του Βασίλη Μαζωμένου
Για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα, το να μην ανήκεις στη Δεξιά δεν ήταν απλώς μια
διαφορετική πολιτική επιλογή. Μπορούσε να είναι ένα κοινωνικό στίγμα που
ακολουθούσε εσένα και την οικογένειά σου.
Θυμάμαι ακόμη να πηγαίνω παιδί μαζί με τον μακαρίτη τον πατέρα μου και τον
παππού μου στο αστυνομικό τμήμα, για να ακούσουμε να απορρίπτεται η αίτηση του
πατέρα μου για διαβατήριο «για λόγους εθνικής ασφαλείας».
Το πρώτο του διαβατήριο το πήρε όταν ήταν πια πενήντα χρονών.
Αυτή ήταν η «εθνική ασφάλεια» της εποχής: ένας άνθρωπος μπορούσε να
θεωρείται επικίνδυνος όχι γι’ αυτό που είχε κάνει, αλλά γι’ αυτό που πίστευε,
για την ιστορία του, ακόμη και για την οικογένεια στην οποία ανήκε.
Η εργασία, ιδιαίτερα στο Δημόσιο, οι σπουδές, η κοινωνική ανέλιξη, ακόμη
και οι προσωπικές σχέσεις μπορούσαν να επηρεάζονται από το αν ήσουν «εθνικόφρων»,
αριστερός ή απλώς συγγενής κάποιου που είχε βρεθεί στη λάθος πλευρά της
Ιστορίας. Το μετεμφυλιακό κράτος είχε χωρίσει τους πολίτες του σε κατηγορίες
και τα περίφημα «κοινωνικά φρονήματα» δεν ήταν σχήμα λόγου αλλά εργαλείο
πραγματικού αποκλεισμού. Οι δικτατορίες απλώς μετέτρεψαν τον αποκλεισμό σε
ανοιχτή καταστολή.
Η Μεταπολίτευση άλλαξε ασφαλώς πολλά. Η Αριστερά νομιμοποιήθηκε, οι παλιές
διακρίσεις άρχισαν να υποχωρούν και η κοινοβουλευτική δημοκρατία εδραιώθηκε. Η
άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 φάνηκε να ολοκληρώνει αυτή την ιστορική
μεταβολή. Η αναγνώριση, για παράδειγμα, της Εθνικής Αντίστασης το 1982
αποκατέστησε θεσμικά ανθρώπους που το μεταπολεμικό κράτος είχε αποκλείσει από
την ίδια την έννοια του αντιστασιακού.
Και κάπου εκεί αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι το πρόβλημα είχε λυθεί. Για
περίπου σαράντα χρόνια ζήσαμε μέσα σε μια αυταπάτη: ότι η ισονομία είχε πλέον
κατακτηθεί οριστικά, ότι τα πολιτικά φρονήματα δεν μπορούσαν πια να καθορίζουν
τις ευκαιρίες ενός πολίτη, ότι οι μηχανισμοί αποκλεισμού ανήκαν σε μια Ελλάδα
που είχαμε αφήσει πίσω μας. Φενάκη.
Δεν λέω ότι τίποτε δεν άλλαξε. Θα ήταν ανιστόρητο. Λέω ότι ίσως
υπερεκτιμήσαμε το βάθος της αλλαγής. Γιατί στο μεταξύ άρχισε να καλλιεργείται
συστηματικά ένα διαφορετικό αφήγημα: εκείνο της λεγόμενης «ιδεολογικής
κυριαρχίας της Αριστεράς». Οι ηττημένοι του Εμφυλίου παρουσιάστηκαν σταδιακά ως
οι μεγάλοι νικητές της Μεταπολίτευσης.
Μπορεί να έχασαν στρατιωτικά και να υπέστησαν επί δεκαετίες φυλακές,
εξορίες, διώξεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς, αλλά, σύμφωνα με αυτό το
αφήγημα, κέρδισαν τελικά κάτι σημαντικότερο: την ιδεολογία. Κατέλαβαν,
υποτίθεται, τα πανεπιστήμια, τη διανόηση, τις τέχνες, το θέατρο, τον
κινηματογράφο. Τον πολιτισμό. Και κάπως έτσι μια ιστορική ήττα μετατράπηκε σε
κατηγορία εναντίον των ηττημένων.
Δεν αθωώνω βεβαίως την Αριστερά για όσα ακολούθησαν. Το αντίθετο. Στην
αποδόμηση του ηθικού της κεφαλαίου συνέβαλε αποφασιστικά και η ίδια. Πολιτικές
και κοινωνικές συμπεριφορές στελεχών της, προσωπικές διαδρομές που ελάχιστα
συμβάδιζαν με τον δημόσιο λόγο τους, πελατειακές πρακτικές, μικρές και μεγάλες
εξουσίες, να μην πω σε ορισμένες περιπτώσεις εκτροπές, δημιούργησαν σύγχυση στο
αριστερό ακροατήριο. Και έδωσαν άλλοθι στους αναθεωρητές της Ιστορίας.
Πάνω ακριβώς σε αυτό πάτησε η νέα Δεξιά για να διεκδικήσει τη μεγάλη της
ρεβάνς. Μόνο που η νέα Δεξιά δεν μοιάζει πια με την παλιά.
Είναι ένα παράξενο και εξαιρετικά προσαρμοστικό συνονθύλευμα: πρώην
σοσιαλδημοκράτες, νεοφιλελεύθεροι, παραδοσιακοί δεξιοί, ακροδεξιοί,
τεχνοκράτες, άνθρωποι του συστήματος και οι αιώνιοι survivors που ξέρουν
πάντοτε πού βρίσκεται η επόμενη εξουσία.
Η ρεβάνς αυτή, επομένως, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τα εργαλεία του
1950. Έπρεπε να εκσυγχρονιστεί. Και εκσυγχρονίστηκε. Ανάπτυξη. Εξωστρέφεια.
Αριστεία. Αξιολόγηση. Αποτελεσματικότητα. Μετρήσιμα αποτελέσματα. Τεχνοκρατική
αντίληψη. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με αυτές τις λέξεις; Κανείς, μέχρι τη
στιγμή που θα τεθεί το πραγματικό ερώτημα: Ποιος αξιολογεί ποιον, με ποια
κριτήρια και με ποια αντίληψη για την κοινωνία και τον πολιτισμό;
Και κάπου εδώ φτάνουμε στον χώρο που υπηρετώ και γνωρίζω καλύτερα. Στον
κινηματογράφο. Πώς να χωνέψει, άραγε, κανείς ότι ο κινηματογράφος εξακολουθεί
να είναι γεμάτος από «αριστεριστές»; Από ανθρώπους που αμφισβητούν, που δεν
συμμορφώνονται εύκολα, που επιμένουν να κάνουν ταινίες για όσα η κανονικότητα
προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι; Μάταια, πολλές φορές, κάποιοι φορείς και κάποια
σωματεία μοιάζουν να προσπαθούν να καθησυχάσουν τη νέα εξουσία:
Μην ανησυχείτε. Δεν είναι αυτοί οι σημαντικοί. Αυτοί είναι κάτι παλιοί…
Κάτι ιδεοληπτικοί. Κάτι ψώνια! Εμείς είμαστε οι καινούργιοι. Οι επαγγελματίες.
Οι τεχνοκράτες του πολιτισμού. Ξέρουμε από αγορές, pitching, networking,
στρατηγικές ανάπτυξης, business plans, deliverables, targets και εξωστρέφεια.
Με εμάς μπορείτε να συνεργαστείτε. Ή κάπως έτσι.
Δεν χρειάζεται πια λοιπόν να πεις σε έναν δημιουργό ότι δεν σου αρέσουν οι
ιδέες του. Αρκεί να τον χαρακτηρίσεις «εσωστρεφή». Δεν χρειάζεται να πεις ότι
το έργο του σε ενοχλεί. Μπορείς να πεις ότι «δεν επικοινωνεί με το κοινό». Δεν
χρειάζεται να τον αποκλείσεις πολιτικά. Αρκεί να μην πληροί τα «κριτήρια». Και
αν επιμένει να δημιουργεί έργα δύσκολα, προσωπικά, σκοτεινά, πειραματικά, μη
εμπορικά ή απλώς απρόθυμα να υπακούσουν στις εκάστοτε αισθητικές νόρμες,
υπάρχει πάντοτε μια παλιά, βολική λέξη: Θολοκουλτουριάρης.
Μόνο που οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. Και η συγκεκριμένη έχει χρησιμοποιηθεί συστηματικά από την ελληνική άκρα Δεξιά. Τη χρησιμοποίησε ακόμη και η Χρυσή Αυγή μέσα στη Βουλή, μιλώντας απαξιωτικά για ανθρώπους της ΕΡΤ, πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες. Και αυτή η ίδια λέξη μοιάζει άλλωστε εντυπωσιακά, ως προς τη λειτουργία και το ιδεολογικό της φορτίο, με όρους από το λεξιλόγιο των Ναζί.
Με τον «πολιτιστικό μπολσεβικισμό» (Kulturbolschewismus) απαξίωναν τη
μοντέρνα και πρωτοποριακή τέχνη συνδέοντάς την με την πολιτική και κοινωνική
παρακμή, ενώ με την «εκφυλισμένη τέχνη» (Entartete Kunst) επιχείρησαν να
στιγματίσουν ολόκληρα καλλιτεχνικά ρεύματα και δημιουργούς.
Πρόκειται για μια παλαιότερη και πολύ σκοτεινότερη εκδοχή της ίδιας ανάγκης
να χωριστεί η τέχνη σε «υγιή» και «άρρωστη», αποδεκτή και ύποπτη, εθνικά
ωφέλιμη και πολιτιστικά επικίνδυνη. Η περιφρόνηση, επομένως, απέναντι στη
«δύσκολη», μοντέρνα, πειραματική ή πολιτικά ενοχλητική τέχνη έχει μια πολύ
σκοτεινή ευρωπαϊκή προϊστορία. Φτάνει πίσω στο 1937 όπου οι Ναζί συγκέντρωσαν
στο Μόναχο εκατοντάδες έργα μοντέρνας τέχνης για να τα εκθέσουν δημόσια ως
παραδείγματα παρακμής, διαστροφής και πολιτιστικής απειλής. Η απαξίωση της
τέχνης μέσω της απαξίωσης του καλλιτέχνη έχει ιστορία. Και οι λέξεις έχουν
μνήμη.
Το πρόβλημα επομένως δεν είναι η εξωστρέφεια. Προφανώς και ο ελληνικός
κινηματογράφος πρέπει να ταξιδεύει. Ούτε η ανάπτυξη, ούτε η επαγγελματική
οργάνωση, ούτε η αξιολόγηση είναι από μόνες τους έννοιες ύποπτες.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το εργαλείο γίνεται ιδεολογία.
Όταν η εξωστρέφεια μετατρέπεται σε αισθητικό κριτήριο. Όταν η
εμπορευσιμότητα βαφτίζεται ποιότητα. Όταν το «επαγγελματικό» αντιπαρατίθεται
στο καλλιτεχνικό. Όταν η τεχνοκρατία αποφασίζει τι αξίζει να δημιουργηθεί. Και
κυρίως όταν άνθρωποι που δηλώνουν ότι δεν έχουν καμία ιδεολογία αποκτούν την
εξουσία να αποφασίζουν ποια τέχνη είναι σύγχρονη, ποια είναι παρωχημένη, ποια
είναι χρήσιμη και ποια περισσεύει.
Γιατί η απουσία ιδεολογίας είναι πολύ συχνά η πιο καλά μεταμφιεσμένη
ιδεολογία.
TVXS

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου