Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Ενεργειακή ακρίβεια και επιδόματα / «Να σε κάψω Γιάννη να σε αλείψω λάδι»

 


του Γιάννη Μυλόπουλου

Η Ελλάδα, σύμφωνα με τη Eurostat, είναι η ευρωπαϊκή χώρα με τη μεγαλύτερη ενεργειακή φτώχεια. Ενώ, δηλαδή, ο μέσος όρος της ενεργειακής φτώχειας στην Ευρώπη είναι 8,8%, στην Ελλάδα είναι 18,1%. Που σημαίνει ότι το 18,1% των Ελλήνων, 1 στους 5,5 Έλληνες δηλαδή, δεν μπορούν να ζεστάνουν το σπίτι τους τον χειμώνα.

Όταν στην Ευρώπη αυτό συμβαίνει για μόλις 1 στους 11,4 ευρωπαίους. Η μεγάλη ενεργειακή φτώχεια από την οποία πλήττεται η Ελλάδα, διπλάσια και βάλε από την Ευρώπη, μόνο τυχαία δεν είναι.

Είναι το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρώπη που αντιμετωπίζει την ενεργειακή ακρίβεια όχι θεραπεύοντας τις αιτίες της, αλλά μοιράζοντας επιδόματα.

Μοιράζοντας, δηλαδή, παυσίπονα για να αντέχουμε τον πόνο…

Τα επιδόματα, όσο μεγάλα και αν είναι (που στη δική μας περίπτωση ούτε αυτό δεν είναι), είναι προσωρινά μέτρα τα οποία δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες της ενεργειακής ακρίβειας. Αλλά σαν τα παυσίπονα ανακουφίζουν προσωρινά κάποιους από τους πολίτες από τους πόνους της ενεργειακής φτώχειας.

Το ότι η κυβέρνηση αναγκάζεται και παίρνει νέα μέτρα κάθε τρεις και μια, είναι η καλύτερη απόδειξη ότι τα επιδόματα δεν θεραπεύουν τις αιτίες της ενεργειακής ακρίβειας, αλλά απλώς απαλύνουν τα συμπτώματά της.

Γιατί, όμως, η κυβέρνηση ακολουθεί αυτή την πολιτική των προσωρινών μέτρων, τύπου παυσίπονων, για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της ενεργειακής ακρίβειας;

Και γιατί δεν λαμβάνει οριστικά, δηλαδή διαρθρωτικά μέτρα για να καταπολεμήσει τις αιτίες του προβλήματος, όπως έκαναν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες;

Η απάντηση στην ερώτηση έχει δυο όψεις. Που και οι δυο μαζί δίνουν την πραγματική εικόνα της κυβερνητικής πολιτικής.Σύμφωνα με την πρώτη, η κυβέρνηση ακολουθεί τυφλά το ιδεολόγημα της αυτορρύθμισης των αγορών. Υποστηρίζει, δηλαδή, ότι οι αγορές πρέπει να παραμένουν χωρίς καμία ρύθμιση, ακόμη και όταν συντρέχουν ειδικές συνθήκες οικονομικής ή ενεργειακής κρίσης.

Ενώ είναι γνωστό και αποδεδειγμένο ότι, όταν σε συνθήκες κρίσεις οι αγορές δεν ρυθμίζονται, τότε τις ρυθμίζουν οι μεγάλοι παίκτες προς όφελός τους.

Σε αντίθεση με την φανατική προσήλωση στο δόγμα της αυτορρύθμισης των αγορών, πολλά ευρωπαϊκά κράτη μετά την ενεργειακή κρίση, όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ουγγαρία, η Λιθουανία, η Σλοβακία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, είτε διατήρησαν είτε και επανάφεραν τις εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας που είχαν ιδιωτικοποιηθεί, σε δημόσιο χαρακτήρα. Προκειμένου να ρυθμίζουν την ενεργειακή αγορά προς όφελος των καταναλωτών, μέσω της επιβολής πλαφόν στις ανώτατες τιμές.

Επιπλέον αυτών των κρατών που επέβαλαν πλαφόν, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Πορτογαλία ρύθμισαν τις ενεργειακές αγορές τους επιβάλλοντας κοινωνικά τιμολόγια σε ευάλωτα και σε ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά.

Με την πολιτική αυτή της ρύθμισης των ενεργειακών αγορών κατάφεραν να συγκρατήσουν τις τιμές της ενέργειας και να περιορίσουν δραστικά την ενεργειακή φτώχεια, ακόμη και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που ανήκουν στο ίδιο νεοφιλελεύθερο δόγμα με τον κ. Μητσοτάκη.

Στη… μακρινή Ελλάδα ακόμη περιμένουμε την υπόσχεση της αυτορρύθμισης των αγορών για να δούμε άσπρη μέρα.

Η δεύτερη όψη της απάντησης στην ερώτηση γιατί η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να θεραπεύσει την ακρίβεια, έχει να κάνει με την ευνοιοκρατική πολιτική για τα ολιγοπώλια και για τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που συνειδητά αυτή ακολουθεί.

Έτσι κι αλλιώς, η πολιτική της αυτορρύθμισης των αγορών ευνοεί το ενεργειακό καρτέλ και ζημιώνει τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Ευνοεί, δηλαδή, τις 4 + 1 μεγάλες επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της ιδιωτικοποιημένης πια ΔΕΗ, που λειτουργούν με κανόνες ολιγοπωλίου. Ρυθμίζοντας, δηλαδή, μεταξύ τους τις τιμές κατά το δοκούν και κατά τρόπο κερδοσκοπικό.

Δεν είναι, όμως, μόνο οι ολιγοπωλιακές συνθήκες της ενεργειακής αγοράς στην Ελλάδα που ευθύνονται για την ενεργειακή ακρίβεια και τη φτώχεια στην Ελλάδα.

Είναι και η προσχηματική και παραπειστική πολιτική της κυβέρνησης στο ζήτημα της φορολόγησης των υπερκερδών των ενεργειακών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων παραγωγής ή προμήθειας καυσίμων.

Σε αντίθεση με πολλά ευρωπαϊκά κράτη, μεταξύ των οποίων η Ισπανία, η Ιταλία, η Τσεχία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, το Βέλγιο, η Πορτογαλία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που προχώρησαν σε ουσιαστική φορολόγηση των κερδών των ενεργειακών επιχειρήσεων.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει να φορολογήσει τα υπερκέρδη των μεγάλων ενεργειακών επιχειρήσεων από το 2021 – 2022.

Αλλά και πάλι, ακόμη και όταν επέβαλε το μέτρο, η ελληνική κυβέρνηση προσχηματικά λειτουργώντας, δεν φορολόγησε τα υπερκέρδη του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, όπως η υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά επέβαλε έκτακτη εισφορά σε συγκεκριμένα πρόσθετα έσοδα της χονδρεμπορικής αγοράς.

Γι’ αυτό και το μέτρο αυτό, όταν εφαρμόστηκε το 2021 – 2022, απέδωσε στην Ελλάδα μόλις 367,1 εκ. ευρώ. Αφού ο φαινομενικά μεγάλος συντελεστής 90% που προσχηματικά εφαρμόστηκε, δεν επέβαλε φορολόγηση ούτε στο σύνολο των κερδών, ούτε και στο σύνολο του κύκλου των εργασιών, όπως συνέβη στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Επιπλέον αυτών που η ελληνική κυβέρνηση δεν κάνει για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας συγκρινόμενη με την υπόλοιπη Ευρώπη, αρνείται και να εφαρμόζει την πολιτική των ενεργειακών κοινοτήτων που κατά κόρον ισχύει στις ευρωπαϊκές χώρες και μάλιστα σε ποσοστά άνω του 80% της συμμετοχής στις ενεργειακές επιχειρήσεις.

Αντίθετα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει παραδώσει και την πράσινη ενέργεια σε ένα ιδιότυπο «πράσινο» καρτέλ.

Με αποτέλεσμα οι κάτοικοι των περιοχών όπου εγκαθίστανται Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας να μην ωφελούνται, να μην βλέπουν δηλαδή καμία ελάφρυνση στις τιμές του ρεύματος. Αντίθετα ζημιώνουν από την κατ’ ευφημισμό «πράσινη» μετάβαση, καθώς χάνουν εύφορη και καλλιεργήσιμη γη και σημαντικά οικοσυστήματα. Όπως χάνουν και τις παραγωγικές εργασίες που τους κρατούσαν στην ύπαιθρο.

Κι ύστερα πέφτουμε από τα σύννεφα όταν ανακοινώνονται τα αποτελέσματα δημογραφικών ερευνών, που δείχνουν την ελληνική περιφέρεια να εγκαταλείπεται και να ερημοποιείται.

Τέλος, αυτό που δεν κάνει για την ενεργειακή ακρίβεια η κυβέρνηση Μητσοτάκη, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι ότι δεν μειώνει ούτε τους έμμεσους φόρους στην ενέργεια, ούτε τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα, διατηρώντας τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και των καυσίμων υψηλές.

Προφανώς για να μπορεί να μοιράζει παυσίπονα με τη μορφή επιδομάτων, για την ανακούφιση από τον πόνο της ενεργειακής φτώχειας. Ισχυριζόμενη ότι έτσι αντιμετωπίζει το πρόβλημα και ασκεί φιλολαϊκή πολιτική.

Με δυο λόγια η ελληνική κυβέρνηση δεν εφαρμόζει κανένα μέτρο και καμία πολιτική αντιμετώπισης αυτής καθαυτής της ενεργειακής ακρίβειας.

Αντίθετα, κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρεί τις τιμές της ενέργειας και των καυσίμων σε υψηλά επίπεδα, για να συνεχίσει να κερδοσκοπεί χωρίς περιορισμούς το ενεργειακό καρτέλ που η ίδια εγκαθίδρυσε στη χώρα.

Το μόνο που κάνει κι αυτό για λόγους επικοινωνιακούς, για να δίνει την εντύπωση, δηλαδή, ότι κάτι κάνει, είναι να εφαρμόζει την πελατειακή πολιτική των επιδοτήσεων – παυσίπονων, ισχυριζόμενη ότι ξοδεύει δις ευρώ για την ενεργειακή ακρίβεια.

Με δυο λόγια, η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη στο πρόβλημα της ενεργειακής ακρίβειας ακολουθεί το ρητό:

«Να σε κάψω Γιάννη να σε αλείψω λάδι».

  • Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ – Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

TVXS


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου