρευνα του ελληνικού παρελθόντος, συνιστά σημαντικό ζήτημα για τη σημερινή ελληνική κοινωνία.
Ωστόσο, στην πραγματικότητα για τις κοινωνικές ομάδες και τα ιδεολογικά περιβάλλοντα που προκάλεσαν τις αντιδράσεις στα νέα εγχειρίδια, το ζητούμενο δεν ήταν η διερεύνηση του ιστορικού παρελθόντος αλλά, αντίθετα, η αποτροπή του κινδύνου αλλοίωσης της παραδεδομένης και καθαγιασμένης εθνικής Ιστορίας, μιας Ιστορίας παρηγορητικής που μας γεμίζει περηφάνια για το ένδοξο παρελθόν, αλλά, επίσης, μας δημιουργεί αμφιθυμία απέναντι στο δύσκολο παρόν και στην αδυναμία μας να ανταποκριθούμε επάξια στη σύγκριση με τους προγονικούς ήρωες.
Οι διαμάχες αυτές θα μπορούσαν να είναι μια αφορμή για μια νηφάλια δημόσια συζήτηση για την ελληνική Ιστορία.
Τυπικό πάνελ συζήτησης για το σχολικό βιβλίο της Στ' Δημοτικού (Alter 6/3/2007)Τυπικό πάνελ συζήτησης για το σχολικό βιβλίο της Στ' Δημοτικού (Alter 6/3/2007): ένας πανεπιστημιακός καθηγητής Ιστορίας αντιμέτωπος με τρεις εθνικόφρονες δημοσιογράφους, έναν ιερέα κι έναν τηλεπωλητή εθνοθρησκευτικής παραφιλολογίας | 
Ομως οι όροι διεξαγωγής των σχετικών συζητήσεων υπήρξαν αποτρεπτικοί: στα τηλεοπτικά πάνελ, για παράδειγμα, οι επαγγελματίες ιστορικοί, οι ακαδημαϊκοί καθηγητές Ιστορίας, είτε απουσίαζαν είτε αποτελούσαν ισχνή μειοψηφία σε μια σύνθεση που συμπληρωνόταν από πολιτικούς, φωνασκούντες εθνικιστές, εξοργισμένους εκπροσώπους της Εκκλησίας και απογόνους ηρώων του Εικοσιένα ή θυμάτων της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Η σύνθεση αυτή οφείλεται στην κυρίαρχη πρόσληψη της Ιστορίας από τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία όχι ως επιστήμης αλλά ως ιδεολογίας.
Ετσι, η εγκυρότητα των απόψεων που εκφέρονται περί την Ιστορία δεν συναρτάται με το επιστημονικό status και την εξειδίκευση αυτού που τις διατυπώνει αλλά με τη συνάφεια με τα κυρίαρχα ιδεολογικά συστήματα και με την ανταπόκριση στις διαμορφωμένες συλλογικές μνήμες.
Η εικόνα μας για το 1821 δεν διαμορφώνεται μόνο στο σχολείο, αλλά από ποικίλους παράγοντες: δημόσιες τελετές, νεανικά αναγνώσματα, ταινίες του παλιού εμπορικού κινηματογράφου... Η εικόνα μας για το 1821 δεν διαμορφώνεται μόνο στο σχολείο, αλλά από ποικίλους παράγοντες: δημόσιες τελετές, νεανικά αναγνώσματα, ταινίες του παλιού εμπορικού κινηματογράφου... | EUROKINISSI/Β.ΚΟΥΤΡΟΥΜΑΝΟΣ
Ενώ, όμως, η Ιστορία δείχνει να έχει πρωταρχική αξία στην ελληνική κοινωνία, στην εκπαίδευση έχει δευτερεύουσα θέση.
Τούτο αποδεικνύεται από τον περιορισμένο αριθμό ωρών διδασκαλίας αλλά και από το ποιοι και πώς τη διδάσκουν στο σχολείο: ως πρώτη ανάθεση απόφοιτοι Ιστορικών Τμημάτων αλλά και Τμημάτων Φιλολογίας και Φιλοσοφίας και ως δεύτερη ανάθεση απόφοιτοι Τμημάτων Ξενόγλωσσης Φιλολογίας (οι οποίοι παρεμπιπτόντως δεν έχουν δικαίωμα να διδάξουν νέα ελληνικά που είναι πολύ πλησιέστερα στο αντικείμενό τους) αλλά ακόμη και καθηγητές πληροφορικής ή γυμναστές σε πολλές περιπτώσεις.
Η ευκολία με την οποία ανατίθεται σε άσχετες ειδικότητες εκπαιδευτικών να διδάξουν Ιστορία συναρτάται με τον τρόπο διδασκαλίας της: παράδοση κειμένου από το εγχειρίδιο και απομνημόνευσή του από τους μαθητές εν είδει παραμυθιού: μια ξερή γνώση που δύσκολα γίνεται κατανοητή και για τούτο γίνεται και μισητή από τους μαθητές.
Συνακόλουθα, παρά τη βελτίωση πολλών σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας στις τελευταίες δεκαετίες, η ιστορική κουλτούρα και η ιστορική γνώση που αποκομίζουν οι μαθητές δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά.
Αλλωστε τα σχολικά βιβλία παίζουν τον μικρότερο ρόλο στη διαδικασία διαμόρφωσης της ιστορικής κουλτούρας των μαθητών.
Κλασσικά εικονογραφημένα για το 1821
Πολύ μεγαλύτερο ρόλο παίζουν άλλοι πομποί ιστορικού λόγου, όπως είναι η οικογένεια, η τηλεόραση και το διαδίκτυο, τα μουσεία και τα μνημεία, οι ιστορικές ταινίες του παλιού εμπορικού κινηματογράφου, οι δημόσιοι λόγοι που εκφέρονται στις εθνικές επετείους, οι τοπικές ιστορικές εκδόσεις και τα εκλαϊκευτικά ιστορικά περιοδικά (συνήθως στρατιωτικής Ιστορίας) που κυκλοφορούν στα περίπτερα.
Σπουδαιότερο επίσης ρόλο από το σχολικό εγχειρίδιο παίζει ο δάσκαλος.
Είναι χαρακτηριστικό το εξής περιστατικό: όταν δίδασκα Ιστορία στη Σχολή Ξεναγών Ηρακλείου Κρήτης και όταν έκανα κάποιες διαλέξεις για τους εθνικούς μύθους σε φοιτητές του Πανεπιστημίου Κρήτης και τους ρωτούσα για το κρυφό σχολειό, όλοι απαντούσαν πως γνώριζαν ότι υπήρξε.
Και όταν τους ρωτούσα πώς το γνώριζαν, εφόσον, όπως προανέφερα, δεν περιλαμβανόταν στα σχολικά εγχειρίδια ή αναφερόταν ως θρύλος, οι φοιτητές απαντούσαν ότι τους το είχαν διδάξει οι δάσκαλοι και οι καθηγητές στο σχολείο.

Μία ή πολλές Ιστορίες;

Εάν, λοιπόν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η Ιστορία που διδάσκεται στο σχολείο είναι αυτή η παραδοσιακή εξυμνητική Ιστορία του έθνους, τι Ιστορία πρέπει να διδάσκεται στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ή στα παιδιά των μεταναστών που έχουν διογκωθεί τα τελευταία χρόνια και προβλέπεται και περαιτέρω αύξησή τους;
Πώς να διδάξεις την επανάσταση του 1821 στα παιδιά της τουρκόφωνης μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης;
Μήπως εκεί πρέπει να διδάξουμε μια διαφορετική Ιστορία;
Μήπως η ενδεδειγμένη διδασκαλία Ιστορίας συναρτάται απολύτως με την εθνική ή, γενικότερα, την πολιτισμική ή κοινωνική ταυτότητα των διδασκομένων;
Και εάν είναι έτσι, μήπως και στα παιδιά των εργατών πρέπει να διδάσκουμε μια διαφορετική Ιστορία για τις εργατικές απεργίες απ' ό,τι στα παιδιά των βιομηχάνων;
Ή στα κορίτσια μια διαφορετική Ιστορία για τους αγώνες για τη γυναικεία ψήφο απ' ό,τι στα αγόρια;
Ή στους Αθηναίους μιαν άλλη Ιστορία για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο απ' ό,τι στους Σπαρτιάτες; Και τότε ποια είναι η έγκυρη ιστορική γνώση;
Από την άλλη μεριά, εάν η εγκυρότητα της ιστορικής γνώσης συναρτάται με την εθνική διαφορά, πώς γίνεται Ελληνες και Τούρκοι ακαδημαϊκοί ιστορικοί που συνευρίσκονται σε διεθνή συνέδρια και φόρα να μην έρχονται σε οξείες διαφωνίες;
Πώς γίνεται να διαλέγονται και να συμφωνούν ή οι όποιες διαφωνίες να μην ορίζονται από την εθνική προέλευσή τους αλλά από άλλες επιστημολογικές διαφορές που διαμορφώνουν μικτής εθνικής σύνθεσης αντιπαρατιθέμενες τάσεις;
Η προφανής, λοιπόν, απάντηση στο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει μία Ιστορία που είναι καλή για τον λαό και άλλη για τους επιστήμονες ή μία Ιστορία καλή για τα παιδιά και άλλη για τους ενήλικες.
Ακόμη και η Λυρική Σκηνή έχει άποψη για το νόημα της 25ης Μαρτίου, όπως πιστοποιεί η επετειακή συναυλία της 29/3/2011Ακόμη και η Λυρική Σκηνή έχει άποψη για το νόημα της 25ης Μαρτίου, όπως πιστοποιεί η επετειακή συναυλία της 29/3/2011 | EUROKINISSI/Χ.ΜΠΙΛΙΟΣ
Ο μοναδικός κανόνας για την Ιστορία που πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία, τα Πανεπιστήμια ή όπου αλλού παράγεται ιστορικός λόγος είναι αφενός να συμβαδίζει με τις εξελίξεις στην εγχώρια και διεθνή ακαδημαϊκή ιστοριογραφία και αφετέρου να ανοίγει ερωτήματα που τροφοδοτούν τη σκέψη και όχι να δίνει έτοιμες κλειστές απαντήσεις.
Αρα το ερώτημα για τη διδασκαλία της επανάστασης του 1821 στα παιδιά της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη ξαναμπαίνει με τη μορφή του γενικότερου ερωτήματος περί της διδασκαλίας του Εικοσιένα σε όλους αδιακρίτως τους μαθητές της Ελλάδας.
Θα αναφερθώ εδώ επιγραμματικά σε ορισμένες διαστάσεις των σύγχρονων προσεγγίσεων της επανάστασης του 1821 που συναρτώνται άμεσα και με τη διδακτική του αντικειμένου αυτού στην εκπαίδευση.

Φιλελευθερισμός και βαρβαρότητες

Εξευγενισμένη απεικόνιση των σφαγών της Τριπολιτσάς, σε πίνακα του Πέτερ φον ΕςΕξευγενισμένη απεικόνιση των σφαγών της Τριπολιτσάς, σε πίνακα του Πέτερ φον Ες. Η ερμηνεία των βιαιοτήτων, τόσο της επανάστασης όσο και της αντεπανάστασης, αποτελεί κεντρικό διακύβευμα της σχολικής Ιστορίας. | 
Η σύγχρονη ιστοριογραφία εντάσσει την ελληνική επανάσταση στο διεθνές πλαίσιο των φιλελεύθερων αστικών επαναστάσεων της εποχής, στην «εποχή των επαναστάσεων» κατά τον Ερικ Χόμπσμπαουμ.
Το Εικοσιένα, συνεπώς, δεν είναι ένα μοναδικό γεγονός στην παγκόσμια Ιστορία.
Εντάσσεται στο πλαίσιο των αστικών – εθνικών κινημάτων που ξεκινούν από την αμερικανική επανάσταση και τη γαλλική επανάσταση και συνεχίζονται με τις επαναστάσεις της Λατινικής Αμερικής και τα ευρωπαϊκά κινήματα της Νεάπολης, της Ισπανίας, της Πολωνίας, των Δεκεμβριστών της Ρωσίας, αλλά και των κινημάτων που ακολουθούν στα 1830 και 1848.
Επίσης εντάσσεται στο πλαίσιο των αποσχιστικών και αυτονομιστικών κινημάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (σερβική εξέγερση του 1804, ανταρσίες του Πασβάνογλου και του Αλή Πασά, αυτονομιστικές τάσεις του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου).
Βεβαίως, η ελληνική επανάσταση είχε πολλές πλευρές, όπως άλλωστε όλες οι επαναστάσεις.
Οσοι συμμετείχαν σ' αυτήν συμμετείχαν με πολλαπλά διαφορετικά κίνητρα, στόχους και πολιτικά προγράμματα για τη μορφή που θα έπαιρνε το νέο, υπό συγκρότηση, ελληνικό κράτος.
Ωστόσο το κύριο πολιτικό ρεύμα, αυτό που κυριάρχησε στη Φιλική Εταιρεία που οργάνωσε την επανάσταση, αλλά και αυτό που κυριάρχησε στις εσωτερικές συγκρούσεις των επαναστατών, ήταν ένα φιλελεύθερο πολιτικό ρεύμα που επιδίωκε τη συγκρότηση ενός σύγχρονου, ευρωπαϊκού τύπου, κράτους με φιλελεύθερους θεσμούς, όπως συγκεντρωτική κεντρική εξουσία που πηγάζει από τη βούληση του σώματος των πολιτών, Σύνταγμα, αντιπροσωπευτικοί κοινοβουλευτικοί θεσμοί, ισότητα των πολιτών απέναντι στους νόμους, εθνικός τακτικός στρατός κ.λπ.
Αρα η ελληνική επανάσταση δεν στρεφόταν πρωτίστως εναντίον των μουσουλμάνων αλλά εναντίον του παραδοσιακού οθωμανικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος, ενός συστήματος που εν πολλοίς γινόταν αντιληπτό ως ανάλογο με το «παλαιό καθεστώς» των ευρωπαϊκών κρατών, το οποίο άρχισε να ανατρέπεται με τη γαλλική επανάσταση.
Από αυτήν την άποψη το κίνημα του 1821 παρουσιάζει εμφανείς αναλογίες με το κίνημα του Κεμάλ Ατατούρκ εκατό χρόνια αργότερα, που και αυτό επιδίωκε τον εκσυγχρονισμό του τουρκικού κοινωνικού σχηματισμού.
Και τα δύο κινήματα είχαν στόχο τη μετάβαση από το παραδοσιακό πολυεθνοτικό στο σύγχρονο εθνικό κράτος.
Γι' αυτόν τον λόγο είχαν δυσκολία να εντάξουν στο σώμα του έθνους όσους αντιλαμβάνονταν ως ξένους: τους μουσουλμάνους Οθωμανούς στα 1821, τους χριστιανούς ελληνόφωνους στα 1922.
Παρά ταύτα, αυτή δεν ήταν η μοναδική εκδοχή της αντιμετώπισης του ζητήματος των μουσουλμάνων στο υπό συγκρότηση ελληνικό κράτος στα 1821.
Ο Αδαμάντιος Κοραής, για παράδειγμα, θεωρούσε ότι οι ντόπιοι μουσουλμάνοι έπρεπε να συμπεριληφθούν στους πολίτες του ελληνικού κράτους με πλήρη πολιτικά δικαιώματα· αυτό όμως δεν έπρεπε να γίνει αμέσως επειδή οι μουσουλμάνοι«μαθημένοι να μας δεσπόζωσι, χρειάζονται μακρότερον διάστημα ν’ απομάθωσι την δεσποτείαν», όχι επειδή δεν ήταν Ελληνες ή χριστιανοί (Αδαμάντιος Κοραής, «Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος του 1822 έτους», Αθήνα 1933).
Αλλωστε υπήρξαν μουσουλμάνοι που πολέμησαν στο πλευρό της ελληνικής επανάστασης, όπως και χριστιανοί που πολέμησαν στις γραμμές του οθωμανικού στρατού, σε μικρούς μεν αριθμούς αλλά υπαρκτούς.
Αυτοί οι μουσουλμάνοι που τάχθηκαν με το επαναστατικό στρατόπεδο δικαιολογούν την επιλογή τους επί τη βάσει φιλελεύθερων επαναστατικών προταγμάτων: ο μουσουλμάνος Μπαϊράμης Λιάπης, με αίτησή του το 1828, ζητά οικονομική ενίσχυση από τον Καποδίστρια επειδή δεν αγάπησε την «οθωμανικήν τυραννίαν» και αγωνίστηκε «με τους Ελληνας, υπέρ ελευθερίας».
Από την άλλη μεριά, η ρήξη με το παραδοσιακό παρελθόν και η προσπάθεια πολιτικού εκσυγχρονισμού δεν χαρακτήριζε μόνο την ελληνική επανάσταση, αλλά και το οθωμανικό κράτος την ίδια περίοδο, μολονότι με πιο δειλά βήματα.
Μια σειρά μέτρων θεσμικού εκσυγχρονισμού που έλαβαν οι ελληνικές επαναστατικές αρχές έχουν ευθεία αντιστοίχηση με μέτρα που έλαβε το οθωμανικό κράτος.
Τέτοια παραδείγματα είναι η δίωξη της ληστείας στις αρχές του 19ου αιώνα (αυτό που η ελληνική εθνική ιστοριογραφία αποκαλεί διωγμό των κλεφτών), η προσπάθεια επιβολής μιας συγκεντρωτικής κεντρικής εξουσίας απέναντι στις αποσχιστικές τάσεις του Αλή Πασά ή του Πασβάνογλου πασά του Βιδινίου, η κατάργηση του θεσμού των γενιτσάρων και η συγκρότηση τακτικού οθωμανικού στρατού, τα μέτρα εξίσωσης των θρησκευτικών κοινοτήτων που λαμβάνονται με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ στο διάστημα 1839-1876.
Αλλωστε η επιβολή μιας συγκεντρωτικής κεντρικής εξουσίας ήταν ένα από τα βασικά διακυβεύματα της ελληνικής επανάστασης, το οποίο βρισκόταν στη βάση των εμφύλιων συγκρούσεων ανάμεσα στη φιλελεύθερη επαναστατική πτέρυγα και έναν συνασπισμό παραδοσιακών καπεταναίων και προεστών που επιδίωκαν τη διατήρηση των πατροπαράδοτων εξουσιών τους στις περιφέρειές τους.
Συνεπώς, τόσο η γαλλική επανάσταση του 1789 όσο και η ελληνική επανάσταση του 1821, αλλά επίσης και οι παράλληλες εξελίξεις στο εσωτερικό του οθωμανικού κράτους, συνιστούν διαφορετικούς και με άνισους ρυθμούς δρόμους μετάβασης από το παραδοσιακό, προεθνικό, θεόθεν επιβεβλημένο απολυταρχικό καθεστώς στη νεωτερική εποχή.
Πώς όμως διδάσκουμε τις σφαγές που συνέβησαν εκατέρωθεν κατά την επανάσταση του 1821;
Η ελληνική εθνική ιστοριογραφία φρίττει μπροστά στις σφαγές που διέπραξαν οι Οθωμανοί (των Ρωμιών της Πόλης, των Κυδωνιών ή της Χίου) και δικαιολογεί αυτές που διέπραξαν οι επαναστάτες (π.χ. των μουσουλμάνων και των Εβραίων της Τριπολιτσάς).
Μήπως όμως είναι ενδεδειγμένο να τις αποκρύπτουμε από τις τρυφερές παιδικές ψυχές;
Νομίζω ότι και εδώ η πρόσφορη λύση, τόσο ιστοριογραφικά όσο και παιδαγωγικά, είναι να τις εντάσσουμε και να τις ερμηνεύουμε στο πλαίσιο της κουλτούρας και των ηθών της εποχής: της εξοικείωσης με τη βία, του θρησκευτικού φανατισμού, της ελπίδας της λεηλασίας που συνιστά βασικό κίνητρο συμμετοχής στον πόλεμο στις παραδοσιακές κοινωνίες, της μη κατίσχυσης ακόμη σύγχρονων κανόνων πολέμου, όπως π.χ. του σεβασμού των αιχμαλώτων, που άλλωστε πρόσφατα είχαν αρχίσει να διατυπώνονται και στη Δύση.
Η ερμηνεία που αποδίδει τις σφαγές σε μια εγγενή βαρβαρότητα λαών, φυλών και θρησκευμάτων είναι προφανώς ανιστορική, πράγμα που εύκολα αποδεικνύεται από τις σφαγές που διέπραξαν στο παρελθόν χριστιανοί εις βάρος άλλων θρησκευμάτων ή ακόμη, για να χρησιμοποιήσω ένα εντυπωσιακό και γνωστό παράδειγμα, από την τύφλωση 15.000 αιχμαλώτων Βουλγάρων από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο Β' Βουλγαροκτόνο το 1014 μετά τη μάχη στο Κλειδί.

Το ζήτημα των εγχειριδίων

Στη σημερινή Ελλάδα, η Ιστορία εκλαμβάνεται πρωτίστως ως ιδεολογικό -και κατ’ επέκταση πολιτικό- ζήτημαΣτη σημερινή Ελλάδα, η Ιστορία εκλαμβάνεται πρωτίστως ως ιδεολογικό -και κατ’ επέκταση πολιτικό- ζήτημα | EUROKINISSI/Γ.ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ
Πώς όμως τα διδάσκουμε όλα αυτά για να μην προσλαμβάνονται από τους μαθητές ως εξίσου άχρηστες και βαρετές γνώσεις που εκφέρονται από καθέδρας, ακριβώς όπως και ο συνήθης τρόπος διδασκαλίας της Ιστορίας;
Εδώ σημασία έχει ο συνδυασμός αφηγηματικών κειμένων βασικών πληροφοριών με τη χρήση και την ανάλυση τεκμηρίων πολλαπλών τύπων (κειμενικών, εικονιστικών, μουσειακών κ.λπ.), με τα οποία το μάθημα καθίσταται πιο ενδιαφέρον αλλά και οι μαθητές μαθαίνουν να αυτενεργούν.
Οι πηγές επίσης πρέπει να είναι πολλαπλής προέλευσης: ελληνικές, οθωμανικές, ευρωπαϊκές, ώστε να διαφαίνονται οι διαφορετικές οπτικές με τις οποίες αντιλαμβάνονται την επανάσταση οι άνθρωποι της εποχής.
Αυτή η πρακτική μπορεί να υποδείξει, παράλληλα, ότι η Ιστορία δεν είναι ένα οριστικά γραμμένο κείμενο που βρήκαν στα τεκμήρια οι ιστορικοί και δεν αλλάζει ες αεί, αλλά ότι οι προσεγγίσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με τις οπτικές γωνίες των μαρτύρων, των κοινωνιών και των εποχών, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει ότι διαθέτουν όλες τον ίδιο βαθμό αξιοπιστίας και εγκυρότητας.
Ο παραδοσιακός, άλλωστε, τρόπος διδασκαλίας που καθιστά τους μαθητές (αλλά και τους δασκάλους) παθητικούς δέκτες βρίσκεται, νομίζω, στη βάση της υποτίμησης και της απέχθειας προς το μάθημα της Ιστορίας.
Στα μαθηματικά, στα αρχαία και στα νέα ελληνικά οι μαθητές κρατούν σημειώσεις και λύνουν ασκήσεις και απαντούν ερωτήσεις που βάζει ο δάσκαλος.
Κανένας μαθητής δεν έμαθε ποτέ μαθηματικά ή νέα ελληνικά εάν περιορίστηκε μόνο στο σχολικό εγχειρίδιο.
Δεν καταλαβαίνω γιατί και στην Ιστορία το εγχειρίδιο δεν μπορεί να λειτουργεί ως οδηγός και παράλληλα ο δάσκαλος να συμπληρώνει με επιπλέον πληροφορίες, πρόσθετες πηγές, ερωτήσεις και άλλες ασκήσεις.
Μόνον έτσι η Ιστορία θα γίνει πραγματικά πρωτεύον μάθημα. Οσο οι δάσκαλοι μπορούν να εκφωνούν απλώς το κείμενο του εγχειριδίου και οι μαθητές να αποστηθίζουν το ίδιο κείμενο, τότε και οι μεν και οι δε θα συνεχίσουν να περιφρονούν και να βαριούνται την Ιστορία.
Οπωσδήποτε χρειάζονται σημαντικές αλλαγές ώστε οι δάσκαλοι, οι μαθητές, οι γονείς και όσοι εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία να υπηρετήσουν μια τέτοια Ιστορία.
Χρειάζονται άλλα σχολικά βιβλία, κατάργηση του μοναδικού εγχειριδίου και μέριμνα για την παροχή κατάλληλου συνοδευτικού υλικού. Χρειάζεται η διδασκαλία να γίνεται από αποφοίτους Ιστορικών Τμημάτων τουλάχιστον στη μέση εκπαίδευση, συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και καταβολή κόπου από τους δασκάλους και τους μαθητές αντίστοιχη με αυτήν των μαθημάτων των αρχαίων ελληνικών και των μαθηματικών. Και όλα αυτά σε συνδυασμό.
Στη δική μου την εποχή, στις εξετάσεις εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο, δίναμε το βιβλίο «Θέματα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από τις Πηγές» που είχε γραφτεί από ομάδα συγγραφέων με επικεφαλής τον Φ. Κ. Βώρο, το γνωστό τότε ως «μπλε βιβλίο».
Το βιβλίο περιελάμβανε αφηγηματικές πηγές (περίπου 210 σελίδες), εισαγωγικά κείμενα στις πηγές (περίπου 140 σελίδες), εικόνες, χάρτες και βιβλιογραφία για περαιτέρω διάβασμα.
Η λογική συνεπώς με την οποία είχε συνταχθεί ήταν ότι έδινε βάρος στη μελέτη των πηγών, με τη βοήθεια των εισαγωγικών κειμένων.
Καθώς όμως οι χάρτες και οι πηγές δεν περιλαμβάνονταν στην εξεταστέα ύλη, ούτε οι καθηγητές τις παρέδιδαν, ούτε οι μαθητές τις διάβαζαν.
Πολλοί μάλιστα μαθητές έσκιζαν τις σελίδες των πηγών ώστε να μειωθεί και οπτικά ο όγκος του βιβλίου που έπρεπε να διαβάσουν. Μια προσπάθεια με καλές προθέσεις είχε πάει στον βρόντο.
Επομένως οι μεμονωμένες παρεμβάσεις είναι εύκολο να ακυρωθούν στην πράξη: ένα καλό εγχειρίδιο μπορεί να ακυρωθεί από έναν ανεπαρκή δάσκαλο.
Και αντιστρόφως: ένα κακό εγχειρίδιο δεν μπορεί να υποστηρίξει έναν καλό δάσκαλο.
Πώς γράφεται όμως ένα καλό εγχειρίδιο; Δεν υπάρχουν παντογνώστες ιστορικοί, ούτε οι καλοί ιστορικοί μπορούν απαραίτητα να γράψουν ένα παιδαγωγικά κατάλληλο εγχειρίδιο για μικρούς μαθητές.
Με βάση την εμπειρία μου στο πρόγραμμα εκπαίδευσης των μουσουλμανοπαίδων της Θράκης, θεωρώ ότι τα επιμέρους κεφάλαια των εγχειριδίων πρέπει να γράφονται από εξειδικευμένους ιστορικούς, κατόπιν να αναμορφώνονται κατάλληλα γλωσσικά από ειδικούς παιδαγωγούς και στη συνέχεια να εγκρίνονται από τους αρχικούς συγγραφείς.
Ανάλογη διαδικασία θα πρέπει να ακολουθείται και σε ό,τι αφορά τις εικόνες, τις πηγές, τις ασκήσεις και όποιο άλλο συνοδευτικό υλικό.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του τρόπου συγγραφής είναι τα εγχειρίδια Ιστορίας Α', Β' και Γ' Γυμνασίου που συντάχθηκαν από ομάδες εργασίας υπό την επιστημονική ευθύνη της Εφης Αβδελά στο πλαίσιο του Προγράμματος Εκπαίδευσης των Παιδιών της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Θράκη.
Τα εγχειρίδια είναι αναρτημένα στον ιστότοπο του Προγράμματος, όπου υπάρχει επίσης πλούσιο υποστηρικτικό υλικό, καθώς και άλλα κείμενα και πληροφορίες για το Πρόγραμμα, το οποίο συνιστά μια πρόταση για μια ολοκληρωμένη παιδαγωγική παρέμβαση.
Αρκούν όλα τα παραπάνω; Οπως προανέφερα, η παρέμβαση στο σχολείο συνιστά έναν μονάχα από τους παράγοντες που επενεργούν στη διαμόρφωση της ιστορικής παιδείας των μαθητών και, σήμερα, όχι πλέον τον ισχυρότερο.
Συνακόλουθα, εάν ευρύτερα ως ελληνική κοινωνία δεν προσπαθήσουμε να αναστοχαστούμε και να συζητήσουμε χωρίς a priori βεβαιότητες το παρελθόν μας, τα θετικά αποτελέσματα μιας παρέμβασης στο σχολείο θα είναι περιορισμένα.
Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι η προσέγγιση του Εικοσιένα και, γενικότερα, της ελληνικής Ιστορίας που περιγράφεται εδώ προσκρούει στο Σύνταγμα που επιτάσσει ως αποστολή της παιδείας την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.
Ομως προϋποθέσεις για τη διάπλαση ελεύθερων πολιτών με εθνική συνείδηση είναι η αξιόπιστη εκμάθηση της Ιστορίας του έθνους και ο σεβασμός της Ιστορίας των άλλων εθνών, όχι η διδασκαλία μιας παρωχημένης και εν πολλοίς αντιεπιστημονικής εθνικής Ιστορίας.
*ιστορικού
Επιμέλεια: Τάσος Κωστόπουλος
efsyn

Ο Παπανδρέου, ο Βενιζέλος και ο ΣΥΡΙΖΑ



Tvxs Ρεπορτάζ

Είναι απλώς το… σίκουελ μιας προσωπικής πολιτικής βεντέτας ή το επόμενο ταραχώδες κεφάλαιο μιας – βαριά ζαλισμένης – κεντροαριστεράς;
Το βέβαιο είναι ότι η μάχη Γιώργου Παπανδρέου και Ευάγγελου Βενιζέλου αναβιώνει, εγγράφει ήδη θερμό παρασκήνιο και βάζει υποθήκες για θερμές διεργασίες, κατ΄αρχάς, στο ΠΑΣΟΚ.
Αφετηρία αυτής της αναβίωσης αποτελεί η σαφής πρόθεση του πρώην πρωθυπουργού να επανενεργοποιηθεί, σε ρόλο ασαφή μεν ακόμη αλλά στον – απολύτως σαφή – χώρο εντός και πέριξ του ΠΑΣΟΚ και της κεντροαριστεράς.

Η «ατζέντα Παπανδρέου»

Είναι μια πρόθεση που κατέστησε απολύτως καθαρή με την απαντητική του επιστολή στη Φώφη Γεννηματά για το εγχείρημα ανασύνταξης και διεύρυνσης της κεντροαριστεράς κι είναι μια πρόθεση που θα γίνει, σύμφωνα με τις πληροφορίες, ακόμη πιο έντονη μέσα στο επόμενο διάστημα με δημόσιες εμφανίσεις και κάποιες «ηχηρές» - όπως λένε συνομιλητές του – παρεμβάσεις του Γιώργου Παπανδρέου. Η εν λόγω τακτική, δε, συνοδεύεται και από την, εξίσου καθαρή, «ατζέντα Παπανδρέου» για την ανασύνθεση της κεντροαριστεράς – μια ατζέντα, που περιλαμβάνει απαραιτήτως γέφυρες και διάλογο και με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Πρόκειται για μια ατζέντα που δεν αρέσει καθόλου στον Ευάγγελο Βενιζέλο. Όπως δεν του άρεσε καθόλου και η είδηση για το ραντεβού του Κώστα Λαλιώτη με τον Δημήτρη Ρέππα – τον θεωρούμενο και «υπαρχηγό» του Γιώργου Παπανδρέου και του εξωκοινοβουλευτικού ΚΗΔΙΣΟ -, ενώ πολύ περισσότερο, δεν του άρεσε και ηεπιστολή Σηφουνάκη προς την Φώφη Γεννηματά με την οποία ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ και θεωρούμενος «παπανδρεϊκός» χρεώνει στον Ευάγγελο Βενιζέλο εκλεκτικές σχέσεις με τον επιχειρηματία Ανδρέα Βγενόπουλο.

Το μήνυμα Βενιζέλου στη Φώφη

Κατά τις πληροφορίες, η ανακοίνωση Λαλιώτη με την οποία διαψεύδει «μυστικές ζυμώσεις» και διεργασίες προσέγγισης με τον ΣΥΡΙΖΑ βγήκε μετά από αίτημα της Φώφης Γεννηματά και κατ΄απαίτηση Βενιζέλου. Οι ίδιες πληροφορίες φέρουν τον πρώην αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Σαμαρά σφόδρα ενοχλημένο από τις κινήσεις Παπανδρέου, για τον οποίον θεωρεί ότι επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τις προσπάθειες διεύρυνσης και ανασύνταξης της κεντροαριστεράς για να ανακτήσει προσωπικό πολιτικό ρόλο «μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα εισόδου στη Βουλή και μια αποτυχημένη προσπάθεια ακόμη και να κατέβει στις εκλογές», όπως υπενθυμίζουν δηκτικά «βενιζελικά» στελέχη του ΠΑΣΟΚ.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δε, ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει επανειλημμένα διαμηνύσει στην Φώφη Γεννηματά πως η όποια σκέψη για επιστροφή Παπανδρέου στο ΠΑΣΟΚ μπορεί να συζητηθεί μόνον σε «ρόλο απλού στρατιώτη». Κι αυτό, υπό προϋποθέσεις.

Το «αυτονόητο» και ο ΣΥΡΙΖΑ

Οι κινήσεις του Γιώργου Παπανδρέου όμως, δεν συναντούν μόνον το… τείχος Βενιζέλου. Η ίδια η Φώφη Γεννηματά δεν συζητά, σ’ αυτή τη φάση τουλάχιστον,οποιοδήποτε εγχείρημα διαλόγου με τον ΣΥΡΙΖΑεκτός εάν αυτό εντάσσεται στον στόχο της… οικουμενικής κυβέρνησης, ενώ και στελέχη του ΚΙΔΗΣΟ όπως ο Φίλιππος Σαχινίδης εκφράζουν έντονες αντιρρήσεις.
Ωστόσο, από το περιβάλλον Παπανδρέου επισημαίνεται πως ο πρώην πρωθυπουργός δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παραμένει σταθερός στις θέσεις που εξ αρχής είχε και να δηλώνει το «αυτονόητο» και «οφθαλμοφανές» - πωςο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί παρά να έχει σήμερα κεντρικό ρόλο και λόγο σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στην κεντροαριστερά.
Σ’ αυτή την τακτική και σ’ αυτή τη γραμμή αναμένεται να κινηθούν και οι επόμενες πρωτοβουλίες του Γιώργου Παπανδρέου. Ο οποίος δεν έχει κανέναν λόγο να μην υποδαυλίσει την αμηχανία και τα προβλήματα που προκαλεί στο ΠΑΣΟΚ το «κεφάλαιο Βενιζέλου», στέλνοντας παράλληλα μηνύματα και προς τον ΣΥΡΙΖΑ…
tvxs

Ένα sms από τη Λέρο



«Αυτές οι νησίδες, αυτές οι δομές σήμερα κινδυνεύουν να συνθλιβούν, στα γρανάζια μιας απάνθρωπης γραφειοκρατικής κρεατομηχανής. Μαζί τους κινδυνεύουν τόσο οι φιλοξενούμενοι όσο και οι οικοδεσπότες. Οι μεν ζητούν να φύγουν, οι δε ζητούν απαντήσεις. Τι να τους πούμε; Ένεκα η ανάγκη;» 
του Πέτρου Κατσάκου
Το μήνυμα της συντρόφισσας από τη Λέρο ήταν μικρό σε όγκο αλλά τεράστιο σε περιεχόμενο. «Καλησπέρα, Πέτρο. Σου θυμίζω περσινές στιγμές. Καταφέραμε με απίστευτη δουλειά και με κινητοποίηση αλληλέγγυων από όλο τον κόσμο να φτιάξουμε δύο εξαιρετικές δομές... και δεν τις θέλουνε. Ειδικότερα για το ΠΙΚΠΑ, που έχει αποσπάσει τον θαυμασμό όλων, δεν έχει ακόμη υπογραφεί η απόφαση αναγνώρισής του ως δομής φιλοξενίας ευάλωτων ομάδων, παρ' όλο που εμείς με 24ωρη δουλειά κάθε μέρα φιλοξενούμε και φροντίζουμε οικογένειες και ασυνόδευτα ανήλικα. Φοβάμαι ότι θα τα κλείσουν όλα εκτός από τα στρατόπεδα και τα κρατητήρια».
Τη Ματίνα την γνώρισα πολύ πριν οι προσφυγικές ροές στο Αιγαίο βρουν θέση στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και στα δελτία των οκτώ. Την γνώρισα σε μια εποχή που ακόμα και οι πιο κινηματικοί της πρωτεύουσας είχαν πέσει με τα μούτρα στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές και δεν προλάβαιναν να καταπιαστούν με κάτι μουσκεμένα από τη θάλασσα παιδιά που λίγα λίγα έβγαιναν στις ακτές των νησιών. Το προσφυγικό δεν είχε γίνει ακόμη κρίση. Ούτε ανθρωπιστική ούτε πολιτική. Κι όμως κάποια παιδιά κυκλοφορούσαν από τότε ξυπόλητα και πεινασμένα στη Λέρο.
Η Ματίνα μου θύμισε τη λεζάντα της φωτογραφία αυτού του παιδιού:
«Καλώς ήρθες στη χώρα μου.
Καλώς ήρθες στη Λέρο.
Μακάρι να βρεις εδώ όσα έχασες στον τόπο σου.
Η Συρία σε έδιωξε.
Δεν σου αξίζουν κι άλλα συρματοπλέγματα,
Αμυγδαλέζες και κλουβιά
Λέρος 24/3/2015»
Πέρασε ακριβώς ένας χρόνος από τότε. Τα μουσκεμένα παιδιά πολλαπλασιάστηκαν. Κάποια χάθηκαν στην πορεία. Πολλά και πολλοί άλλαξαν από τότε. Ένεκα η ανάγκη. Δημοψηφίσματα, συμφωνίες, διασπάσεις, εκλογές, ξανά συμφωνίες. Η Ματίνα δεν άλλαξε. Και πολλές ακόμα Ματίνες έμειναν πιστές σε αυτά για τα οποία πάλευαν από τότε. Με προσωπικό κόστος. Με κοινωνικό ρίσκο. Κόντρα στη γραφειοκρατία. Κόντρα στην ξενοφοβία. Κόντρα σε όλους και σε όλα. Πολύ πριν πλακώσουν οι επαγγελματίες του είδους στο νησί. Πολύ πριν αρχίσουν οι επισκέψεις των επισήμων. Διεκδίκησαν χώρους και τους κέρδισαν. Τους διαμόρφωσαν, τους εξανθρώπισαν, τους έντυσαν με αξιοπρέπεια. Κέρδισαν ένα ένα όλα τα στοιχήματα που έβαλαν με τη συνείδησή τους. Δημιούργησαν νησίδες ασφάλειας και ανθρωπιάς μέσα στο ίδιο τους το νησί πολύ πριν τους ανακαλύψουν οι εμπνευστές των Νόμπελ, πολύ πριν αρχίσουν οι μετρήσεις για την ιδεολογική καθαρότητα της αλληλεγγύης. Αυτές οι νησίδες, αυτές οι δομές σήμερα κινδυνεύουν να συνθλιβούν, στα γρανάζια μιας απάνθρωπης γραφειοκρατικής κρεατομηχανής. Μαζί τους κινδυνεύουν τόσο οι φιλοξενούμενοι όσο και οι οικοδεσπότες. Οι μεν ζητούν να φύγουν, οι δε ζητούν απαντήσεις. Τι να τους πούμε; Ένεκα η ανάγκη;
 https://left.gr

Γιατί το Βέλγιο;



Το μαζικό έγκλημα στις Βρυξέλλες
του Jason Burke*
Το Βέλγιο φαντάζει αταίριαστο μέρος για σταυροδρόμι της ευρωπαϊκής εξτρεμιστικής βίας. Yπάρχουν  όμως αρκετοί λόγοι για τους οποίους πλήθος εξτρεμιστικών δραστηριοτήτων συγκεντρώνονται σ’ αυτό το μικρό κράτος. Πολλά από τα προβλήματα που οδηγούν σε μαχητικές αντιδράσεις είναι κοινά σε όλο τον κόσμο, ανεπτυγμένο και αναπτυσσόμενο και, αν και μπορεί να διαφέρουν σε σοβαρότητα, έχουν τα ίδια επακόλουθα. Για παράδειγμα, μια μεγάλη και ελλιπώς ενσωματωμένη μουσουλμανική μειονότητα, υψηλά επίπεδα ανεργίας των νέων σε αυτή την κοινότητα, διαθεσιμότητα όπλων, ένα πολύ ανεπτυγμένο δίκτυο επικοινωνιών και μεταφοράς, αρχές συχνά επαναπαυμένες και σταθερά με ανεπαρκείς πόρους, εγχώρια πολιτική αστάθεια.
Όπως και άλλες χώρες, έτσι και το Βέλγιο έχει δει τη φανερή ραγδαία εξάπλωση μιας βίαιης ιδεολογίας μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και μεταξύ συνομήλικων που αν δεν ενθαρρύνουν άμεσα τη βία, σίγουρα προωθούν μια γεμάτη μίσος, μισαλλόδοξη και βαθιά συντηρητική κοσμοθεωρία.
Οι ιστορικές ρίζες του σημερινού προβλήματος είναι βαθιές. Όπως και αλλού στην Ευρώπη, το Βέλγιο υπέφερε από κύματα τρομοκρατίας τη δεκαετία του 1980 και του 1990 που συνδέονταν με την αναταραχή στη Μέση Ανατολή. «Υπάρχει μια πολύ μακρά ιστορία σύνδεσης μεταξύ Βελγίου και Γαλλίας στη σφαίρα της τρομοκρατίας», δήλωσε ο Rik Coolsaet, ειδικός σε θέματα τρομοκρατίας στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης.
Στη δεκαετία του 1990, η συνδεόμενη με τον αλγερινό εμφύλιο πόλεμο μαχητικότητα στη βόρεια Γαλλία, εξαπλώθηκε και στο Βέλγιο. Τουλάχιστον ένας ιεροκήρυκας που απελάθηκε από τη Γαλλία πήγε στις Βρυξέλλες. Όταν οι ντόπιοι εξέφρασαν την ανησυχία τους, οι αξιωματούχοι τους είπαν ότι ο κληρικός ήταν «περιθωριοποιημένος», δήλωσε τον Νοέμβριο ο Johan Leman, ένας βετεράνος αντιρατσιστής ακτιβιστής που εργάζεται στο Μόλενμπεκ, τη γειτονιά των Βρυξελλών, από την οποία προήρθαν πολλοί από τους επιτιθέμενους στο Παρίσι και στην οποία συνελήφθη την περασμένη εβδομάδα, ο Σαλάχ Αμπντεσλάμ.
Στο πρώτο μισό της τελευταίας δεκαετίας, καθώς οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφαλείας προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη νέα απειλή που αντιμετώπιζαν και έσκαγαν οι βόμβες στη Μαδρίτη και το Λονδίνο, το Βέλγιο είχε σε μεγάλο βαθμό αγνοηθεί, παρά τις αυξανόμενες αποδείξεις ότι εξτρεμιστικά δίκτυα είχαν σαν βάση τη χώρα.
Εάν και ελάχιστοι Βέλγοι πήγαν εθελοντές στο Ιράκ, αυτοί αποτελούσαν ένα καθόλου αμελητέο νούμερο σε σχετικούς όρους. Ανάμεσα στους εθελοντές υπήρχε και μια γυναίκα από το Σαρλερουά που είχε ασπαστεί το Ισλάμ και η οποίος πέθανε το 2005, μετά από βομβιστική επίθεση σε αμερικάνικη αυτοκινητοπομπή στο Ιράκ, για να γίνει η πρώτη Ευρωπαία που πραγματοποιεί επίθεση αυτοκτονίας.
Άλλοι ταξίδεψαν στο Αφγανιστάν. Το 2008, εξαρθρώθηκε ένα δίκτυο που έστελνε νεαρούς Βέλγος μουσουλμάνους σε στρατόπεδα εκπαίδευσης της Αλ Κάιντα. Πολλοί εμφανίστηκαν απογοητευμένοι από αυτά που είδαν στη ζώνη των συγκρούσεων, αλλά αυτό δεν φάνηκε να ανακόπτει τη ροή. Όπως υποστήριξαν οι εισαγγελείς, αρκετοί επέστρεψαν πίσω στην πατρίδα τους με προθέσεις διάπραξης επιθέσεων.
Μια εκτίμηση του βέλγου ερευνητή Pieter van Ostaeyen ανεβάζει τον αριθμό σε 562. Οι περισσότεροι εντάχθηκαν στο Ισλαμικό Κράτος, ενώ μερικοί επέλεξαν το παρακλάδι της Αλ Κάιντα, Αλ Νούσρα. Περισσότεροι από 80 έχουν σκοτωθεί, πολλοί στις τελευταίες μάχες στην ανατολική Συρία.
Έρευνα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης επιβεβαιώνει τη σημασία των κοινωνικών δικτύων, δείχνοντας ότι φίλοι ή συνομήλικοι έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στην στρατολόγηση των τριών τετάρτων των ξένων μαχητών του ISIS. Μέλη της οικογένειας είναι υπεύθυνα για το ένα πέμπτο των στρατολογήσεων, ενώ τα τζαμιά πιστεύεται ότι είναι υπεύθυνα για μόλις μία στις 20.
Ούτε η φτώχεια είναι η εξήγηση. Πολλοί από τους επιτιθέμενους στο Παρίσι ήταν σχετικά εύποροι. Υπάρχει μεγάλη δραστηριότητα και εκτός Μόλενμπεκ επίσης, παρόλο που αρκετοί από τους επιτιθέμενους που σκότωσαν 130 ανθρώπους στο Παρίσι το περασμένο έτος, μεγάλωσαν και έζησαν εκεί.
Ένας από αυτούς  ξέφυγε από τον αστυνομικό κλοιό στις αρχές του περασμένου έτους, ο οποίος τύλιξε τα περισσότερα μέλη του δίκτυο των Βέλγων που είχαν επιστρέψει από τη Συρία και ετοιμάζονταν να ξεκινήσει μια σειρά επιθέσεων. Ήταν ο Αμπντελχαμίντ Αμπαούντ, ο οποίος πήγε να οργανώσει τις επιθέσεις στο Παρίσι. […]
* Ο Jason Burke είναι δημοσιογράφος, ανταποκριτής Αφρικής του «Guardian». To άρθρο δημοσιεύθηκε στον «Guardian», στις 22.3.2016.
avgi