Η δομική αναδιάταξη του αμερικανικού τοπίου στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 και η επιστροφή της κοινωνικής πραγματικότητας στο προσκήνιο.
του Χάρη Φραντζή
Ο Ντόναλντ Τραμπ σφράγισε την εποχή μας ως η συμπύκνωση μιας αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι σε έναν κόσμο δομικών ανισοτήτων. Η άνοδός του υπήρξε το αποτέλεσμα της οργής που γέννησαν οι ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές των Δημοκρατικών, αλλά η διακυβέρνησή του αποδείχθηκε οικονομικά ακόμη πιο σκληρή και καταστροφική από τους προκατόχους του.
Η αποκαθήλωσή του στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 λειτουργεί λυτρωτικά για μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας, χωρίς ωστόσο να προσφέρει αυτόματες λύσεις. Διότι ο Τραμπ υπήρξε μόνο το σύμπτωμα και το κύριο διακύβευμα πάντα θα παραμένει το εάν η ουσία των πολιτικών που εφαρμόζονται θα στρέφονται προς όφελος των πολλών ή προς τα συμφέροντα των ελίτ.
Η κατάρρευση μιας αυταρχικής αυταπάτης
Στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από την επανεκλογή του, ο Τραμπ
οδήγησε τη χώρα στα όρια της θεσμικής και κοινωνικής αντοχής της. Με μια οριακή πλειοψηφία στο Κογκρέσο, προώθησε την αποδιοργάνωση της
ομοσπονδιακής κυβέρνησης μέσω του προγράμματος DOGE, επέβαλε επιζήμιους δασμούς, εξαπέλυσε ορδές ένοπλων φασιστών (ICE) κατά των μεταναστών και ενέπλεξε τις ΗΠΑσε έναν πόλεμο με το Ιράν από το οποίο και ηττήθηκε.
Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, εγκλωβισμένο στην πεποίθηση ότι η νίκη του 2024 σφράγισε αμετάκλητα μια συντηρητική στροφή στην κοινωνία, θεώρησε πως η πολιτισμική σύγκρουση (cultural wars) του παρείχε πολιτική ασυλία.
Τα αποτελέσματα της κάλπης απέδειξε ότι αυτό ήταν μια αυταπάτη. Η λαϊκή απόρριψη υπήρξε καθολική, διαπερνώντας παραδοσιακά συντηρητικά προπύργια στο Οχάιο, την Αϊόβα, το Κάνσας και το Τέξας. Η κοινωνική πραγματικότητα –η αύξηση των τιμών των καυσίμων, η κρατική αυθαιρεσία, η καταστροφική επέκταση των τεχνο-ολιγαρχών κ.α.– διέρρηξε τους δεσμούς του τραμπισμού με τη μεταβιομηχανική και αγροτική Αμερική.
Το ηθικό φορτίο και η πολιτική της καθημερινότητας
Στη Μινεάπολη, το αυτοσχέδιο μνημείο για τον νοσηλευτή Άλεξ Πρέτι γέμισε με τα αυτοκόλλητα «Ψήφισα». Η κίνηση αυτή συμπύκνωσε το ηθικό αποτύπωμα μιας εκλογικής διαδικασίας που ξεπέρασε την τυπική κομματική αντιπαράθεση. Την ίδια στιγμή, μια νέα γενιά πολιτικών –όπως ο Τζέιμς Ταλαρίκο στο Τέξας και ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ στο Μίτσιγκαν– απέδειξε ότι η εκλογική επικράτηση δεν επιτυγχάνεται μέσου ενός επικοινωνιακού ναρκισσισμού, αλλά με την τοποθέτηση του πολιτικού διακυβεύματος στην καρδιά των πραγματικών αναγκών: στο ενοίκιο, τον μισθό, την υγεία.
Η παράλληλη ενίσχυση των δημοκρατών σοσιαλιστών, με την εκλογή προσώπων που αναδύθηκαν μέσα από το συνδικαλιστικό κίνημα και τους τοπικούς αγώνες, υπογραμμίζει αυτή τη βαθύτερη μετατόπιση. Η αμήχανη δήλωση του Τραμπ στο Fox News λίγο μετά τα μεσάνυχτα είναι ενδεικτική:
«Είναι απλώς μια χρονική στιγμή. Υπήρχε μια διάθεση στην ατμόσφαιρα, φαντάζομαι».
Το μάθημα για την επόμενη μέρα
Αυτή η «διάθεση στην ατμόσφαιρα» δεν υπήρξε ένα τυχαίο μετεωρολογικό φαινόμενο, αλλά η βίαιη εισβολή της υλικής πραγματικότητας στο πεδίο της πολιτικής. Παρά το μέγεθος της εκλογικής επικράτησης, το μέλλον των Δημοκρατικών παραμένει μετέωρο.
Η δομική σύγκρουση ανάμεσα στη νεανική, ριζοσπαστική, σοσιαλιστική πτέρυγα και την περιχαρακωμένη κομματική γραφειοκρατία των ακροκεντρώων παραμένει ενεργή, την ώρα που η ηγεσία του κόμματος εμφανίζεται αμήχανη, χωρίς σαφές πολιτικό στίγμα και ηγετική φυσιογνωμία για τις επόμενες κάλπες.
Εάν υπάρχει ένα πολιτικό δίδαγμα από αυτή την εκλογική αναμέτρηση είναι ότι η Αριστερά έχει ελπίδες μόνο όταν εγκαταλείπει τον ναρκισσιστικό απομονωτισμό της και απευθύνεται θαρραλέα, χωρίς απολογητική διάθεση, στους από τα κάτω.
Το Τέξας δεν έγινε μπλε επειδή άλλαξαν ως δια μαγείας οι ψηφοφόροι του, αλλά επειδή βρέθηκαν πολιτικά υποκείμενα που αποφάσισαν να μιλήσουν σοβαρά για τα προβλήματα της κοινωνίας και όχι για τις δικές τους προσωπικές ατζέντες .
Κουτί Πανδώρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου